Legislator Case Law & Legislation
1446/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague constitutional claims not addressed by lower court.

Case Number 1446/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the employer violated constitutional principles of equality and proportionality by terminating a contract while retaining other employees, but failed to present specific facts to the appellate court. The court ruled that the appeal was inadmissible because the constitutional arguments were too vague and did not constitute a proper ground for review under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; Constitutional arguments must be specific and material to the case outcome, otherwise they are inadmissible as vague grounds for appeal.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility vague constitutional claims labor contract termination principle of proportionality Code of Civil Procedure appellate review standards specificity of grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1446 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1446/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ι. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο oποίος ανακάλεσε την από 5-12-2022 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσωπώς και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κουρβισιάνου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1432/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 146/2021 μη οριστική και 332/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-3-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2211/212/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 332/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων επί της από 16.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 78472/6090/2019 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1432/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών επί της από 15.2.2017 και με αριθμό κατάθεσης 507317/276/2017 αγωγής, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλείτο ότι η από 18.11.2016 καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι άκυρη ως καταχρηστική για τους λόγους που ανέπτυσσε και ζητούσε, μετά τον περιορισμό των αιτημάτων του, που έκανε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο:

α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη του να τον απασχολεί στη θέση, ειδικότητα και με τις αποδοχές που αυτός ελάμβανε πριν την ως άνω καταγγελία, να άρει την προσβολή που συνίσταται στην άρνησή της να τον απασχολεί στα καθήκοντά του και να παραλείψει αυτήν στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με την απόφαση που θα εκδοθεί, γ) να του επιδικασθεί το ποσό των 58.323,86 ευρώ (καταψηφιστικά κατά το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνωριστικά κατά το υπόλοιπο ποσό των 38. 323,86 ευρώ) για μισθούς υπερημερίας και δ) να αναγνωρισθεί ότι η αντίδικός του υποχρεούται να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 50.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω κονδύλια τα ζητούσε με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 1432/2019 απόφασή του απέρριψε την ως άνω, από 15.2.2017, αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 332/2022, απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16.9.2019 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα διάδικο νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 21.3.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 24.1.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 244/2017).

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία (ΑΠ 987/2022), διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει (ΑΠ 244/2017). Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης και διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη (ΑΠ 1389/2022, ΑΠ 244/2017).

Τέλος, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1389/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020). Τέλος, όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις υπόλοιπες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1519/2021, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 599/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα ή μη της βασιμότητας των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία αποτελεί 100% θυγατρική εταιρία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με αντικείμενο εργασιών τη φύλαξη και συντήρηση εμπορευμάτων τρίτων προσώπων και έχει, σύμφωνα με το ν.δ 3077/1954 που διέπει τη λειτουργία της, το αποκλειστικό προνόμιο να εκδίδει τίτλους αποθηκεύσεως (αποθετήρια και ενεχυρόγραφα) για τα αποθηκευόμενα στις εγκαταστάσεις της προϊόντα, τα οποία μπορούν να ενεχυραστούν από τους αποθέτες υπέρ των δανειστών τους (κυρίως τραπεζών) προς εξασφάλιση του δανεισμού τους.

Σκοπός της εναγόμενης, μεταξύ άλλων είναι κάθε εργασία ή επιχείρηση που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την ίδρυση, κατασκευή και εκμετάλλευση Γενικών Αποθηκών στην Ελλάδα, σύμφωνα δε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ως άνω Νομοθετικού Διατάγματος (3077/1954) δύναται να αναγνωρίζει ως παραρτήματά της και ιδιωτικές αποθήκες βιομηχάνων και εμπόρων.

Έτσι δυνάμει των από 2-2-2016 ιδιωτικών συμφωνητικών αναγνώρισης και λειτουργίας ιδιωτικού παραρτήματος, η εταιρία με την επωνυμία "Κ. Α.. Μ. Α.Ε" παραχώρησε όλους τους αποθηκευτικούς της χώρους και χώρους επεξεργασίας καπνών που βρίσκονται στο χωριό ... και στο 4° τετράγωνο της ΒΙ.ΠΕ ..Θεσσαλονίκης ιδιοκτησίας της, άνευ ανταλλάγματος στην εναγόμενη, με σκοπό όπως αποθηκεύει η τελευταία σε αυτούς, σύμφωνα με την περί Γενικών Αποθηκών Νομοθεσία, εμπορεύματα του εμπορίου ή παραγωγής της εταιρίας με την επωνυμία "Κ.

Α.. Μ. Α.Ε" και να εκδίδει τίτλους αποθήκευσης σε διαταγή της ή σε διαταγή της πιστοδοτούσας αυτήν τράπεζας. Ως ημερομηνία λήξης των ως άνω συμφωνητικών ορίσθηκε η 31-12-2016. Επί όλων των εμπορευμάτων που αποθήκευσε η εναγόμενη στα ανωτέρω ιδιωτικά παραρτήματα, εξέδωσε σε διαταγή της ως άνω εταιρίας τίτλους αποθήκευσης, τους οποίους η τελευταία ενεχύρασε σε οκτώ συνολικά ελληνικές και ξένες τράπεζες.

Δυνάμει της από 14-3-2014 έγγραφης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων, που τυγχάνει πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Οικονομικού Τμήματος της Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Πανεπιστημίου του Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, προσλήφθηκε από την εναγόμενη ως Οικονομικός Διευθυντής, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού 7.500 ευρώ ενώ παράλληλα κατείχε ήδη τη θέση του Αντιπροέδρου του ΔΣ της εναγόμενης, καθώς δυνάμει της από 1-6-2013 σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών αορίστου χρόνου αρχικά προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία και απασχολήθηκε ως εξωτερικός οικονομικός σύμβουλος με αντικείμενο απασχόλησης την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο των προγραμματισμένων ελέγχων της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για το έτος 2016 διενεργήθηκε τακτικός εσωτερικός έλεγχος στην εναγόμενη, ο οποίος ξεκίνησε στις 13-6-2013 [εννοεί 13-6-2016] με ελεγχόμενη περίοδο το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-3-2016. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν κυρίως οι διαδικασίες κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων και ο έλεγχος επί των σημαντικότερων κονδυλίων, η διαχείριση και παρακολούθηση της εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών αποθήκευσης και οι γενικές δικλείδες ασφαλείας των κρίσιμων πληροφοριακών συστημάτων που υποστηρίζουν τις ως άνω λειτουργίες.

