Legislator Case Law & Legislation
1446/2018 AI generated

1446/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1446/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1446/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη.

Keywords

AI generated
parents' pension old-age pension for couples child benefit eligibility marital standard of living single-parent family spouse's earned income
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1446 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1446/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Φ. και 2) Φ. συζ. Γ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φωτιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου των: α. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη - Έλλη Γιαβή, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 5ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-1-2013 και 25-1-2013 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις, κύρια παρέμβαση, της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 παρ. 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1486/2014).

Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη.

Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 901/2013, ΑΠ 617/2014).

Τέλος, κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ). Κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001, ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-8-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 33/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και η υπ' αριθμ. 101/2017 οριστική απόφαση του ως εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 101/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, έγινε δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-8-2015 (αρ. κατ. 39/2015) έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, μετά την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην απόφαση του, ως εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και εκ του λόγου αυτού η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται απαράδεκτα και κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Εκτός τούτου όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί μόνο στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 1-9-2017 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 3/2017. Επομένως και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) και αυτεπαγγέλτως, διότι δεν έχει κατατεθεί και στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 566 αρ. 2 σε συνδ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Αντιθέτως όμως, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 101/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης-προσβαλλόμενη απόφαση. Επισημαίνεται επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί ερήμην της 4ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...

ΑΕ και της 6ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ..., στην από 23-4-2015 (αρ. κατ. 21/2015) έφεση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ και ερήμην της 3ης και 4ης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία ... ΑΕ και ... ΑΕ, στην από 11-5-2015 (αρ. κατ. 27/2015) έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ.

Οι εφέσεις αυτές είχαν συνεκδικαστεί με την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων. Οι ανωτέρω ερημοδικασθέντες εφεσίβλητοι είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην κατ' έφεση δίκη και δικάστηκαν, σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ). Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010 δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά απόφασης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του ανωτέρω νόμου και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την Αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων.

Κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στον δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.

Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 1047/2010, ΑΠ 1261/ 2004, ΑΠ 238/1977). Ειδικότερα, η εγγύηση διαπλάστηκε ως θεσμός με χαρακτήρα αλτρουιστικό υπέρ του πρωτοφειλέτη και, σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη, ο εγγυητής αναλαμβάνει την εξασφάλιση και ενίσχυση μιας ξένης οφειλής αφιλοκερδώς, εκκινώντας από κάποια κοινωνική ή ηθική επιταγή, Το γεγονός αυτό επιβάλλει στο νομοθέτη τη φροντίδα για αυξημένη προστασία του εγγυητή, η οποία συνίσταται στη διαμόρφωση της ενοχής του ως ενοχής με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα απέναντι στον πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1500/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1.../2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 462/2017), οι αναιρεσείοντες - σύζυγοι - αιτούντες την υπαγωγή τους στον Ν. 3869/2010, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Επισημαίνεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αρκούντως ορισμένος, απορριπτομένων των ενάντιων ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, διότι, αν και στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα η παραβιασθείσα ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, το πραγματικό της, περιγράφεται κατά τρόπο, που δεν επιδέχεται αμφιβολία και, παράλληλα, αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο 1ος αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 22-1-2013 (αρ.

κατ. 35/2013) αίτηση και η 2η αναιρεσείουσα, σύζυγός του, την από 25-1-2013 (αρ. κατ. 33/2013) αίτηση, με τις οποίες επικαλούμενοι αμφότεροι, ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών προς τις καθών οι αιτήσεις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στις αιτήσεις τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της εννεαμελούς οικογένειας αυτών.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ήδη 4η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, με την ιδιότητά της ως διάδοχος της 4ης και 5ης των καθών η αίτηση του 1ου αναιρεσείοντα πιστωτριών τραπεζών με την επωνυμία ... και ... άσκησε με τις από 10-2-2015 κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις της, παραδεκτά κατ' άρθρ. 79, 741 και 752 ΚΠολΔ, κυρία παρέμβαση, ενώ όλες οι καθών οι αιτήσεις πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν επίσης, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους.

Επί των ένδικων αιτήσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες αιτήσεις των αναιρεσειόντων, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων συζύγων, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση τα ακίνητα και κινητά που επίσης αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας των αναιρεσειόντων - αιτούντων συζύγων.

Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 27-8-2015 (αρ. κατ. 39/2015) έφεσή τους, η Τράπεζα Πειραιώς και ήδη 4η αναιρεσίβλητη την από 23-4-2015 (αρ. κατ. 21/2015) έφεση και το ΤΠΔ και ήδη 5ο αναιρεσίβλητο την από 11-5-2015 (αρ. κατ. 27/2015) έφεση, καθώς και τους από 2-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, με τις προτάσεις του, κατ' άρθρ. 764 ΚΠολΔ.

Οι εκκαλούσες τράπεζες επανέφεραν με λόγο έφεσης την ένσταση δόλου, που είχαν προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Οι ανωτέρω τρεις εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά όλες τις εφέσεις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων συζύγων, κατά ουσιαστική παραδοχή των εφέσεων των πιστωτριών τραπεζών και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε τις δύο αιτήσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες με την κατάγνωση σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κρίνοντας ειδικότερα, ότι, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, οι αιτούντες - σύζυγοι προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλών τους ενόψει της επικείμενης συνταξιοδότησης αυτών και της εξαιτίας αυτής μείωσης των εισοδημάτων τους και εντούτοις αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Πιο συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από την επανεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων η ανώμοτη εξέταση της δεύτερης αιτούσας που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος αιτών είναι ηλικίας 64 ετών και από τον γάμο του με την δεύτερη αιτούσα, ηλικίας 58 ετών, έχουν αποκτήσει επτά τέκνα, ήδη ενήλικα, από τα οποία τα τρία είναι παντρεμένα (σύμφωνα με το υπ' αριθμό 13615/21.2.2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Ο αιτών είναι συνταξιούχος αναπηρίας (σύμφωνα με το φύλλο γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ποσοστού 76% από 1.8.2014 έως 31.7.2016 του ΙΚΑ) και λαμβάνει κύρια σύνταξη ύψους 1.494,93 ευρώ (σύμφωνα με το αντίγραφο ενημερωτικού σημειώματος συντάξεων από 26.2.2010 σε συνδυασμό με το ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων Φεβρουαρίου 2015) και επικουρική σύνταξη ύψους 255,41 ευρώ, δηλαδή συνολικά λαμβάνει 1.750,34 ευρώ κάθε μήνα.

Η σύζυγός του λαμβάνει σύνταξη γήρατος ύψους 815 ευρώ (σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του 2014 με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 9.781 ευρώ σε συνδυασμό με όσα δήλωσε και στην αίτησή της). Επομένως, το συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των 2.565,34 ευρώ. Τα προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα και με τα εκκαθαριστικά τους σημειώματα, τα εισοδήματα των αιτούντων ήταν υψηλότερα.

Ειδικότερα, το οικονομικό έτος 2008 το εισόδημα του πρώτου ανήλθε στο ποσό των 30.954,81 ευρώ και της δεύτερης στο ποσό των 18.631,01 ευρώ (σύμφωνα με το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα του αντίστοιχου οικονομικού έτους), το 2009 στο ποσό των 32.230,89 ευρώ και 19.356,19 ευρώ αντίστοιχα (κατά τα εκκαθαριστικά του αντίστοιχου οικονομικού έτους).

Ωστόσο, από το έτος 2010 παρουσιάστηκαν αυξομειώσεις στα εισοδήματά τους (κατά τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2010 ως και 2014) όπου το δηλωθέν ετήσιο εισόδημά τους μειώθηκε στο ποσό των 27.421 ευρώ και 7.453,85 ευρώ αντίστοιχα, στη συνέχεια ανήλθε στο ποσό των 37.799,95 ευρώ και 9.137,47 ευρώ αντίστοιχα, μετέπειτα μειώθηκε στο ποσό των 31.256,44 ευρώ και 8.942,16 ευρώ αντίστοιχα, στο ποσό των 17.071,32 ευρώ και 7.443,96 ευρώ αντίστοιχα και τέλος το 2014 τα εισοδήματά τους ανήλθαν στο ποσό των 22.484,81 ευρώ και 9.781,56 ευρώ αντίστοιχα.

Αξιοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο των αιτούντων που θα μπορούσε να εκποιηθεί και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα, είναι το δικαίωμα κυριότητας ποσοστού εξ αδιαιρέτου 60% για τον αιτούντα και 40% εξ αδιαιρέτου για την αιτούσα μίας διώροφης μονοκατοικίας, αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 208,87 τ.μ. (σύμφωνα με τα προσαγόμενα Ε9 των αιτούντων) της οποίας την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση ζήτησαν, επικαλούμενοι ότι χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους.

Η αντικειμενική αξία της ανέρχεται στο ποσό των 41.958 ευρώ για το ισόγειο και 46.579,20 για τον πρώτο όροφο, δηλαδή συνολικά 88.537,72 ευρώ (σύμφωνα με τα έντυπα Κ2 υπολογισμού αξίας κτισμάτων με αντικειμενικά στοιχεία). Είναι ακόμη συγκύριοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας, οικοπέδου εμβαδού 457,06 τ.μ. στο οποίο έχει ανεγερθεί η παραπάνω οικία και το οποίο ποσοστό αποτιμάται στο ποσό των 422,78 ευρώ, δηλαδή συνολικά 845,56 ευρώ (κατά το εκκαθαριστικό ΕΝΦΙΑ 2014).

Η αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Επιπλέον, η αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητά της αγρό εμβαδού 3.000 τ.μ. στην ... και αγρό εμβαδού 2.000 τ.μ. στον ..., ενώ έχει και την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 25% σε έναν αγρό στην ... 6.000 τ.μ.

και κατά ποσοστό 25% σε έναν αγρό στη ... 6.000 τ.μ. (βλ. Ε9 της συζύγου - αιτούσας). Τα ακίνητα αυτά όμως δεδομένου του ότι είναι αγροτεμάχια για τα οποία δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση, ενώ σε δύο από αυτά η απούσα έχει ποσοστό πλήρους κυριότητας και στο τρίτο από αυτά υπάρχει προσημείωση υποθήκης, η εκποίησή τους είναι δυσχερής.

Περαιτέρω, ο αιτών είναι κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητου, εργοστασίου κατασκευής Fiat μοντέλου ..., 1600 κυβικών με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1997 (κατά την υπ' ...392 άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου), του οποίου η εμπορική αξία του εκτιμάται στο ποσό των 1.500 ευρώ και η παλαιότητά του δεν το καθιστά πρόσφορο προς εκποίηση.

Αντίθετα, το με αριθμό κυκλοφορίας ...34 αναφερόμενο ως "πολυτεκνικό" αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, που είχαν δηλώσει στην αίτησή τους οι αιτούντες, φέρεται ότι έχει πωληθεί και μεταβιβασθεί στον Χ. Κ. (το οποίο όμως προέκυψε μόνο από την από 15.1.2014 υπεύθυνη δήλωση αυτού). Οι αιτούντες ανέλαβαν τις ακόλουθες υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών τους. [Α] Ο πρώτος 1) με την πρώτη εκ των καθ' ων, τραπεζική εταιρία "...

ΑΕ" κατάρτισε την με αριθμό ...1115440 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 103.615,56 ευρώ (κατά το αντίγραφο της από 1.3.2012 αναλυτικής κατάστασης οφειλών της καθ' ης). Η απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Β' τάξης, η οποία έχει εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 225, α/α 63) επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος. 2) Με τη δεύτερη των καθ' ων, "...

ΑΕ" καταρτίσθηκε α) η με αριθμό ...807 σύμβαση δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 46.183,79 ευρώ, β) η με αριθμό ...920 σύμβαση δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 24.961,02 ευρώ, γ) η με αριθμό ...9920 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα 69.728,22 και δ) η με αριθμό ...920 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους, ποσού 29.810,81 ευρώ (σύμφωνα με το αντίγραφο της από 7.2.2012 κατάστασης οφειλών της καθ' ης). 3) Με την τρίτη των καθ' ων "..." καταρτίσθηκε η με αριθμό ...898554 σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ποσού κατά κεφάλαιο 29.815,68 ευρώ (σύμφωνα με το αντίγραφο της από 1.3.2012 κατάστασης οφειλών της καθ' ης). 4) Με τη "..." καταρτίσθηκε η με αριθμό ...-000, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 7.261,98 ευρώ (κατά το αντίγραφο της από 2.3.2012 κατάστασης οφειλών της ως άνω καθ' ης). 5) Με τη "..." καταρτίσθηκε α) η με αριθμό ...00092 σύμβαση, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 5.394,53 ευρώ, β) η με αριθμό ...2400115 σύμβαση, ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα 59.138,23 ευρώ και γ) η με αριθμό ...700064 σύμβαση, ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα 37.217,51 ευρώ (βλ.

