1446/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1446/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως , και με δεδομένο ότι η απλή ή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, κατά την αμέσως ως άνω εκτεθείσα νομική σκέψη δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν στοιχειθετείται στην προκειμένη περίπτωση η προσαπτόμενη με τον ως άνω λόγο αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1446 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1446/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Βαλεντή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γαβριηλίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 939/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5164/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 2234/2013), ως εκ τούτου δε ισχυρισμοί μη νόμιμοι ή απαραδέκτως προταθέντες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια και κατά συνέπεια η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, όπως, επίσης, δεν αποτελεί "πράγμα" η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κλπ(ΑΠ 946/2014 Α.Π 874 2015).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο είτε έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, είτε δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε κατά την διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικό ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και όχι οι αρνήσεις αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον με αριθ. 1 λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων (ενάγων) προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι, προς αντίκρουση του αγωγικού ισχυρισμού του περί της εργασίας του κατά τις Κυριακές και των εκ της εργασίας του αυτής αξιώσεων του, αυτή έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της τελευταίας περί της δήθεν μη εργασίας του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, τον οποίο ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως ένσταση προκειμένου να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης ότι δήθεν τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ένσταση, όπως εσφαλμένα τον χαρακτηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά άρνηση της αγωγής, η οποία μάλιστα ενσωματώθηκε στη γενική άρνηση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης και περιέχεται τόσο στις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό όσο και στις προτάσεις της στο δεύτερο βαθμό, ενόψει του ότι ο αγωγικός ισχυρισμός ήταν ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργάσθηκε κατά τις Κυριακές και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και δεν προέβαλε κάποιο διαφορετικό αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που να οδηγεί στην κατάλυση των ως άνω αγωγικών αξιώσεων εκ της εργασίας του κατά τις Κυριακές.
Επομένως , και με δεδομένο ότι η απλή ή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, κατά την αμέσως ως άνω εκτεθείσα νομική σκέψη δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν στοιχειθετείται στην προκειμένη περίπτωση η προσαπτόμενη με τον ως άνω λόγο αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
2.- Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στις προτάσεις της στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό, περί της εργασίας του κατά τις Κυριακές και των εκ της εργασίας του αυτής αγωγικών αξιώσεων του, την οποία ομολογία της συνάγει από την περικοπή των προτάσεων της (σελίδα 14 των πρωτοδικών προτάσεων της 2η παράγραφος στίχοι 1-9 και σελίδα 29 των προτάσεων της στο Εφετείο 2η παράγραφος στίχοι 1 -9) που κατά λέξη αναφέρουν ότι "Τέλος οι συμβάσεις έργου που αποφασίστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο την 1-3-2011 και 8-6-2011, αφορούσαν σαφώς σε παροχή συγκεκριμένου έργου, που ήταν η παραγωγή και παρουσίαση Ιταλόφωνης εκπομπής στο πρόγραμμα "..." της επιχείρησης Αυτό προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις από το διαδικτυακό πρόγραμμα του "..." για την περίοδο ("σαιζόν") της άνοιξης και του καλοκαιριού 2011, υπό τον τίτλο "...".
Η μόνη Ιταλόφωνη εκπομπή του προγράμματος-που δεν αμφισβητείται ήταν το μόνο είδος υπηρεσιών του ενάγοντος- αναφέρεται καθημερινά, υπό τον τίτλο "...", στο ημίωρο μεταξύ 15.30 και 16.30. Είναι πρόδηλη εν προκειμένω η ύπαρξη έργου, καθώς "εξηρτημένη εργασία" μισής ώρας ημερησίως δεν νοείται. Από την άλλη πλευρά, είναι πρόδηλο ότι η παραμονή του αντιδίκου στο σταθμό όσο χρόνο και αν διαρκούσε καθημερινά, είχε ως αποκλειστικό σκοπό την προετοιμασία και παρουσίαση του παραπάνω ημιώρου μεταξύ 15.30 και 16.30 με τίτλο "..." σε συνδυασμό με την παντελή άρνηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού του περί της εργασίας του κατά τις Κυριακές και των εξ αυτής αξιώσεων του.
Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συνολικού περιεχομένου των προτάσεων της εναγομένης αναιρεσίβλητης τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας δεν μπορεί να συναχθεί από αυτές η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως άνω ομολογία της αναιρεσίβλητης, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί της παντελούς έλλειψης άρνησης της αναιρεσίβλητης του σχετικού αγωγικού του ισχυρισμού με τις προτάσεις της, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δεύτερο βαθμό, περί παροχής εργασίας του κατά τις Κυριακές είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα υπό το στοιχείο 1 της παρούσης.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν και ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης.
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ,που έχουν εφαρμογή και στην κατ’ έφεση δίκη (αρθρ. 674 παρ.2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας.
Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ.
Κ.Πολ.Δικ. με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία που αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου και έγινε η οποία και αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος τόσο κατά την τακτική όσο και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (Α.Π. 1510/2009, Α.Π. 1002/2001 Ελλ.
Δ/νη 2003, 423). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκθέτοντας ότι όφειλε να προβεί στη παραδοχή του ισχυρισμού του περί παροχής εργασίας του κατά τις Κυριακές και ως εκ τούτου να δεχθεί και την αντίστοιχη αιτούμενη χρηματική αξίωση του για την παροχή αυτή, ως πλήρη αποδεδειγμένη, με βάση την επικαλούμενη "ομολογία" της αναιρεσίβλητης με τις προτάσεις της τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό κατά τα αμέσως ως ανωτέρω υπό τον αριθμό 2 της παρούσης αναφερόμενα.
Όμως, όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω υπό τον αριθμό 2 της απόφασης αυτής δεν μπορεί να συναχθεί από την επισκόπηση του συνολικού περιεχομένου των προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας από αυτές η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως άνω ομολογία της αναιρεσίβλητης.
Έτσι το πραγματικό παράπονο του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε την επικαλούμενη ομολογία από τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ζήτημα που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο ουσιαστικό δικαστήριο του πρώτου αλλά και του δευτέρου βαθμού συναγόταν άρνηση της αγωγής και ως προς το αίτημα του ενάγοντος, για επιδίκαση αμοιβής για παροχή εργασίας του κατά τις Κυριακές και όχι ομολογία του αιτήματος αυτού, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
4.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την ίδρυση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011), ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 54/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 5164/2015 απόφαση του δέχθηκε την από 27-5-2014 με αριθμό κατάθεσης .../20-6-2014 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ’ αριθμόν 939/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 5-6-2013 αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει 79.195,12 ευρώ για αξιώσεις του και δη α) για δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς του διαστήματος από 1-3-2011 έως 9-6-2011 4.146, 17 ευρώ, β) για μη καταβληθείσα αμοιβή το για την εργασία του επί 174 Κυριακές 14.231,17 ευρώ, γ)για μη καταβληθέντα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 9-6-2011 11.972,07 ευρώ δ)για αποδοχές του διαστήματος από 10-6-2011 έως 3-11-2013 43.845,71 ευρώ και ε) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 5.000 ευρώ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο και μετά την παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 5. 383, 10 ευρώ για δώρα εορτών και επίδομα αδείας της περιόδου από 22-10- 2009 έως 10-6-2011 που δέχθηκε ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και με απλή σχέση εργασίας και απέρριψε τα υπόλοιπα κονδύλια αυτής..
Ο αναιρεσείων , για να αποδείξει την αγωγή του και τους λόγους της ως άνω έφεσης του για το κονδύλι που αφορά την εργασία του κατά τις Κυριακές, ως προς το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, μεταξύ άλλων στο Εφετείο α) κατάλογο με τις Κυριακάτικες εκπομπές που παρουσίασε στο ραδιόφωνο της αναιρεσίβλητης της επίδικης περιόδου 15-10-2009 έως 5-6-2011 συνοδευόμενη με κατάσταση των αντίστοιχων οφειλόμενων από την αναιρεσίβλητη αποδοχών του για την εργασία του της ως άνω χρονικής περιόδου συνολικού ποσού Ευρώ 7.339,86, β) τέσσερα (4) dvdτ με ενδεικτικά ζωντανές εκπομπές που παρουσίασε στο πλαίσιο της εργασίας του κατά τους ένδικους μήνες Μάρτιο 2011 έως και Ιούνιο 2011, στα οποία περιλαμβάνονται και Κυριακές, ήτοι μέχρι την ενάσκηση εκ μέρους του δικαιώματος επίσχεσης, γ) αντίγραφο του προγράμματος ραδιοφωνικών εκπομπών της αναιρεσίβλητης το οποίο ισχύει μέχρι τουλάχιστον την ημεροχρονολογία συζήτησης στον πρώτο βαθμό της αγωγής του, αναφορικά με το ξενόγλωσσο ραδιόφωνο της, και δ) τη ληφθείσα σε ανύποπτο χρόνο από 21-7-2007 επιστολή του Προϊσταμένου του κ.