Κατά την εναρκτήρια συνάντηση των στελεχών του κλιμακίου ελέγχου με τα μέλη της διοίκησης της εναγόμενης, που έλαβε χώρα στις 13-6-2016 στην έδρα της εναγόμενης στη …Αττικής, ως είθισται, ζητήθηκε από τον ενάγοντα και τον Ν. Χ., που ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγόμενης, να γνωστοποιήσουν τυχόν προβλήματα που αφορούσαν στην εταιρία και έχρηζαν προσοχής εκ μέρους τους.

Οι τελευταίοι, παρόλο που κατά το χρόνο αυτό γνώριζαν ότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης, αλλά και στα ιδιωτικά παραρτήματα της εταιρίας "Κ. Μ. Α.Ε", δεν ανέφεραν ότι υφίσταται κάποιο θέμα που θα έπρεπε να τους απασχολεί, ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι οι εργασίες στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης ήταν υποτονικές.

Για το γεγονός της μη αναφοράς των προβλημάτων γίνεται ρητή μνεία τόσο στην από 4/11/2016 έκθεση τακτικού ελέγχου της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όσο και στο από 19-9-2016 υπηρεσιακό σημείωμα για τον ειδικό έλεγχο που διενεργήθηκε αργότερα και κατόπιν καταγγελίας τρίτου στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης και στα ιδιωτικά παραρτήματα της "Κ.

Μ. ΑΕ". Σχετικώς να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια του ανωτέρω τακτικού ελέγχου ο τέως συνεργάτης της εναγόμενης Ι. Τ. επιχείρησε να επισκεφθεί το κλιμάκιο των επιθεωρητών που βρισκόταν στα γραφεία της εναγόμενης, αλλά δεν του επετράπη η είσοδος στο χώρο. Μετά από αυτό, στις 22-6-2016 επισκέφθηκε τα γραφεία της Διεύθυνσης Εσωτερικού ελέγχου, όπου προέβη εγγράφως σε καταγγελίες που αφορούσαν σε διαχειριστικής φύσεως θέματα, καθώς επί μία δεκαετία ήταν συνεργάτης της εταιρίας.

Ο προαναφερόμενος, μετά από συναντήσεις που είχε με στελέχη της Διεύθυνσης Ελέγχου, κατήγγειλε προφορικά και εγγράφως ότι σύμφωνα με πληροφορίες του στο κατάστημα της εναγόμενης στη Θεσσαλονίκη εκδίδονταν πλαστοί τίτλοι αποθήκευσης υπέρ της ‘Κ. Μ. Α.Ε". Με αφορμή τις καταγγελίες αυτές, ξεκίνησε στις 4-7-2016 ειδικός έλεγχος στο Υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης από άλλο κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, που σχηματίσθηκε από τον Κ.

Σ. επικεφαλής τομέα, Β. Π. Υποδιευθυντή και Η. Π. Επιθεωρητή Α. Για το σκοπό του ελέγχου το ως άνω κλιμάκιο μετέβη στο Υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης στις 6-7-2016 και παρέμεινε έως τις αρχές Αυγούστου 2016. Σύμφωνα με το από 10-9-2016 υπηρεσιακό σημείωμα ειδικού ελέγχου που συντάχθηκε σχετικώς, διαπιστώθηκαν σοβαρές παρατυπίες, όπως ανεπαρκής έλεγχος εμπορευμάτων, μη αξιόπιστη διαδικασία παρακολούθησης των απαλλαγών εμπορευμάτων, κατασκευή πλαστών εγγράφων από στελέχη του υποκαταστήματος για την κάλυψη ελλειμμάτων (συγκεκριμένα ανευρέθηκε μη γνήσιο παραστατικό αποδέσμευσης ενεχυρασμένων εμπορευμάτων από Αγγλική Τράπεζα), μη αποδεκτή διαχείριση των τίτλων της "Κ.

Μ. ΑΕ" και σημαντικές καθυστερήσεις στην τιμολόγηση και την είσπραξη των απαιτήσεων της εναγόμενης για τα οφειλόμενα αποθήκευτρα κατά της ως άνω εταιρίας ("Κ. Μ. Α.Ε"), αφού κατά τον έλεγχο δεν είχαν καν τιμολογηθεί από τον Μάιο του 2015 σημαντικού ύψους οφειλόμενα ποσά. Μετά από αυτή την εξέλιξη, στις 2-11-2016 η έκτακτη Γενική Συνέλευση της εναγόμενης εξέλεξε νέο ΔΣ, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων, ενώ στις 18-11-2016 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, εφόσον έλαβε χώρα λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, ενόψει του ότι η τιμολόγηση και παρακολούθηση της είσπραξης των απαιτήσεων της εναγόμενης είναι αρμοδιότητα της οικονομικής διεύθυνσης μίας εταιρίας και κατ' επέκταση του Οικονομικού Διευθυντή αυτής.

Να αναφερθεί ενδεικτικά ότι ο ενάγων στα τέλη Μαρτίου 2016 είχε δεχθεί τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 138.004,52 ευρώ, για οφειλόμενα αποθήκευτρα μέχρι την 31-12-2015, προς αντικατάσταση επιταγών με άλλες μεταγενέστερης λήξης, αυξάνοντας έτσι το ανοικτό υπόλοιπο της εναγόμενης, και ζημιώνοντας την τελευταία.

Λόγω της πρακτικής αυτής που ίσχυε και για άλλους πελάτες, η εταιρία "Κ. Μ. ΑΕ." οφείλει σήμερα στην εναγόμενη το ποσό των 810.423,33 ευρώ ως μη εισπραχθέντα δικαιώματα αποθήκευσης, όπως τούτο αποτυπώνεται στον από 2-6-1017 πίνακα οφειλών-κίνηση επιταγών εκδόσεως της εν λόγω εταιρίας, που υπογράφεται από τον Οικονομικό Διευθυντή της εναγόμενης Δ.

Κ., στον οποίο καταγράφεται αναλυτικά η κίνηση των επιταγών της, οι καθυστερήσεις παραλαβής επιταγών σε σχέση με το χρόνο τιμολόγησης κ.λ.π. Οι ενέργειές του αυτές έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με την από Φεβρουάριου 2015 εσωτερική εγκύκλιο της εναγόμενης, η οποία προβλέπει το συγκεκριμένο πλαίσιο ενεργειών από τους υπαλλήλους για την είσπραξη των απαιτήσεων από τους πελάτες χωρίς καθυστερήσεις και αλλαγές ή αποδοχή μεταχρονολογημένων επιταγών.

