Legislator Case Law & Legislation
1446/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for missing statutory appeal reasons regarding evidentiary rejection.

Case Number 1446/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a first-instance judgment rejecting their supplementary claim. The appellants argued that the lower court erred by rejecting their claim based on insufficient reasoning and failing to consider a judicial admission. The court ruled these arguments were inadmissible because they did not fall within the specific statutory grounds for appeal listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety due to the lack of valid legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 559(11)(c), 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based exclusively on the specific grounds enumerated in Article 560, and arguments regarding the insufficiency of reasoning for rejecting a claim as vague or inadmissible do not constitute a valid ground for appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statutory appeal grounds Code of Civil Procedure vague claim rejection judicial admission supplementary claim Article 560

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1446 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1446/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Λ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2)Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., 4)Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6)Δ. Ι. του Γ. και 7)Γ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 6ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Ζ. χήρα Δ. Ι., θυγ. Η. Α., β)Δ. - Μ. Ι. του Δ. και γ)Η. Ι. του Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Τομέα με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βυτινιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2013 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 7429/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/10/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται [και] με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επομένως η έλλειψη της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 15.8.2018 και με αριθμό κατάθεσης 95920/147/2018 αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο του Ελένη Βυτινιώτη, που κατέθεσε προτάσεις. Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στην ως άνω δικηγόρο για την εκπροσώπηση του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη, προσκομίζεται με επίκληση ακριβές φωτοαντίγραφο του με αριθ. 289/20.9.2019 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., με το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού αποφασίζει να διορίσει ως πληρεξουσία δικηγόρο για την εκπροσώπηση του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη και υποστήριξη των δικαιωμάτων του την εν λόγω δικηγόρο Αθηνών Ελένη Βυτινιώτη.

Το έγγραφο αυτό (ως φωτοαντίγραφο) υπογράφεται από την Πρόεδρο του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου Α. Γ.. Δεν προσκομίζεται όμως συμβολαιογραφικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας προς την ως άνω δικηγόρο από την Πρόεδρο του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου αυτού ενώπιον κάθε αρχής και των Δικαστηρίων [ή τυχόν εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο άλλου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου] (άρθ. 13 παρ. 10 στοιχ.

γ του καταστατικού του αναιρεσίβλητου) ή, άλλως, έγγραφο αυτής [αυτού] που να φέρει απαραιτήτως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής της [του] από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών ή από άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, με το οποίο, και σε εκτέλεση της ανωτέρω από 20.9.2019 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, να παρέχεται πληρεξουσιότητα στην πιο πάνω δικηγόρο για την εκπροσώπηση του αναιρεσίβλητου κατά τη συζήτηση της αναιρετικής δίκης, που συνιστούν κατά νόμο τον αναγκαίο τύπο παροχής πληρεξουσιότητας του διαδίκου προς τον δικηγόρο του ενώπιον του Αρείου Πάγου επί εργατικών διαφορών (άρθ. 96 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει).

Ούτε άλλωστε η ως άνω Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτού, εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προκειμένου με προφορική της δήλωση καταχωρουμένη στα πρακτικά να διορίσει ως πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την πιο πάνω δικηγόρο. Κατά συνέπεια δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στην πιο πάνω δικηγόρο από το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με συνέπεια το τελευταίο να θεωρείται δικονομικά απόν.

Από δε την προσκομιζόμενη υπ' αριθμό ...41/13.2.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 15.8.2018 και με αριθμό κατάθεσης 95920/147/2018 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας (24.9.2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. (άρθ. 126 παρ. 1 στοιχ.

δ και 129 παρ.1 του ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, για την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της στο πινάκιο, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα χωρήσει κατά το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ σαν να ήταν αυτό παρόν.

Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει δε να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στην περίπτωση αυτή, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και κατά συνέπεια αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1681/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο έκτος (6ος) των αναιρεσειόντων Ι. Δ. του Γ. αποβίωσε στις 26 Δεκεμβρίου 2015 (βλ. με αριθ. ...83/2/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου ...), ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 15 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ. 95920/147/16.10.2018 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη αναφορικά με τον έκτο των αναιρεσειόντων Ι. Δ. του Γ., λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της. Η κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά ότι ο διάδικος αυτός έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού, σύζυγος και τέκνα, αλλά και η εκ μέρους των εν λόγω κληρονόμων του ως άνω θανόντος και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, δυνάμει του με αριθμό ...95/23.9.2019 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μ.