Α. Α., δημοσιογράφου, που αναφέρει (ως εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης) ότι στις 15-10-2009 η σύμβαση του (του ενάγοντος) μετετράπη σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, το δε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, παρείχε την εργασία του συνεχώς, αδιαλείπτως στον καθορισμένο από την εναγόμενη τόπο, τρόπο και νόμιμο ωράριο ( 11.00 έως 17.00) επί πενθήμερο την εβδομάδα ( από Δευτέρα έως Παρασκευή), παρέχων προσέτι και υπερεργασία εργαζόμενος όλες ανεξαιρέτως τις Κυριακές.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει στο σημείο που κάνει μνεία των αποδεικτικών μέσων κατ’ είδος ότι έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων και η από 21 -7-2011 επιστολή του Α.
Α. που προσκόμισε με επίκληση ο ενάγων εκκαλών, η οποία δόθηκε πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής και όχι επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη και επομένως παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης και τα προαναφερθέντα έγγραφα.
Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Ιγ’ Κ.Πολ.Δ. αντίθετος υπό τον αριθμό 3 λόγος της αίτησης αναίρεσης , κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1056/2014), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1627/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη με τον ως άνω, υπό τον αριθμό 3 κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αμέσως παραπάνω υπό τα αλφαβητικά στοιχεία α,β,γ και δ εγγράφων με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά σε σχέση με τον αγωγικό του ισχυρισμό περί της παροχής εργασίας αυτού στην αναιρεσίβλητη και κατά τις Κυριακές.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν καθόσον, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, που κατά τη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε, αλλά συνεκτιμήθηκαν τα έγγραφα αυτά με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως σαφώς τούτο προκύπτει, τόσο από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόσπασμα, κατά το οποίο: "....
και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων και η από 21-7-2011 επιστολή του Α.
Α. του Κ., .... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.", όσο και από το σκεπτικό αυτής, όπου καθίσταται σαφές ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του κατά κύριο λόγο το περιεχόμενο όλων των συμβάσεων έργου και όλων των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων και των επί μέρους όρων κάθε τύπου σύμβασης το οποίο και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και με τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην αμέσως παραπάνω μείζονα πρόταση της παρούσης, δεν ιδρύεται ο ως άνω εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος στην κρινόμενη περίπτωση και πρέπει να απορριφθεί ως εκ τούτου ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος του ο υπό τον αριθμό 3 λόγος της αναίρεσης.
5.- Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 355/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 93/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: [Η εναγόμενη Δημοτική Επιχείρηση του Δήμου Αθηναίων με την επωνυμία "Δήμος ..." αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ), το οποίο συνεστήθη με την υπ’ αριθμ. .../1989 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 624Β/25-8-1989) και έχει ως σκοπό την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού.
Πράγματι μετά τη σύσταση και οργάνωση της λειτουργεί το ραδιοφωνικό σταθμό με το διακριτικό τίτλο "...", ο οποίος εκπέμπει στη συχνότητα των .... Στις 04-12-2003 με το υπ’ αριθμ. .../4-12-2003 έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενόψει του ότι επέκειτο η διοργάνωση των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων του 2004 στη πόλη της Αθήνας, διατέθηκε προσωρινά στην εναγόμενη και δεύτερη ραδιοφωνική συχνότητα στα ..., προκειμένου να εκπέμψει ξενόγλωσσο ραδιοφωνικό πρόγραμμα, λόγω των δύο αυτών διεθνών αγώνων που διεξάγονταν στη πόλη της Αθήνας.