Μάλιστα προβλέπεται η υποχρέωση των υπαλλήλων της να ενημερώνουν τη διοίκηση, (Διευθύνοντα Σύμβουλο και Οικονομικό Διευθυντή) σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του πελάτη σε περίπτωση ληξιοπρόθεσμων οφειλών. Επίσης τον Οκτώβριο του 2016 σε έκτακτη καταμέτρηση των αποθηκευμένων εμπορευμάτων καπνού στα ιδιωτικά παραρτήματα της εναγόμενης στη ...

διαπιστώθηκε έλλειμμα εμπορευμάτων 13.000.000 κιλών, αξίας περίπου 25.000.000 ευρώ, τα οποία ήταν ενεχυρασμένα σε ξένες και ελληνικές τράπεζες, μετά δε τη διαπίστωση του ελλείμματος υποβλήθηκε η από 7-11-2016 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά των νομίμων εκπροσώπων της "Κ. Μ. Α.Ε" κατά παντός υπευθύνου.

Ο ενάγων, ενώ ήταν Οικονομικός Διευθυντής και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εναγόμενης και είχε γνώση και σαφή υποχρέωση, λόγω της θέσης του, να παρακολουθεί τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και όλων των ιδιωτικών παραρτημάτων, δεν ενημέρωσε σχετικώς τους τακτικούς ελεγκτές του Εσωτερικού Ελέγχου ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και τα παραρτήματα της στην "Κ.

Μ. Α.Ε". Τούτο σαφώς προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα πρακτικών του ΔΣ της εναγόμενης που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 2016 έως και Οκτώβριο 2016 (δεκαεννέα συνολικά), υπογεγραμμένα από όλα τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της (ενδεικτικά το από 18-3-2016, 6-4- 2016, 15-4-2016, 20-4-2016, 25-5-2016 κ.λ.π) στα οποία ουδεμία αναφορά γίνεται για τα ανωτέρω προβλήματα.

Η εναγόμενη λόγω των ανωτέρω προβλημάτων έχει εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη με την "Κ. Μ. ΑΕ." και με τις τράπεζες-ενεχυρούχους δανειστές της τελευταίας, αλλά και με καπνοπαραγωγούς με τους οποίους είχε οφειλές, ενώ έχουν κατατεθεί αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και έχουν ανταλλαγεί εξώδικες δηλώσεις. Το γεγονός δε ότι ο ενάγων ενημέρωσε το Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης Ν.

Χ. για όσα προαναφέρθηκαν, δεν αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 14-3-2014 σύμβασης εργασίας του, που προβλέπει ρητά την υποχρέωσή του "καθόλη τη διάρκεια άσκησής των καθηκόντων του να αναφέρεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διεθύνοντα Σύμβουλο, μεταξύ άλλων σε θέματα ορθής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης". [...].

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, δέχτηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σχέσης του ενάγοντος δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, αλλά αντίθετα έλαβε χώρα επειδή η εναγόμενη απώλεσε την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του ενάγοντος, εξαιτίας της πλημμελούς άσκησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, με ορθή αιτιολογία που σε κάθε περίπτωση συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ) και σωστή εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων έκρινε και δεν έσφαλε, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της έφεσης που στο σύνολό τους ψέγουν την εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης".

Με το πρώτο σκέλος από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αιτιάται τα εξής: Ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί διατάραξης της εμπιστοσύνης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας στο πρόσωπό του στις παραλείψεις αυτού να ενημερώσει πρώτον τους τακτικούς ελεγκτές του εσωτερικού ελέγχου και το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και τα παραρτήματά της στην "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ" και δεύτερον τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Ότι οι παραλείψεις αυτές του αναιρεσείοντος, δεν αποτελούν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, συμπεριφορά εργαζομένου που δικαιολογεί κατ' αντικειμενική κρίση κλονισμό της εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, διότι:

α) το Εφετείο δέχεται ότι έλαβε χώρα ενημέρωση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, β) η μη ενημέρωση των τακτικών ελεγκτών της μητρικής εταιρείας δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αφού εργασιακή σχέση είχε μόνο με την εναγομένη, γ) η μη επίσημη ή η επίσημη, ήτοι κατά την διάρκεια κάποιας συνεδρίασης, ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου, αφενός μεν ήταν περιττή, αφού ο αναιρεσείων είχε ενημερώσει τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, αφετέρου δε δεν αποτελούσε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, υποχρέωσή του και δ) τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και στα παραρτήματα αυτού στις εγκαταστάσεις και τους χώρους της εταιρείας "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ", δεν αποτελούν "θέματα ορθής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης", αλλά παρατυπίες και επιλήψιμες πράξεις και παραλείψεις υπαλλήλων της εναγομένης, που απασχολούνταν στο εν λόγω Υποκατάστημα και ότι ενόψει αυτών το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπήγαγε τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια του κλονισμού της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας προς τον αναιρεσείοντα -εργαζόμενο και εντεύθεν παραβίασε ευθέως δια της μη εφαρμογής της τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ως λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποία διδάγματα της κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την ερμηνεία και την εφαρμογή ή μη του άρθρου 281 ΑΚ, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις στον ως άνω αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και επιπλέον για το λόγο ότι "ο κλονισμός της εμπιστοσύνης της εναγομένης ως εργοδότριας ως προς τον ενάγοντα -εργαζόμενο" δεν συνιστά αόριστη νομική έννοια της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά πραγματικό γεγονός, που προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική διαδικασία.