Φ. Π., για την παράσταση αυτού κατά τη συζήτηση αυτής κατά την ορισθείσα ή μετ' αναβολή δικάσιμο και για την έγκριση των γενομένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους διαδικαστικών πράξεων, δεν ασκούν έννομη επιρροή, ούτε καθιστούν έγκυρη την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη, λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ως άνω διαδίκου.

Με την ένδικη από 15 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 95920/147/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ.7429/10.7.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 84/20.1.2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 2.11.2015 και με αριθ. κατάθ. 2261/3.11.2015 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από 5.12.2013 και με αριθ.

κατάθ. 1865/10.12.2013 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά την κύρια αυτής βάση, είχε επιδικάσει στον καθένα από αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως διαφορές στο καταβληθέν σε αυτούς από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο εφ' άπαξ βοήθημα, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές αυτών για την εύρεση του πιο πάνω βοηθήματος του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους και ειδικότερα των αποδοχών τους από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και από την παροχή υπερωριακής και υπερεργασιακής εργασίας.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση του ως αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση. Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση περί καταβολής των πιο πάνω διαφορών με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ως αόριστη και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος εκείνου του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν η επικαλούμενη με αυτόν έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης αφορά την ερμηνεία διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί τούτου ουσιαστικές ρυθμίσεις καταστατικού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι τα αλληλοβοηθητικά ταμεία πρόνοιας των εργαζομένων σε Τράπεζες.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις αυτές φέρουν κανονιστικό και όχι συμβατικό χαρακτήρα καθότι: α) εκδίδονται στο πλαίσιο ειδικής νομοθετικής ρύθμισης της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) που προέβλεψε την μετατροπή σε Ν.Π.Ι.Δ. υφισταμένων ταμείων ασφάλισης λειτουργούντων ως Ν.Π.Δ.Δ.

ή κλάδων αυτών, με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, β) το καταστατικό τους, όπου περιλαμβάνονται και οι σχετικές ρυθμίσεις για την καταβολή παροχών, εγκρίνεται με την ίδια ΚΥΑ, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης [όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη με το αναιρεσίβλητο κατά την μετατροπή σε Ν.Π.Ι.Δ.

του υφιστάμενου κλάδου πρόνοιας του .... με την υπ' αριθ. Φ 80000/2358/1107/31.12.2003 ΚΥΑ, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β'2/7.1.2004] και, αφού προηγηθεί αναλογιστική μελέτη για την εξασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας του Ταμείου, γ) οι σχετικές ουσιαστικές ρυθμίσεις του Καταστατικού έχουν επιτακτικό χαρακτήρα, αφού συμπληρώνουν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας και ισχύουν ex lege για όλο το προσωπικό που υπάγεται (υποχρεωτικά) στην ασφάλιση του Ταμείου, ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψης αυτού, δ) σκοπός αυτών είναι η χορήγηση συγκεκριμένων παροχών, όπως εφάπαξ βοηθήματα, με βάση ομοιόμορφους κανόνες που εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων και επιτρέπουν παράλληλα την διατήρηση της βιωσιμότητας του Ταμείου (πρβλ.

ΟλΑΠ 5/2011, επί του συναφούς θέματος των Κανονισμών Εργασίας του Ν.Δ/τος 3789/1957). Στην περίπτωση αυτή οι τυχόν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του οικείας διάταξης μπορεί να ελεγχθούν αναιρετικά στο πλαίσιο λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό αυτής αιτιολογία του λόγου για τον οποίο εξαίρεσε από την έννοια των τακτικών αποδοχών, ως συντελεστή των συντάξιμων αποδοχών βάσει των οποίων υπολογίζεται το οφειλόμενο σε αυτούς εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.