Σύμφωνα με το αμέσως ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../4-12-2003 έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, η παραπάνω συχνότητα παραχωρήθηκε σε προσωρινή βάση και μόνο για την περίοδο διεξαγωγής των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων του 2004 και όπως ρητά αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, σε καμιά περίπτωση η προσωρινή αυτή διάθεση δεν επείχε θέση αδειοδότησης, αλλά αποτελούσε καθαρά συγκατάθεση για προσωρινή χρήση συχνότητας και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του προαναφερομένου συγκεκριμένου σκοπού, δεδομένου άλλωστε του ότι κατά τις διατάξεις του Ν. 2328/1995 δεν ήταν νομικά επιτρεπτό ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός να κατέχει δεύτερη συχνότητα.
Μετά την προαναφερομένη προσωρινή διάθεση συχνότητας η τότε διοίκηση της εναγομένης προέβη σε ενέργειες οργάνωσης της λειτουργίας του ξενόγλωσσου αυτού προγράμματος, στο οποίο δόθηκε ο διακριτικός τίτλος "... (... τέτοιες δε ενέργειες ήταν η υποβολή αιτήματος προς τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνιών για την παραχώρηση χώρου στο πάρκο ...
της Πάρνηθας για την εγκατάσταση κεραίας εκπομπής, το οποίο έγινε αποδεκτό, η υποβολή αιτήματος προς το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για την παροχή συγκατάθεσης στην προσωρινή χρήση της πιο πάνω συχνότητας έως 30-09-2004 και η εξασφάλιση των συνεργατών που θα λειτουργούσαν το ξενόγλωσσο πρόγραμμα για την παραγωγή του συγκεκριμένου ραδιοφωνικού προϊόντος, δηλαδή τις ξενόγλωσσες εκπομπές, για το συγκεκριμένο σκοπό και αποτέλεσμα, δηλαδή την κάλυψη των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004.
Έτσι με βάση τα ανωτέρω δεδομένα της προσωρινής αυτής παραχώρησης και χρήσης της ως άνω δεύτερης ραδιοφωνικής συχνότητας στα ..., η δημιουργία του εν λόγω δεύτερου, ήτοι ξενόγλωσσου προγράμματος, εκπεμπόμενου από τη συχνότητα αυτή, έφερε κατ’ αρχάς το χαρακτήρα αυτοτελούς, διακριτού και χρονικά περιορισμένου έργου, ήτοι μέχρι τη λήξη των ως άνω διεθνών αγώνων, που ήταν και η λήξη των αναγκών μετάδοσης και ραδιοφωνικής κάλυψης.
Μετά την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων και τη λήξη του χρόνου προσωρινής διάθεσης της άνω συχνότητας (που ήταν έως 30-09-2004), επειδή το ως άνω ξενόγλωσσο ραδιοφωνικό πρόγραμμα είχε επιτυχία και απήχηση στο ραδιοφωνικό κοινό, αποφασίστηκε από τη διοίκηση της εναγομένης η συνέχιση του στην ίδια συχνότητα και για το σκοπό αυτό αναλήφθηκαν πρωτοβουλίες νομιμοποίησης της λειτουργίας του από την τότε διοίκηση του σταθμού, πλην όμως οι αρμόδιες εποπτικές αρχές εκδήλωσαν την αντίθεση τους στη συνέχιση της εκπομπής του προγράμματος από την ανωτέρω προσωρινά παραχωρηθείσα συχνότητα και απαιτούσαν την άμεση διακοπή του.
Παρ’ όλα αυτά όμως η διοίκηση του σταθμού, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη ακροαματικότητα του ξενόγλωσσου αυτού προγράμματος, συνέχιζε τη λειτουργία του από την άνω συχνότητα των ..., παρατείνοντας έτσι την αρχικά περιορισμένη χρονική διάρκεια του άνω έργου και προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξασφαλίσει τη νομιμότητα της λειτουργίας του, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού όλες οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες επέμεναν στην άμεση διακοπή αυτού και τον οριστικό τερματισμό της λειτουργίας του, επισείοντας την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων σε βάρος της εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων της.
Έτσι τελικά τον Ιούνιο του 2010 κατασχέθηκε από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), ο πομπός μετάδοσης της εκπομπής και διακόπηκε η ραδιοφωνική λειτουργία του εν λόγω προγράμματος, ενώ και οι τελευταίες προσπάθειες της διοίκησης της εναγομένης για την εξασφάλιση της νομιμότητας λειτουργίας του απέτυχαν, αφού στις αρχές του έτους 2011, με την αρ.