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, εξαιτίας των ακόλουθων ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών που το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και δη: 1)Ενώ δέχεται ότι σύμφωνα με το από 10.9.2016 υπηρεσιακό σημείωμα ειδικού ελέγχου, που συντάχθηκε σχετικώς με τον έλεγχο του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκαν σοβαρές παρατυπίες, όπως ανεπαρκής έλεγχος εμπορευμάτων, κατασκευή πλαστών εγγράφων από στελέχη του υποκαταστήματος για την κάλυψη ελλειμμάτων (συγκεκριμένα ανευρέθηκε μη γνήσιο παραστατικό αποδέσμευσης ενεχυριασμένων εμπορευμάτων από Αγγλική Τράπεζα), μη αποδεκτή διαχείριση των τίτλων της "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ" και σημαντικές καθυστερήσεις στην τιμολόγηση και την είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης για τα οφειλόμενα αποθήκευτρα κατά της ως άνω εταιρείας "Κ. Μ. ΑΕ", αφού κατά τον έλεγχο δεν είχαν καν τιμολογηθεί από τον Μάιο του 2015 σημαντικού ύψους οφειλόμενα ποσά, δεν διευκρινίζει : α) ποίος ήταν ο υπεύθυνος γι' αυτές τις παραλείψεις, β) ποίος διηύθυνε, με βάση το οργανόγραμμα της αναιρεσίβλητης, το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, ποιες ήταν οι αρμοδιότητες του διευθυντή και των υπαλλήλων του Υποκαταστήματος και ειδικότερα αν σ' αυτές περιλαμβάνονταν η τιμολόγηση των αποθηκεύτρων και η είσπραξη των απαιτήσεων, γ) σε ποιόν καταλογίστηκαν ευθύνες από τους ελεγκτές για τις παραπάνω παρατυπίες και δ) αν ο διενεργηθείς εσωτερικός έλεγχος καταλόγισε στον αναιρεσείοντα - οικονομικό διευθυντή ευθύνη για την ύπαρξη των ως άνω προβλημάτων. 2) Ενώ δέχεται ότι η σχετική σύμβαση με την "Κ.

Μ. ΑΕ", με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία παραχώρησε όλους τους αποθηκευτικούς της χώρους και χώρους επεξεργασίας καπνών, που βρίσκονται στο χωριό Σ. Π., στην αναιρεσίβλητη, με σκοπό να αποθηκεύει σ' αυτούς εμπορεύματα του εμπορίου ή παραγωγής της εταιρείας της και να εκδίδει τίτλους αποθήκευσης σε διαταγή της πιστοδοτούσας τράπεζας, καταρτίσθηκε στις 2.2.2016, αναφέρει ακολούθως αντιφατικά ότι, κατά τον ως άνω ειδικό έλεγχο, διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, σημαντικές καθυστερήσεις στην τιμολόγηση και την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης για τα οφειλόμενα αποθήκευτρα κατά της ως άνω εταιρείας "Κ.

Α. Μ. ΑΕ", αφού κατά τον έλεγχο αυτό δεν είχαν καν τιμολογηθεί από το Μάιο του 2015 σημαντικού ύψους οφειλόμενα ποσά, δηλαδή από χρόνο προγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης. 3) Αν και δέχεται ότι ο αναιρεσείων ως οικονομικός διευθυντής γνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και στα ιδιωτικά παραρτήματα της εταιρείας "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ", δεν προσδιορίζει ποια ακριβώς προβλήματα γνώριζε, πως τα πληροφορήθηκε, πότε και σε ποιες ενέργειες προέβη. 4) Καταλογίζεται στον αναιρεσείοντα ότι δέχθηκε τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές για οφειλόμενα αποθήκευτρα σε αντικατάσταση άλλων προγενέστερης λήξης, χωρίς να αναφέρεται αν ο ίδιος προσωπικά ήταν αρμόδιος για την είσπραξη των οφειλομένων από την ως άνω εταιρεία αποθηκεύτρων ή οι υπάλληλοι του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και επιπλέον, αν η προσβαλλόμενη υπονοεί ότι ο αναιρεσείων ήταν αρμόδιος, προς τούτο αυτό δε έρχεται σε αντίθεση α) με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ως οικονομικός διευθυντής είχε σαφή υποχρέωση λόγω της θέσης του απλά να παρακολουθεί τη δραστηριότητα του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και όλων των ιδιωτικών παραρτημάτων και β) με την παραδοχή ότι με την από Φεβρουαρίου 2015 εσωτερική εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης, η οποία ρυθμίζει το συγκεκριμένο πλαίσιο ενεργειών των υπαλλήλων της για την είσπραξη των απαιτήσεών της από πελάτες χωρίς καθυστερήσεις και αλλαγές ή αποδοχή μεταχρονολογημένων επιταγών, προβλέπεται και η υποχρέωση των υπαλλήλων της να ενημερώνουν τη διοίκηση (διευθύνοντα σύμβουλο και οικονομικό διευθυντή) σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του πελάτη σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών. 5) Αναφέρει ότι η από τον αναιρεσείοντα ενημέρωση του Διευθύνοντα Συμβούλου της αναιρεσίβλητης Ν.

Χ., για όσα προαναφέρθηκαν, δεν αρκεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 14.3.2014 σύμβασης εργασίας του, που προβλέπει αυτός να αναφέρεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, μεταξύ άλλων, σε θέματα ορθής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης, αλλά δεν διευκρινίζει γιατί η εν λόγω ενημέρωση δεν αρκεί.

Και ναι μεν αναφέρει ότι ο αναιρεσείων είχε συμβατική υποχρέωση να ενημερώνει και τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, όμως, παρεκτός του ότι δεν περιέχει παραδοχή ότι ο Πρόεδρος δεν ενημερώθηκε, η εκτιθέμενη συμβατική υποχρέωση αναιρεσείοντος, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του σχετικού άρθρου της σύμβασης εργασίας, δεν αφορά σε προβλήματα που ανακύπτουν από επιλήψιμες πράξεις και παραλείψεις υπαλλήλων της εταιρείας, όπως εν προκειμένω, αλλά σε θέματα οργάνωσης και καλής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης. 6) Ενώ αναφέρει ότι το υπηρεσιακό σημείωμα του ειδικού ελέγχου, σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκαν τα εκτιθέμενα προβλήματα στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, συντάχθηκε στις 10-9-2016, δεν εξηγεί γιατί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα δύο και πλέον μήνες μετά τη διαπίστωση της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του.

