Supreme Court allows appeal against labor court dismissal, ruling appeal grounds were admissible and well-founded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute, finding the appeal grounds admissible and well-founded. The appellant argued the lower court incorrectly dismissed the claim as inadmissible, whereas the court had actually rejected it on substantive grounds regarding the employee's qualifications. The Court held that the labor court violated procedural rules by declaring appeal arguments inadmissible when they were valid and based on factual errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 520, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a lower court decision if it incorrectly declares appeal grounds inadmissible when they are admissible and well-founded, remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1446 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1446/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. - Χ. Δ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", του ομίλου των εταιριών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1984/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2019 αίτησή της και τους από 27-12-2019 προσθέτους λόγους της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 28ης Ιανουαρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου. Η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. με την 172/2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα και ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ορίσθηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1539/121/12-2-2019 αίτηση και τους από 27-12-2019 με αριθ. κατάθεσης 138/27-12-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 1-1-2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, καθόσον σύμφωνα με αυτήν (απόφαση), όλοι οι με αυτήν προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως, συνιστάμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά της εκκαλουμένης 1984/2017 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η από 20-12-2011 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμη, είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1, 569, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και ουσία βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 KΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής.
Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Όμως οι λόγοι της εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, με την έννοια ότι σε περίπτωση που κριθούν βάσιμοι επέρχεται ως αποτέλεσμα της βασιμότητάς τους, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Αν ένας λόγος εφέσεως είναι λυσιτελής ή όχι, θα κριθεί κατά περίπτωση, με γνώμονα τις διατάξεις του ουσιαστικού νόμου και τη λογική ακολουθία της διαδικασίας.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του KΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του KΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, ΟλΑ.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019).
Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 14/2022, ΑΠ 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).
Eξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. (ΟλΑΠ 25/2008).
Με το λόγο αυτό ελέγχεται πλην άλλων και το παραδεκτό ή μη των λόγων εφέσεως (ΑΠ 172/22023, ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 2043/2022, ΑΠ 449/2021, ΑΠ 1774/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5205/2018 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 1-1-2018 με αρ. εκθ. καταθ. 1424/129/8-1-2018 έφεση της ενάγουσας κατά της με αρ.1984/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι, ενόψει του ότι με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, οι περιεχόμενοι στην έφεση λόγοι εφέσεως, αναγόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2011 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσείουσα, είχε εκθέσει ότι από το έτος 1995 υπήρξε Διευθύνουσα Σύμβουλος στην εναγομένη μέχρις ότου συνήψε μετ' αυτής και την έγγραφη από 22-12-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια πενταετή και δη από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2008.
Ότι η εν λόγω σύμβαση με την από 24.10.2008 ομοίαν παρατάθηκε για μια ακόμη τριετία και δη από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2011. Ότι δυνάμει της εν λόγω σύμβασης προσελήφθη ως Γενική Διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας. Ότι με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ρητά ότι "ο μισθωτός (δηλ. η ενάγουσα) δικαιούται τις άδειες που προβλέπονται από το νόμο και ισχύουν για όλο το προσωπικό της εταιρείας".
Ότι ο συμβατικός αυτός όρος εξακολούθησε να ισχύει και μετά την ως άνω παράταση της συμβάσεως με την ως άνω από 24.10.2008 σύμβαση κατά ρητή πρόβλεψη αυτής (στη σελίδα 2). Ότι την 21.7.2011 υπέβαλε παραίτηση από τη θέση της, της Διευθύνουσας Συμβούλου και Γενικής Διευθύντριας της εναγομένης εταιρείας και η παραίτηση της αυτή έγινε δεκτή από την εναγομένη δια του Προέδρου του ΔΣ αυτής.
Ότι καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα των οκτώ περίπου ετών που διήρκεσε η εργασιακή της σχέση ήτοι από 1.1.2004 μέχρι 21.7.2011 δεν έλαβε την δικαιούμενη άδεια, παρότι κάθε χρόνο τη ζητούσε. Ότι ούτε και έλαβε την δικαιούμενη στην ενάγουσα αποζημίωση λόγω μη λήψεως των αδειών αυτών παρά τις περί τούτου οχλήσεις της κάθε χρόνο.
Ότι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επίκληση από 14-7-2011 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών της εναγομένης εταιρείας το υπόλοιπο των οφειλόμενων ημερών κανονικής άδειας από το 2004 μέχρι 14-7-2011 αναλύεται σε 178 ημέρες. Ότι δοθέντος ότι κατά το ως άνω επίδικο χρόνο οι μικτές αποδοχές της ανήρχοντο στα ποσά κατά μήνα που αναφέρονται στην αγωγή, η δικαιούμενη αποζημίωση λόγω μη λήψεως των ως άνω αδειών για την ενάγουσα ανέρχεται στο ποσόν των 113.350,34 Ε.
Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτής διόρθωσης σύμφωνα με το άρθρο 224ΚΠολΔ, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις της (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των 93.447,92 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή αυτή με το ακόλουθο σκεπτικό: "Πλην όμως, (η αγωγή) κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη διότι η ενάγουσα και μετά τη σύναψη της ανωτέρω από 22-12-2003 σύμβασης ασκούσε στην εναγομένη μόνο καθήκοντα, οφειλόμενα εκ του νόμου και του καταστατικού της εταιρείας, Διευθύνουσας Συμβούλου με τις αντίστοιχα φυσικά αυξημένες αποδοχές άνευ προσωπικής ή υπηρεσιακής εξάρτησης από την εταιρεία και ουδέν πέραν αυτών, δεν ελάμβανε εντολές ή οδηγίες από το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μέλος και Δ/νουσα Σύμβουλος ήταν η ίδια σχετικά με τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών της, ασκούσε εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική της ευθύνη και πρωτοβουλία, η ίδια η ενάγουσα και κανείς άλλος καθόριζε τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησής της μη υποκείμενη στη νομική εξάρτηση του ΔΣ ενώ ταυτιζόταν με το πρόσωπο της εταιρείας εναγομένης την οποία εκπροσωπούσε.
Ειδικότερα εκπροσωπούσε την εταιρεία, της είχε ανατεθεί η εκπροσώπηση και κάθε πράξη διαχείρισης για την διεκπεραίωση των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας, ενέκρινε τις άδειες όλου του προσωπικού της εναγομένης, καθόριζε όλες τις άδειες του προσωπικού (έκανε τον προγραμματισμό των αδειών) ζητούσε από το προσωπικό να εξαντλήσει τα υπόλοιπα αδειών του κλπ.
Είχε αποκλειστικά εκείνη την οργάνωση, εποπτεία και έλεγχο σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας της εναγομένης. Αμειβόταν με αποδοχές που υπερέβαιναν κατά πολύ τα ελάχιστά όρια ή τις καταβαλλόμενες σε μισθωτούς αποδοχές. Υπό την έννοια αυτή η ενάγουσα λόγω των σαφώς ανώτερων καθηκόντων που συνεπάγεται η θέση της Διευθύνουσας Συμβούλου της εναγομένης από εκείνη της γενικής διευθύντριας (που στην πράξη όμως δεν ασκούσε) και της απορρόφησης αυτών από εκείνα της δ/νουσας συμβούλου, εξαιρείτο των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και συνεπώς δεν δικαιούται της ετήσιας άδειας αναψυχής".
Η ανωτέρω ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 1-1-2018 έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής και με τους τέσερεις λόγους εφέσεως, προσέβαλε την ως άνω απόφαση στο σύνολό της "για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων", σχετικά με την ουσιαστική παραδοχή της ότι η ίδια ασκούσε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου και όχι Γενικής Διεθύνουσας, συνδεόμενη με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ζητώντας να εξαφανισθεί, ώστε η αγωγή της να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατ' εκτίμηση της πρωτόδικης απόφασης, ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς της και ακολούθως απέρριψε τους προεκτεθέντες λόγους εφέσεως, κρίνοντας αυτούς απαράδεκτους ως αλυσιτελείς.
Όμως, εν προκειμένω, από το σκεπτικό της πρωτοδίκου αποφάσεως προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία και όχι ως μη νόμιμη, όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή, αφού η απόρριψή της έγινε μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το οποίο δέχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα Διευθύνουσας Συμβούλου ανώτερα δηλαδή από αυτά της Γενικής Διευθύντριας (τα οποία και στην πράξη δεν ασκούσε) και συνεπώς εξαιρείτο των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και συνακόλουθα δεν δικαιούται της ετήσιας άδειας ανάπαυσης, όπως αντίθετα η ίδια εξέθετε στην αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι, ως Γενική Διευθύντρια, με την εναγομένη συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα εδικαιούτο άδεια αναψυχής, όπως προβλεπόταν από ρητό όρο της σύμβασης αυτής και προβλέπεται από το νόμο.
Επομένως οι προβληθέντες από την ενάγουσα, ως άνω λόγοι εφέσεως, κατά της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, είναι ορισμένοι, νόμιμοι και λυσιτελείς, δεν στηρίζονται δε επί εσφαλμένης προυποθέσεως, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο, αφού, κατά τα προλεχθέντα, η ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας απερρίφη ως αβάσιμη κατ' ουσία και όχι ως μη νόμιμη, όπως αναφέρεται σ' αυτή.
Ενόψει αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 520 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ έκρινε απαράδεκτους, ως αλυσιτελείς, τους λόγους της εφέσεως και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Ενώ αντιθέτως, ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά τα προαναφερθέντα, τους ως άνω λόγους εφέσεως και τους απέρριψε, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας.
Κατ' ακολουθία, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