Ι περ. (α) του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, τις καταβαλλόμενες κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο προσαυξήσεις για την παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και απασχόλησης κατά τη διάρκεια Κυριακών, παρά τα όσα αντιθέτως έχουν γίνει δεκτά ως προς την έννοια των τακτικών αποδοχών με την με αριθ. 5/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προέβη σε ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις αυτού, απέρριψε ως [νομικά] αβάσιμη την αγωγή, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και να προβεί στην διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι η επικαλούμενη με αυτόν αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας κατά την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις επιτρέπεται μόνο (και) όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία κατά περιεχόμενο είναι κατά λέξη ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Τέλος προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το αναιρεσίβλητο Ταμείο δεν προέβαλλε πρωτοδίκως ισχυρισμό ότι οι αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από την τακτικά και μόνιμα παρεχομένη από αυτούς υπερωριακή απασχόληση και νυκτερινή εργασία δεν περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές αυτών (βάσει των οποίων υπολογίζονται οι συντάξιμες αποδοχές των για την εύρεση του εφ' άπαξ βοηθήματος, κατά το άρθρο 17 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου), αλλά το πρώτο αμφισβήτησε την ιδιότητα αυτών ως τακτικών αποδοχών με την έφεσή του, με συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε για πρώτη φορά απαραδέκτως στο Εφετείο κατά παράβαση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι (άρθ. 269 και 527 του ΚΠολΔ), υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου Ταμείου, ως εναγομένου, ότι οι αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από την τακτικά και μόνιμα παρεχομένη υπερωριακή απασχόληση και νυκτερινή εργασία αυτών δεν περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές αυτών, ως στοιχείου των συντάξιμων αποδοχών κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του Καταστατικού του, δεν συνιστά "πράγμα", αλλά άρνηση της νομικής βάσης της υποστηρίζουσας το αντίθετο αγωγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι α) ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ο οποίος ιδρύεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο απέρριψε αγωγή ή βάση αυτής ως αόριστη (ποσοτικά ή ποιοτικά), ενώ αυτή περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ ορισμένο αυτής (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011), ή β) ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο μη λήψης υπ' όψη αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη (ποσοτικά) την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση της καταβολής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες των πιο πάνω διαφορών στο εφ' άπαξ βοήθημα, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, στους εκεί αναφερομένους πέντε συναδέλφους τους και σε άλλους πενήντα (μη κατονομαζόμενους) συναδέλφους τους, με τους οποίους υπηρετούσαν στην ίδια υπηρεσία, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο συνυπολόγισε στις συντάξιμες αποδοχές τους και τις μηνιαίες αποδοχές των από την παροχή νυκτερινής και υπερωριακής εργασίας και τους κατέβαλλε συμπληρωματικό εφ' άπαξ βοήθημα, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι "ουδόλως προσδιορίζουν [ενν. στην αγωγή] τα ειδικότερα στοιχεία με βάση τα οποία οι εν λόγω συνάδελφοί τους έλαβαν συμπληρωματικό εφάπαξ και δη το χρόνο απασχόλησης, συνταξιοδότησης, ειδικότητα κλπ". Διέλαβε δε επί πλέον επάλληλη σκέψη ότι: "Σε κάθε περίπτωση η αγωγή ως προς την εν λόγω βάση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, αφού οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν κανένα έγγραφο, ούτε άλλο μέσο προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού τους".

Με τον τρίτο και υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι παρά το νόμο και χωρίς αιτιολογία απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής τους, η οποία περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής, αφού στο οικείο δικόγραφο διαλαμβάνονταν τα ονόματα των πέντε συναδέλφων τους και μνεία του ότι υπηρετούσαν στην ίδια υπηρεσία.

Περαιτέρω με τον τέταρτο και υπό την επίκληση και πάλι του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε με επάλληλη σκέψη ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής τους, αφού δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου ότι στους ως άνω πέντε συναδέλφους των το εναγόμενο Ταμείο προέβη στο συνυπολογισμό των αποδοχών τους για νυκτερινή και υπερωριακή απασχόληση προς εύρεση του οφειλομένου εφ' άπαξ βοηθήματος αυτών, ενόψει του ότι αυτό δεν αρνήθηκε ειδικά τον πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό.

Οι επικαλούμενες όμως στους λόγους αυτούς αναιρετικές πλημμέλειες αφορούν κατά το περιεχόμενό αυτών τους αναιρετικούς λόγους της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου σχετικά με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως (ποσοτικά) αόριστης και της παρά το νόμο μη λήψης υπ' όψη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα δικαστικής ομολογίας σχετικά με την απόρριψη με επάλληλη αιτιολογία της επικουρικής βάσης της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμης, περί των οποίων προβλέπουν αντίστοιχα οι ρυθμίσεις του αριθμού 14 και του αριθμού 11 στοιχ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση. Εξ άλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν η ανεπάρκεια της αιτιολογίας αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη.

Κατά συνέπεια η περαιτέρω αιτίαση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης της έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής ως αόριστης, είναι κατά το σκέλος αυτό απορριπτέα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι αφορούν αιτιάσεις για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ταμείου δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2018 και με αριθ. κατάθ. 95920/147/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 7429/10.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