Και επιπλέον δεν εξηγεί έναντι ποιάς διοίκησης της εταιρείας διαταράχθηκε η εμπιστοσύνη, της παλαιάς ή της νέας, που αναδείχθηκε στις 2-11-2016. Επίσης, το Εφετείο δεν αναφέρει αν για την επικαλούμενη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του αναιρεσείοντος, αυτός κλήθηκε από τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, είτε την παλαιά, είτε τη νέα να δώσει εξηγήσεις ή αν έγινε στον αναιρεσείοντα οποιαδήποτε παρατήρηση γι' αυτό, που να καταδεικνύει δυσαρέσκεια της διοίκησης και εντεύθεν απώλεια της εμπιστοσύνης και, επιπλέον, δεν αναφέρει πότε η διοίκηση της εταιρείας έλαβε γνώση ότι ο αναιρεσείων δεν ενημέρωσε τους ειδικούς ελεγκτές, τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, σχετικά με τα προβλήματα στο Υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης.

Και 7) Ενώ δέχεται ότι σύμφωνα με το από 10-9-2016 υπηρεσιακό σημείωμα ειδικού ελέγχου διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων "και σημαντικές καθυστερήσεις στην τιμολόγηση και την είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης για τα οφειλόμενα αποθήκευτρα κατά της ως άνω εταιρείας ("Κ. Μ. ΑΕ")" και ότι "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, εφόσον έλαβε χώρα λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, ενόψει του ότι η τιμολόγηση και παρακολούθηση της είσπραξης των απαιτήσεων της εναγομένης είναι αρμοδιότητα της οικονομικής διεύθυνσης μιας εταιρείας και κατ' επέκταση του Οικονομικού Διευθυντή αυτής", ακολούθως, αναφέρει ότι "σε έκτακτη καταμέτρηση των αποθηκευμένων εμπορευμάτων καπνού στα ιδιωτικά παραρτήματα της εναγομένης στη ...

διαπιστώθηκε έλλειμμα εμπορευμάτων 13.000.000 κιλών, αξίας περίπου 25.000.000 ευρώ, τα οποία ήταν ενεχυριασμένα σε ξένες και ελληνικές τράπεζες, μετά δε τη διαπίστωση του ελλείμματος υποβλήθηκε η από 7-11-2016 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά των νομίμων εκπροσώπων της "Κ. Α.. Μ. ΑΕ" κατά παντός υπευθύνου" και ότι "Ο ενάγων, ενώ ήταν Οικονομικός Διευθυντής και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης και είχε γνώση και σαφή υποχρέωση, λόγω της θέσης του να παρακολουθεί τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και όλων των ιδιωτικών παραρτημάτων, δεν ενημέρωσε σχετικώς του τακτικούς ελεγκτές του Εσωτερικού Ελέγχου, ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και τα παραρτήματά της στην "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ", δεν διευκρινίζει αν και οι εν λόγω παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνετέλεσαν στη διατάραξη της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του ενόψει του ότι το Εφετείο σαφώς απέδωσε την απώλεια της εμπιστοσύνης μόνο στην καθυστέρηση στην τιμολόγηση και την είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης.

Σχετικά με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αιτιολογία του Εφετείου σχετικά με την αξιολόγηση του περιεχομένου του από 10.9.2016 υπηρεσιακού σημειώματος ειδικού ελέγχου του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης είναι επαρκής, διότι από τις ήδη κατά λέξη παρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι η αναφορά του Δικαστηρίου στο συγκεκριμένο σημείωμα δεν γίνεται προκειμένου να αποδοθούν στον αναιρεσείοντα οι παρατυπίες που διαπιστώθηκαν, αλλά για να αποδειχθούν η ευθύνη του για την παράλειψή του να ενημερώσει το κλιμάκιο του τακτικού ελέγχου για τα προβλήματα που είχε διαπιστώσει στο Υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης και στα ιδιωτικά παραρτήματα της εταιρείας "Κ.

Α. Μ. ΑΕ" και το γεγονός ότι η διενέργεια του ειδικού αυτού ελέγχου στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα όχι με πρωτοβουλία του ενάγοντος αλλά κατόπιν σχετικής καταγγελίας τρίτου προσώπου (του τέως συνεργάτη της αναιρεσίβλητης Ιωάννη Τομπάκογλου). Περαιτέρω, η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση στην μερικότερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το χρόνο (2.2.2016) κατάρτισης των ιδιωτικών συμφωνητικών αναγνώρισης και λειτουργίας ιδιωτικού παραρτήματος, δυνάμει των οποίων η εταιρεία "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ" παραχώρησε τους αποθηκευτικούς της χώρους και χώρους επεξεργασίας καπνών στην αναιρεσίβλητη και τον προγενέστερο χρόνο (Μάιος του 2015) κατά τον οποίο υπήρχαν οφειλόμενα από την εταιρεία αυτή και μη τιμολογημένα από την αναιρεσίβλητη αποθήκευτρα, είναι αόριστη, διότι δεν παρατίθεται ποιος είναι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο υπάρχει η ως άνω αντίφαση και ποια η σύνδεση της αντίφασης αυτής με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ομοίως, η αιτίαση ότι δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια ποια ήταν τα προβλήματα, τα οποία ο αναιρεσείων γνώριζε για τη λειτουργία του Υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης στη Θεσσαλονίκη και των ιδιωτικών παραρτημάτων της εταιρείας "Κ. Α.. Μ. ΑΕ", ο τρόπος και ο χρόνος που αυτός τα πληροφορήθηκε και οι ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη είναι αλυσιτελής, καθότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει αρνηθεί τη γνώση του επί των εν λόγω προβλημάτων, ώστε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να διαλάβει και την ως άνω ειδικότερη αιτιολογία.

Εξάλλου, η ακόλουθη επιμέρους αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 6ο φύλλο αυτής) "Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, εφόσον έλαβε χώρα λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ενόψει του ότι η τιμολόγηση και παρακολούθηση της είσπραξης των απαιτήσεων της εναγομένης είναι αρμοδιότητα της οικονομικής διεύθυνσης μιας εταιρείας και κατ' επέκταση του Οικονομικού Διευθυντή αυτής.

Να αναφερθεί ενδεικτικά ότι ο ενάγων στα τέλη Μαρτίου 2016 είχε δεχτεί τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 138.004,52 ευρώ, για οφειλόμενα αποθήκευτρα μέχρι 31.12.2015, προς αντικατάσταση επιταγών με άλλες μεταγενέστερης λήξης, αυξάνοντας έτσι το ανοικτό υπόλοιπο της εναγομένης και ζημιώνοντας την τελευταία. [....] Οι ενέργειές του αυτές έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με την από Φεβρουαρίου 2015 εσωτερική εγκύκλιο της εναγομένης, η οποία προβλέπει το συγκεκριμένο πλαίσιο ενεργειών από τους υπαλλήλους για την είσπραξη των απαιτήσεων από τους πελάτες, χωρίς καθυστερήσεις και αλλαγές ή αποδοχή μεταχρονολογημένων επιταγών.