προσαγόμενο αντίγραφο της από 2.03.2012 κατάστασης οφειλών της ως άνω καθ' ης). 6) Με το "ΤΑΜElΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" καταρτίσθηκαν: α) η με αριθμό λογαριασμού ...506 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο 13.185,80 ευρώ, β) η με αριθμό λογαριασμού ...70 σύμβαση επισκευών, ποσού κατά κεφάλαιο 25.342,26 ευρώ και γ) η με αριθμό λογαριασμού ...44 σύμβαση μικροεπισκευών, ποσού κατά κεφάλαιο 4.265,10 ευρώ (βλ.

προσαγόμενο αντίγραφο του από 13.11.2014 τοκοχρεωλυτικού πίνακα του ως άνω καθ' ου). Οι αναφερόμενες απαιτήσεις των καθ' ων είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης Α' τάξης, οι οποίες έχουν εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 165, α/α 71) επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, με βάση τα όσα αναφέρει στην αίτησή του.

Όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών του αιτούντος από τις τράπεζες. Το σύνολο λοιπόν της οφειλής του αιτούντος σε όλες τις πιστώτριες τράπεζες, ανέρχεται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στο συνολικό ποσό των 455.980,49 ευρώ. [Β] Η δεύτερη αιτούσα 1) με την πρώτη των καθ' ων "...

ΑΕ" κατάρτισε τη με αριθμό ...1115440 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 103.615,56 ευρώ (σύμφωνα με το αντίγραφο της από 1.3.2012 αναλυτικής κατάστασης οφειλών της καθ' ης). 2) Με τη δεύτερη των καθ' ων "..." κατάρτισε σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 28.744,01 ευρώ (κατά την από 10.4.2013 βεβαίωση οφειλών της καθ' ης).

Η απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Α' τάξης επί του με αριθμό ..2 αγροτεμαχίου, έκτασης 2.000 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ...ς ... και έχει εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 297, α/α 40), με βάση τα όσα αναφέρει η αιτούσα στην αίτησή της. 3) Με το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατάρτισε:

α) τη με αριθμό λογαριασμού ...507 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού κατά κεφάλαιο 13.185,80 ευρώ, β) τη με αριθμό λογαριασμού ...71 σύμβαση επισκευών, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 22.723,06 ευρώ και γ) τη με αριθμό λογαριασμού ...45 σύμβαση μικροεπισκευών, ποσού κατά κεφάλαιο 4.265,10 ευρώ (βλ. προσαγόμενο αντίγραφο του από 13.11.2014 τοκοχρεωλυτικού πίνακα του ως άνω καθ' ου).

Οι παραπάνω απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης Α' τάξης, οι οποίες έχουν εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 165, α/α 71) επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας, με βάση τα όσα δηλώνει στην αίτησή της. Όλα τα προαναφερόμενα ποσά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από τις τράπεζες.

Το σύνολο της οφειλής της σε όλες τις πιστώτριες τράπεζες ανέρχεται κατά κεφάλαιο και τόκους στο συνολικό ποσό των 172.533,42 ευρώ. Από όσα προεκτέθηκαν κρίνεται ότι οι αιτούντες προέβησαν σε ανάληψη δανείων σημαντικού ύψους και κατά συνέπεια καρπώθηκαν τα οφέλη από την υπερχρέωση στην οποία περιήλθαν, με την απόκτηση κινητών και ακινήτων, ενώ γνώριζαν κατά την ανάληψη των χρεών ότι, ακόμη και με την κατάσταση που βρίσκονταν και τις συνθήκες που κατά τη χρονική στιγμή του δανεισμού επικρατούσαν, που κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν πολύ ευνοϊκότερες, και αν αυτές διατηρούνταν, θα ήταν αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους και η ικανοποίηση των πιστωτών τους.