πρωτ. ...13-1-2011 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) απειλήθηκε η εναγομένη με πρόστιμο 19.000 ευρώ σε περίπτωση ραδιοφωνικής επαναλειτουργίας του ως άνω προγράμματος του "... από την εν λόγω συχνότητα .... Μετά και την τελευταία αυτή απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ. η εναγόμενη έπαυσε οριστικά κάθε προσπάθεια της για τη νομιμοποίηση λειτουργίας του άνω ξενόγλωσσου προγράμματος στην ανωτέρω ραδιοφωνική συχνότητα των ...
και αυτό συνεχίστηκε πλέον αποκλειστικά ως διαδικτυακό ραδιοφωνικό πρόγραμμα, αφού δεν απαιτείτο προς τούτο σχετική άδεια, όπως ήδη από το Σεπτέμβριο του 2010 είχε αρχίσει διαδικτυακά να λειτουργεί, οπότε ήταν προσιτό μόνο στους χρήστες του διαδικτύου, οι οποίοι το επέλεγαν μέσα από την ιστοσελίδα του "...".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το προαναφερόμενο αρχικά περιορισμένης χρονικής διάρκειας έργο παρατάθηκε όλο αυτό το παραπάνω χρονικό διάστημα και ακολούθως εξελίχθηκε μόνο σε διαδικτυακό. Στα πλαίσια έναρξης και λειτουργίας του άνω ξενόγλωσσου ραδιοφωνικού προγράμματος η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, σύναψε με τον ενάγοντα αρχικά την από 1-6-2004 έγγραφη σύμβαση, που επιγραφόταν ως "σύμβαση έργου" διάρκειας για το χρονικό διάστημα από 1- 6-2004 έως30-9-2004, όση δηλαδή ήταν η χρονική διάρκεια προσωρινής διάθεσης της άνω ραδιοφωνικής συχνότητας στα ..., με βάση την οποία αυτή σύμβαση, του ανέθεσε το έργο της σύνταξης και εκφώνησης δελτίων ειδήσεων στην Ιταλική γλώσσα στην ξενόγλωσση συχνότητα του Αθήνα ....
Μετά τη λήξη της εν λόγω πρώτης έγγραφης "σύμβασης έργου", και εν όψει της απόφασης της διοίκησης της εναγομένης να συνεχίσει και μετά το πέρας των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων, τη λειτουργία του άνω ξενόγλωσσου προγράμματος και ενόσω διαρκούσε η ανωτέρω συνεχής και μακροχρόνια προσπάθεια αυτής για τη νομιμοποίηση της λειτουργίας του εν λόγω προγράμματος στην ίδια συχνότητα (...), με όχι όμως θετικές ενδείξεις προς τούτο και αβέβαιο αποτέλεσμα, οι διάδικοι κατάρτισαν μεταξύ τους στη συνέχεια άλλες δέκα (10) διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες επίσης επιγράφονταν ως "συμβάσεις έργου" και στις οποίες το ανατιθέμενο στον ενάγοντα έργο ήταν πάντα η "... ...".
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στην αρχική από 1-6-2004 έγγραφη σύμβαση δεν έγινε περιγραφή του ανατιθέμενου στον ενάγοντα έργου, πλην όμως αυτό ήταν, όπως αποδείχθηκε, ακριβώς το ίδιο, όπως ανωτέρω περιγράφηκε ρητά σε όλες τις υπόλοιπες δέκα (10) έγγραφες "συμβάσεις έργου", που σύναψαν μεταξύ τους οι διάδικοι.
Ειδικότερα, μετά την πρώτη ανωτέρω από 1-6-200Λ "σύμβαση έργου", καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων οι από 24-11-2004, από 5-4-2005, 11-11-2005, 31-8-2006, 2-4-2007, 24-10-2007, 30-6-2008, 28-11-2008, 18-2-2009 και 9-7-2009 έγγραφες "συμβάσεις έργου", οι οποίες αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 15-10-2004 έως 31-12-2004, από 15- 1-2005 έως 30-9-2005, από 15-1Ο-2005 έως 30-6-2005, από 15-7-2005 έως 31-7-2007, από 15-10.2007 έως 30-9-2007, από 15-10-2007 έως 31-5-2008, από 15-6-2008 έως 15-10-2008, από 1-11-2008 έως 31-1-2009, από 15-2-2009 έως 30-6-2009 και από 15-7-2009 έως 30-9-2009 αντίστοιχα.