Μάλιστα προβλέπεται η υποχρέωση των υπαλλήλων της να ενημερώνουν τη Διοίκηση (Διευθύνοντα Σύμβουλο και Οικονομικό Διευθυντή) σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του πελάτη σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών", είναι πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά, καθότι αποδίδει με πληρότητα την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων του αναιρεσείοντος ως Οικονομικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με την αρμοδιότητά του να εποπτεύει την παρακολούθηση και την είσπραξη των απαιτήσεων αυτής, και προς επίρρωση της ως άνω παραδοχής της ενδεικτικά παραθέτει την αποδοχή των ως άνω τριών μεταχρονολογημένων επιταγών.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη ως ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης: "Το γεγονός δε ότι ο ενάγων ενημέρωσε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης Ν. Χ. για όσα προαναφέρθηκαν, δεν αρκεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 14.3.2014 σύμβασης εργασίας του, που προβλέπει ρητά την υποχρέωσή του καθ' όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του να αναφέρεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, μεταξύ άλλων σε θέματα ορθής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης" είναι συνέχεια της αμέσως προηγουμένως παρατιθέμενης αιτιολογίας: " Ο ενάγων, ενώ ήταν Οικονομικός Διευθυντής και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

της εναγομένης και είχε γνώση και σαφή υποχρέωση, λόγω της θέσης του, να παρακολουθεί τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και όλων των ιδιωτικών παραρτημάτων δεν ενημέρωσε σχετικώς τους τακτικούς ελεγκτές του Εσωτερικού Ελέγχου ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και τα παραρτήματά της στην "Κ.

Μ. ΑΕ". Επομένως, η προσβαλλόμενη αιτιολογία αποτελεί επάλληλη της προηγηθείσας αιτιολογίας, καθότι παραθέτει με σαφήνεια μία ακόμη συμβατική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, που δεν τηρήθηκε. Ακόμη, η αιτίαση ότι είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα περιστατικά που μεσολάβησαν κατά τη χρονική περίοδο από τις 10.9.2016, που συντάχθηκε το σημείωμα του ειδικού ελέγχου, μέχρι τις 18.11.2016, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, είναι αλυσιτελής, διότι η έλλειψη αυτή δεν αφορά σε στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι είναι ασαφής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, αν και ο αναιρεσείων ήταν Οικονομικός Διευθυντής και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της αναιρεσίβλητης και είχε γνώσει και σαφή υποχρέωση, λόγω της θέσης του, να παρακολουθεί τη δραστηριότητα του Υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη και όλων των ιδιωτικών της παραρτημάτων, εν τούτοις δεν ενημέρωσε σχετικώς τους τακτικούς ελεγκτές του Εσωτερικού Ελέγχου ούτε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και τα παραρτήματά της στην "Κ.

Α.. Μ. ΑΕ", καθότι δεν διευκρινίζει αν και οι ως άνω παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνετέλεσαν στη διατάραξη της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, είναι αλυσιτελής, διότι με το ως άνω δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ουδόλως πλήττεται και η ακόλουθη επάλληλη αιτιολογία της "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα [...] ενόψει του ότι η τιμολόγηση και η παρακολούθηση της είσπραξης των απαιτήσεων της εναγομένης είναι αρμοδιότητα της οικονομικής διεύθυνσης μιας εταιρείας και κατ' επέκταση του Οικονομικού Διευθυντή αυτής", η μη πληττόμενη δε αιτιολογία επιστηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το οποίο η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, καθότι είχε ως κίνητρο την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου (ΑΠ 1389/2022).

Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από τις ήδη κατά λέξη παρατεθείσες, πλήρεις, σαφείς και χωρίς ενδοιαστικά κενά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια, χρήζοντα ερμηνείας στους όρους της από 14.3.2014 σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και ειδικά στο άρθρο 5 αυτής, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση "καθ' όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του να αναφέρεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο (εννοείται της αναιρεσίβλητης -εργοδότριάς του), μεταξύ άλλων σε θέματα ορθής λειτουργίας της Οικονομικής Διεύθυνσης".

Συνεπώς, ο δεύτερος (και κατά δύο σκέλη αυτού), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία και επικουρικά η εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, άλλως με την κακή τους εφαρμογή στην ερμηνεία της ως άνω σύμβασης εργασίας και ειδικότερα στην ερμηνεία του άρθρου 5 αυτής, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, πρέπει, όμως, από τη γενική κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα να καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1519/2021).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1519/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' (και όχι περ. β' που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη μη ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του οφείλεται σε απώλεια της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του: 1)το αντίγραφο του οργανογράμματος της αναιρεσίβλητης, κατά το οποίο ο οικονομικός διευθυντής είναι υπεύθυνος (α) για την άσκηση της οικονομικής διαχείρισης, (β) τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών πόρων, (γ) την αποτύπωση της οικονομικής πληροφόρησης του οργανισμού και (δ) την υποστήριξη των άλλων τομέων (δ/νσεων) με την αναγκαία οικονομική ανάλυση που απαιτείται για τη λήψη ορθών αποφάσεων, 2) το αντίγραφο του οργανογράμματος του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, στο οποίο περιγράφονται και τα καθήκοντα τόσο του Διευθυντή, όσο και κάθε μίας από τις θέσεις των υπαλλήλων, 3) το αντίγραφο του από 31.3.2016 ηλεκτρονικού μηνύματος προς την υπεύθυνη υπάλληλο του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο αναιρεσείων της δήλωνε να σταματήσει η τακτική αντικατάστασης επιταγών για την "Κ.