Ειδικότερα, όπως ήδη λέχθηκε, το συνολικό εισόδημα των αιτούντων κατά το χρονικό σημείο της κρινόμενης αίτησης ανερχόταν στο μηνιαίο συνολικό ποσό των (1.494,93 + 815 =) 2.565,34 ευρώ, ενώ κατά το προγενέστερο (ευνοϊκότερο γι' αυτούς) διάστημα αντιστοιχούσε για το έτος 2008 σε (30.954,81 + 18.631,01 = 49.585,82/12) 4.132,15 και για το 2009 σε (32.230,19 + 19.356,19 = 49.585,82/12) 4.298,86 ευρώ.

Όμως οι αιτούντες, λόγω της ηλικίας τους (κατά τον χρόνο ανάληψης των χρεών τους), γνώριζαν ότι επίκειται η συνταξιοδότησή τους και συνεπώς αναμενόταν η μείωση των εισοδημάτων τους. Επιπλέον, γνώριζαν ότι τα χρήματα που δανείστηκαν δεν προορίζονταν για εμπορική δραστηριότητα ή έστω άλλου είδους εκμετάλλευσή τους, αλλά για καταναλωτικούς σκοπούς και μόνο.

Ενδεικτικό του συμπεράσματος αυτού είναι ότι η ακίνητη περιουσία τους, δηλαδή οι αγροί που περιγράφηκαν, σύμφωνα με όσα οι ίδιοι υποστηρίζουν, παρέμειναν ανεκμετάλλευτοι και απρόσοδοι και πλέον απρόσφοροι για εκποίηση, ενώ σημαντικό μέρος των χρεών τους φέρεται πως αφορούσε στεγαστικά και επισκευαστικά δάνεια για την κύρια κατοικία τους, το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αξία αυτής κατέληξε να μην αντιστοιχεί στα εισοδήματά τους.

Ο αναφερόμενος υπερδανεισμός των αιτούντων δεν αιτιολογείται ούτε από τους ισχυρισμούς τους ότι διέθεσαν και εξακολουθούν να διαθέτουν τα εισοδήματά τους για την διαβίωση των (7) τέκνων τους, καθώς κατά τον μεν χρόνο ανάληψης των δανείων (κατά τον οποίο τα εισοδήματά τους ήταν μεγαλύτερα, ενδεικτικά τα ως άνω έτη 2008 και 2009), τα τέκνα των αιτούντων ήταν ανήλικα επομένως γνώριζαν αυτοί ότι μέρος των εισοδημάτων τους θα αναλωθεί στη φροντίδα τους και όχι στην αποπληρωμή των χρεών τους, ενώ κατά την παρούσα στιγμή της επικαλούμενης οικονομικής τους αδυναμίας, τα τέκνα τους δεν αποδείχθηκε πως τους επιβαρύνουν με τη φροντίδα τους, καθώς είναι όλα ενήλικα και ικανά προς εργασία (δεν επικαλέστηκαν την αδυναμία κανενός από αυτά, ούτε και αποδείχθηκε βέβαια αν απασχολούνται ή όχι) και τρία από τα παραπάνω είναι έγγαμα (όπως οι ίδιοι αναφέρουν), δηλαδή έχουν δική τους οικογένεια.

Εξάλλου, οι αιτούντες κάνουν λόγο για αλλεπάλληλο δανεισμό τους με επαχθείς όρους, δίχως όμως να αιτιολογούν και να αποδεικνύουν την αναγκαιότητα των ενεργειών τους αυτών, ενώ ακόμη και η κατά το παρελθόν πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων επιθετικής προώθησης των προϊόντων τους δεν μπορεί να υποτεθεί πως στοιχειοθέτησε εξαναγκασμό τους, αφού η τελική απόφαση και ευθύνη σύναψης των δανείων ανήκε σε αυτούς ως δανειζόμενους.