Α. Μ. ΑΕ", 4) τα αντίγραφα των από 3.6.2016 και 9.6.2016 ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Επιθεωρητή της αναιρεσίβλητης Μ…η προς την αλλοδαπή τράπεζα…, που φερόταν να έχει ζητήσει αποδέσμευση ενεχύρων με την απάντηση της εν λόγω τράπεζας, η οποία αρνείται ότι υπέβαλε τέτοιο αίτημα, 5) την από 19.10.2016 έκθεση του τακτικού εσωτερικού ελέγχου της Τράπεζας Εθνικής και του Ομίλου, από την οποία προκύπτει ότι στο κεφάλαιο "Ελλείψεις στις δραστηριότητες της Οικονομικής Διεύθυνσης", ουδέν καταλογίζεται στην Οικονομική Διεύθυνση και ειδικότερα στον αναιρεσείοντα, αλλά περιορίζεται σε απλή σύσταση για την καθιέρωση εγχειριδίου αναφορικά με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και στο Κεφάλαιο "Αδυναμίες στο λειτουργικό πλαίσιο της Εταιρείας" αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και παρατηρήσεις σχετικά με τις τιμολογήσεις και την είσπραξη απαιτήσεων. 6) το αντίγραφο από το από 02.11.2016 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης περί συγκρότησης νέου Διοικητικού Συμβουλίου και παροχής δικαιώματος υπογραφών, από το οποίο προκύπτει ότι και μετά την υποβολή στην αναιρεσίβλητη της έκθεσης εσωτερικού ελέγχου του ομίλου της ΕΤΕ, ο αναιρεσείων παρέμεινε Οικονομικός Διευθυντής αυτής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής, 7)την με αριθμό …ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν.

Χ. και 8) το αντίγραφο της από 5.7.2016 έκθεσης έκτακτου διαχειριστικού και λογιστικού ελέγχου των ιδιωτικών παραρτημάτων της "Κ. Α. Μ. ΑΕ" του Καταστήματος Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο έλεγχος αυτός, που διενεργήθηκε από 27.6 έως 01.7.2016 από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης της αναιρεσίβλητης, παραγγέλθηκε από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και κατ' ουσίαν επιβεβαίωσε τις υποψίες αυτού και του αναιρεσείοντος σχετικά με τα υφιστάμενα προβλήματα στο Κατάστημα της Θεσσαλονίκης.

Σχετικά με τον ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο λεκτέα είναι τα εξής: Από την ακόλουθη αναφορά, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 4ο φύλλο αυτής): "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθμ.

…ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Δ. που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, νομότυπα, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθμ. …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών..), τις υπ' αριθμ. …9- 2021 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …αντίστοιχα που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, νομότυπα με εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ.

την υπ' αριθμ. …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών….), τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το πρώτον στο παρόν δικαστήριο ο ενάγων παραδεκτά (άρθρ. 529 Κ.Πολ.Δ), ως νέο αποδεικτικό μέσο (βλ. ΑΠ 731/2014), τις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …..

που λήφθηκαν μετά από νόμιμη γνωστοποίηση του ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθμ. ..έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Κ.), τις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών…, που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, νομότυπα με εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ.

την υπ' αριθμ. …έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών…) τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το πρώτον στο παρόν δικαστήριο η εναγόμενη παραδεκτά (άρθρ. 529 Κ.Πολ.Δ), ως νέο αποδεικτικό μέσο, καθώς και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" σε συνδυασμό με το κατά λέξη παρατεθέν σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά περιεχόμενό της σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τη με αριθμό ….ένορκη βεβαίωση του Ν.

Χ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Δ. με επιμέλεια του αναιρεσείοντος και ότι συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Με τον τέταρτο (και τελευταίο), επικουρικά προβαλλόμενο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν απάντησε επί της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με την οποία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος είναι άκυρη, και εκ του λόγου ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας, μολονότι επανέφερε τη αγωγική αυτή βάση στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, γιατί δεν την ερεύνησε.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και του δικογράφου της από 16.9.2019 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1432/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη από 15.2.2017 αγωγή εμπεριέχεται και η ακόλουθη κατά λέξη κυρίως (και όχι κατά δικονομική επικουρικότητα) σωρευόμενη αγωγική βάση (βλ. 20η, 21η και 22η σελίδες της αγωγής): "Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι δήθεν η καταγγελία της σύμβασής μου επιβαλλόταν από άλλους λόγους ή δήθεν επιλήψιμη συμπεριφορά μου, τα οποία αμφότερα αρνούμαι και αποκρούω πάραυτα, αφού ως Οικονομικός Διευθυντής όχι μόνο δεν επέδειξα αμελή συμπεριφορά ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων μου αλλά τουναντίον εκτέλεσα αυτά προσηκόντως και υπέρ το δέον και πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες που η ίδια η εναγόμενη μου παρείχε και ως εκ τούτου ουδολως η συνέχιση της εργασίας μου στην εναγομένη έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντά της και την ομαλή λειτουργία της (μάλλον το αντίθετο συνέβαινε αφού αποτελούσε εγγύηση ότι τυχόν παρατυπία θα αναδεικνυόταν άμεσα από εμένα και θα ελεγχόταν από τους αρμοδίους), η εναγόμενη ουδόλως τήρησε την αρχή της αναλογικότητας που επιτάσσει η καταγγελία της σύμβασης να αποτελεί το έσχατο μέσο αλλά και ούτε και την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Η αρχή της αναλογικότητας η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση του δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του εκάστοτε χρησιμοποιούμενου μέσου και του αντιστοίχως επιδιωκόμενου σκοπού. Ως εκ τούτου αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν άλλα μέτρα ηπιότερα από την καταγγελία αλλά εξίσου πρόσφορα με αυτήν για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται από τον εργοδότη, η καταγγελία αποβαίνει μη αναγκαία και ελέγχεται ως καταχρηστική [...].

Ειδικότερα, η εναγομένη όφειλε να προσφύγει σε ηπιότερα μέσα όπως η επίπληξη ή η μετάθεσή μου σε άλλη θέση, όπως άλλωστε έγινε και στην περίπτωση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, τον οποίο αν και αποδέσμευσε παρέμεινε στον Όμιλο και στην υπηρεσία αυτού μέχρι σήμερα παρά τις ευθύνες που φέρει αναφορικά με τη διαχείριση και διοίκηση του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και των παρατυπιών που εκεί ανέδειξα ή όπως τον Διαχειριστή του Ιδιωτικού Παραρτήματος της…, που επίσης δεν απομακρύνθηκε ούτε επιπλήχθηκε, παρά το ότι είναι επιφορτισμένος και καθ' ύλην αρμόδιος για τον έλεγχο του ως άνω Παραρτήματος, αλλά εξακολουθεί να παραμένει στην υπηρεσία της εναγομένης.

Ως εκ τούτου η καταγγελία της σύμβασής μου καθίσταται αφόρητα καταχρηστική όταν κατά τον ίδιο χρόνο, εγώ μεν, που πρωτοστάτησα στην αποκάλυψη της κατάστασης αυτής, αποπέμφθηκα από την εργασία μου, ενώ τα πρόσωπα, που ήταν θεσμικά επιφορτισμένα με την λειτουργία του εν λόγω Ιδιωτικού Παραρτήματος και που όφειλαν να διασφαλίσουν την καλή λειτουργία του εν λόγω Παραρτήματος, ώστε να προστατέψουν τα συμφέροντα της εναγόμενης και τα οποία εκτέλεσαν πλημμελώς τουλάχιστον τα εργασιακά τους καθήκοντα και που έφεραν ασφαλώς ευθύνες για το θέμα αυτό, διατήρησαν την εργασιακή τους θέση και παρέμειναν υπάλληλοι είτε του Ομίλου είτε της εναγομένης.

Αυτό καταδεικνύει ότι τα κριτήρια επιλογής και συμπεριφοράς της εναγομένης και της μονομετόχου της δεν ήταν ενιαία, θεμιτά, υγιή και πάντως αντίκεινται στις επιταγές του άρθρου 281, διότι δεν στόχευσαν στο καλώς νοούμενο συμφέρον της εναγόμενης. Η άνευ διάκρισης απόλυση του ανθρώπου, που πρωτοστάτησε στην έρευνα της εν λόγω υπόθεσης, δεν δικαιολογείται από κανένα αίσθημα δικαίου, χρηστής διοίκησης ούτε βέβαια και από το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης".

Περαιτέρω, στο δικόγραφο της από 16.9.2019 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και ειδικότερα στον πρώτο λόγο έφεσης και υπό τον αύξοντα αριθμό 3 παρατίθενται κατά λέξη τα εξής: " 3. Η απόλυσή μου ήταν παράνομη και καταχρηστική, και κατά συνέπεια άκυρη, εφόσον μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενόψει και της μέχρι τότε άψογης συμπεριφοράς μου, δεν τηρήθηκε, ως προς το πρόσωπό μου, ούτε η αρχή της αναλογικότητας (με τη μερικότερη έκφανση της ultima ratio), δηλαδή της αρχής ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση.

Ειδικότερα, η εκκαλουμένη λανθασμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο δεν έλαβε υπόψη της ότι όλες οι ενέργειές μου απέβλεπαν στην προστασία των συμφερόντων της εφεσίβλητου, και ότι χάρη σε αυτές αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης σχετικά με την εταιρεία "Κ. Μ. ΑΕ". Επίσης, δεν αξιολόγησε ορθά ότι εκτελούσα με επιμέλεια την εργασία μου, και ήμουν συνεπής ως προς την άσκηση των καθηκόντων μου, και ότι μετά από έλεγχο που έλαβε χώρα από την εφεσίβλητο, ουδέν μεμπτό βρέθηκε για το πρόσωπό μου.

Συνεπεία της αποκάλυψης που έκανα, παρόλο που για δύο και πλέον έτη ήμουνα άψογος κατά την παροχή της εργασίας μου, απολύθηκα όλως καταχρηστικώς, από λόγους εκδικήσεως στο πρόσωπό μου, διότι τονίστηκε η ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών της αντιδίκου και των υπαλλήλων της. Δεν υπήρχε βάσιμη αιτία από πλευράς της εργοδότριας εταιρείας για την απομάκρυνσή μου από την εταιρεία, ούτε δικαιολογημένο συμφέρον γι' αυτήν της την ενέργεια.

Συμφέρον της εταιρείας ήταν να παραμείνω στη θέση του οικονομικού διευθυντή, από την οποία κατόρθωσα μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αναδιοργανώσω εκ βάθρων την Οικονομική Διεύθυνση προς το βέλτιστο, όπως αναλυτικά εκθέτω στην ένδικη αγωγή μου. Η σκληρή μου εργασία δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, αφού ο ίδιος ο μάρτυς ανταπόδειξής της ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου απεδέχθη τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής μου καταθέτοντας "Επειδή γνωρίζουμε την αγωγή και για χάρη συντομίας να μην επαναλάβω πράγματα ποια είναι η ΠΑΕΓΑΕ, συμφωνώ απόλυτα με όσα λέει ο ενάγων στην αγωγή του μέχρι τη 12 σελίδα, δηλαδή ποιο είναι το πλαίσιο συνεργασίας της ΠΑΕΓΑΕ"".

Από την αντιπαραβολή των ως άνω κειμένων των δύο δικογράφων σαφώς προκύπτει ότι με το υπό τον αριθμό 3 σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής του ο αναιρεσείων δεν επενέφερε με τρόπο ορισμένο προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ως άνω αυτοτελή του ισχυρισμό, που σωρευτικά (και όχι επικουρικά) διαλαμβάνεται στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής του, ότι δηλαδή η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, επιλέγοντας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εξαιτίας των προβλημάτων και των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν στο ιδιωτικό παράρτημα της εταιρείας "Κ.

Α. Μ. ΑΕ" και να μην προσφύγει σε ηπιότερα μέτρα, παραβίασε τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας (ορθό της ίσης μεταχείρισης) σε σχέση με τα παρατιθέμενα στην αγωγή μέτρα που αυτή έλαβε για τον υπάλληλό της που ήταν ο διευθυντής του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και για τον υπάλληλό της που ήταν ο διαχειριστής του ιδιωτικού παραρτήματος της εταιρείας "Κ.

Α. Μ. ΑΕ", οι οποίοι αν και θεσμικά είχαν την ευθύνη για τη λειτουργία του ιδιωτικού αυτού παραρτήματος, δεν απολύθηκαν. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, σύμφωνα με τις παρατεθείσες παραδοχές του, δεν απάντησε ειδικά στο ως άνω σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Τούτο διότι δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά προαναφερθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι λόγοι έφεσης που περιέχουν απαράδεκτους, λόγω αοριστίας ισχυρισμούς, αφού δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης. Ενόψει αυτών, ο τέταρτος, επικουρικά προβαλλόμενος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των όσων προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη από 21.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2211/212/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 332/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2211/212/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 332/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