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν το εισόδημα των αιτούντων δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων όταν τις αναλάμβαναν και προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό. Επομένως καθίσταται σαφές ότι ευθύνονται οι ίδιοι για την περιέλευσή τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η οποία υπήρχε ήδη από το χρόνο ανάληψης των υποχρεώσεών τους.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο ν. 3869/2010 είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι όπως προκύπτει από το σύνολο της δικογραφίας, καθίσταται προφανές ότι από δόλο περιήλθαν στην ανωτέρω κατάσταση, αφού γνώριζαν cm η ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων είχε κατά πάσα πιθανότητα ως συνέπεια τη μη δυνατότητα αποπληρωμής.

Αποδέχτηκαν επομένως το ενδεχόμενο να δυσκολευτούν ως προς την αποπληρωμή των χρεών τους, αφού δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άνευ ετέρου και ομαλά εξελισσόμενη αποπληρωμή, και η υπαιτιότητά τους αυτή είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, δηλαδή προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, ενώ ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογούσε την πίστη τους ότι το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε ν' αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή τους.

Έτσι, οι αιτούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο να περιέλθουν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην κατάρτιση των δανείων αψηφώντας τις συνέπειες. Επομένως, η εκκαλουμένη που δέχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 (όπως η τελευταία συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4161/2013) και προέβη στη ρύθμιση των χρεών τους έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού".

Κρίνοντας έτσι το, ως εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - συζύγων στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι αυτοί, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, είχαν προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους και αποδέχθηκαν τούτο, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσής τους από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Πιο συγκεκριμένα το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: Α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβαν οι αιτούντες σύζυγοι και ήδη αναιρεσείοντες, είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές, το οποίο για μεν τον 1ο αναιρεσείοντα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 455.980,49 ευρώ και για την 2η αναιρεσείουσα σε 172.533,42 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 628.513,91 ευρώ.

Β) Το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων συζύγων, κατά τα οικονομικά έτη 2008 έως 2014. Γ) Την ηλικία των αναιρεσειόντων (64 και 58 ετών αντίστοιχα) και ότι ο μεν 1ος αναιρεσείων είναι ήδη συνταξιούχος αναπηρίας από 1-8-2014, ενώ ότι η 2η αναιρεσείουσα είναι επίσης συνταξιούχος γήρατος από το έτος 2014. Δ) Ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να είναι δυσχερής η αποπληρωμή των χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες ενόψει της επικείμενης συνταξιοδότησής τους και την εξαιτίας αυτής μείωση των εισοδημάτων τους και τέλος Ε) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν μετά την επικείμενη συνταξιοδότησή τους.

Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες ειδικότερα διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1) δεν αναφέρει το χρόνο κατάρτισης και το βαθμό εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων έως την υποβολή των αιτήσεων αυτών για να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ενόψει του ισχυρισμού τους, ότι ορισμένα δάνεια τα εξυπηρετούσαν κανονικά, 2) ότι δεν προσδιορίζει τα κινητά και τα ακίνητα, που κατά τις παραδοχές καρπώθηκαν οι αναιρεσείοντες από τον υπερδανεισμό τους, 3) ότι δεν εκθέτει τις συνέπειες, που επέφερε στην αύξηση των οικογενειακών τους δαπανών η ασθένεια του 1ου αναιρεσείοντα και 4) ότι δεν προσδιορίζει τις δανειακές συμβάσεις, στις οποίες είχαν συμβληθεί ως εγγυητές, αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την πληρέστερη κατά την άποψή τους ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και η οικογενειακή τους κατάσταση και ειδικότερα, η συνταξιοδότηση του 1ου τούτων λόγω αναπηρίας, η περιουσία τους, όπως και ότι μπορούσαν να προβλέψουν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο αυτό.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον ερευνώμενο 2ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/ 2009, ΑΠ 2228/2007) και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 1.../2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο συναφής 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ.

β' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με το ίδιο κεφάλαιο περί της κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί αναλυτικά και στον 2ο αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, εφόσον στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Δικαστήριο ουσίας ερεύνησε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν.

Συνεπώς και εκ του λόγου αυτού ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 845/2012). Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 31-8-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά της οριστικής υπ' αριθμ. 33/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Απορρίπτει την από 31-8-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 101/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