Με τον τέταρτο (4°) όρο όλων των ανωτέρω "συμβάσεων έργου", δηλαδή τόσο της από 01-06-2004 πρώτης σύμβασης, όσο και των υπολοίπων δέκα συμβάσεων, ήτοι συνολικά και των έντεκα (11) "συμβάσεων έργου" ρητά ορίστηκε ότι "ο αντισυμβαλλόμενος (ενάγων) κατά την εκτέλεση του έργου α) δεν έχει ωράριο απασχόλησης, β) δεν ελέγχεται ως προς τον τρόπο εκτέλεσης του έργου γ) η παραμονή του στους χώρους της Δημοτικής Επιχείρησης για την εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά για διευκόλυνση του".
Με τον πέμπτο (5°) όρο όλων, ήτοι και των έντεκα συνολικά ανωτέρω "συμβάσεων έργου", ορίστηκε ότι "ο αντισυμβαλλόμενος (ενάγων) υποχρεούται να εκτελέσει με επιμέλεια το έργο που αναλαμβάνει κατά τον τρόπου που υπαγορεύουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, απαγορεύεται δε σε αυτόν οποιαδήποτε ενέργεια που ενδεχομένως μπορεί να βλάψει το έργο, την πίστη ή την φήμη της Δημοτικής Επιχείρησης".
Με τον έκτο (6°) όρο όλων, και των έντεκα συνολικά ανωτέρω "συμβάσεων έργου", ορίστηκε ότι "τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν με την παρούσα σύμβαση αποκλειστικά στο αποτέλεσμα του έργου του αντισυμβαλλομένου" (ενάγοντος). Επίσης, με τον έβδομο (7°) όρο όλων των ανωτέρω συμβάσεων έργου, ορίστηκε ότι "ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν ανανεωθεί η άδεια λειτουργίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού ή ανασταλεί η λειτουργία του, ανεξαρτήτως του λόγου της μη ανανέωσης ή αναστολής λύεται αζημίως η παρούσα σύμβαση και καταβάλλεται η αξία μόνον του εκτελεσθέντος μέρους του έργου.
Σε περίπτωση δε που η Δημοτική Επιχείρηση δεν έχει συμφέρον στην μερική εκτέλεση του έργου τότε ουδέν καταβάλλεται. Αν καταργηθεί η εκπομπή στην οποία αφορά το ανωτέρω έργο ή γίνει αναμόρφωση γενικά του προγράμματος εκπομπών του Ρ/Σ τότε λύεται αυτοδικαίως και αζημίως δι’ αμφότερα τα μέρη η παρούσα σύμβαση".
Περαιτέρω, με όλες τις ανωτέρω "συμβάσεις έργου" συμφωνήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι ο ενάγων θα λαμβάνει εργολαβικό αντάλλαγμα για την εκτέλεση του παραπάνω έργου, το οποίο θα καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις και ότι με το αντάλλαγμα αυτό καλύπτονται όλες οι δαπάνες και η αμοιβή του, καθώς και οι κρατήσεις υπέρ τρίτων, το χαρτόσημο και ο φόρος εισοδήματος, καθώς και ότι για την καταβολή του εργολαβικού αυτού ανταλλάγματος ο ενάγων οφείλει να εκδίδει το προβλεπόμενο από το Κ.Φ.Σ.
δελτίο παροχής υπηρεσιών.....Σε εκτέλεση όλων των ανωτέρω συμβάσεων του ο ενάγων συνέτασσε και εκφωνούσε καθημερινά, το απόγευμα, στην Ιταλική γλώσσα δελτίο ειδήσεων διάρκειας περίπου μισής ώρας, από τη συχνότητα του "... (... Ειδικότερα ο ενάγων προετοίμαζε, επιμελείτο, συνέτασσε και παρουσίαζε ο ίδιος στη συμφωνημένη ώρα, το ιταλόφωνο δελτίο ειδήσεων του άνω ξενόγλωσσου προγράμματος, που εκπεμπόταν από την παραπάνω συχνότητα, στα πλαίσια της εκπομπής του δε αυτής ο ενάγων παρουσίαζε όλη την ειδησεογραφική επικαιρότητα, αλλά και συνεντεύξεις και ανταποκρίσεις με ξένα και ιδίως με Ιταλικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης για ποικίλα, επίκαιρα θέματα, όχι μόνο της τρέχουσας ειδησεογραφίας, αλλά και άλλα, όπως πολιτιστικά, καλλιτεχνικά, επιστημονικά, πολιτικά κ.λ.π., που έχρηζαν ενημέρωσης του κοινού ή και απασχολούσαν την κοινή γνώμη.
Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα διάρκειας των προαναφερόμενων συμβάσεων του, ο ενάγων δεν τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγομένη, δεν υπόκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα των αρμοδίων οργάνων αυτής και δεν υποχρεούτο σε συμμόρφωση δεσμευτικών εντολών και οδηγιών αυτής, ούτε είχε δεσμευτική υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τέτοιες εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών του (όπως ρητά μάλιστα είχε συμφωνηθεί με τον τέταρτο όρο όλων των άνω έγγραφων συμβάσεων), ούτε ως προς τον τόπο και χρόνο της όλης απαιτουμένης απασχόλησης του για την προετοιμασία και σύνταξη του δελτίου του, παρά μόνο κατά το συγκεκριμένο και συμφωνημένο χρόνο της απογευματινής ημίωρης περίπου διάρκειας παρουσίασης - εκφώνησης του εν λόγω δελτίου, όπως αυτό είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα του σταθμού, οπότε και μόνο απαιτείτο τοπικά και χρονικά η φυσική παρουσία του στις εγκαταστάσεις του ραδιοφωνικού σταθμού της εναγομένης.
Πιο συγκεκριμένα, τα δελτία αυτά ο ενάγων τα ετοίμαζε και τα επιμελούνταν αυτοτελώς και αποκλειστικά ο ίδιος επιλέγοντας, ιεραρχώντας, επεξεργαζόμενος και συντάσσοντας με πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία τα θέματα, το περιεχόμενο και την εν γένει ύλη τους, κατά τον προσφορότερο και καταλληλότερο, κατά την κρίση του τρόπο, για την πληρότητα και αρτιότητα της εν λόγω ανατεθείσας σε αυτόν εκπομπής, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς δεσμευτικές εντολές και οδηγίες της εναγόμενης, χωρίς περιοριστικούς ελέγχους από τα αρμόδια όργανα της τελευταίας και χωρίς υποχρέωση του να συμμορφώνεται στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης, με μόνη γενική ευθύνη και υποχρέωση του, όπως αυτή διατυπώθηκε στον πέμπτο όρο όλων των ανωτέρω συμβάσεων του, να εκτελεί με επιμέλεια την ανατεθείσα σε αυτόν εκπομπή-δελτίο και κατά τον τρόπο που υπαγορεύουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, απαγορευόμενης σε αυτόν οποιοσδήποτε ενέργειας που θα μπορούσε να βλάψει το έργο, την πίστη ή τη φήμη της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης.
Έτσι, η όλη επιμέλεια, ετοιμασία, παραγωγή, παρουσίαση, αλλά και το περιεχόμενο και η θεματολογία της άνω εκπομπής - δελτίου ειδήσεων του ενάγοντος ενείχε το στοιχείο της πρωτοβουλίας και προσωπικής ανεξαρτησίας του τελευταίου, ο οποίος βέβαια είχε μόνο τη χαλαρή υποχρέωση να κινείται μέσα στις γενικές κατευθύνσεις, το ύφος και τα οργανωτικά πλαίσια της εναγομένης ως δημοτικής επιχείρησης, χωρίς όμως από τη χαλαρή αυτή υποχρέωση του να αναιρείται ουδόλως η ως άνω προσωπική και νομική του ανεξαρτησία.
Επίσης, ο ενάγων καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα διάρκειας των εν λόγω συμβάσεων του προετοίμαζε, επεξεργαζόταν και συνέτασσε τα ιταλόφωνα δελτία του χωρίς να δεσμεύεται ως προς το τόπο που έπρεπε να βρίσκεται για να διεκπεραιώνει την όλη προετοιμασία αυτή των δελτίων που θα παρουσίαζε - εκφωνούσε, ούτε ως προς το χρόνο που θα διέθετε για την προετοιμασία αυτής της εκπομπής του, ο οποίος (χρόνος προετοιμασίας), αφορούσε τον ίδιο, καθόσον δεν είχε ωράριο απασχόλησης (όπως ρητά μάλιστα είχε οριστεί με τον τέταρτο όρο όλων των άνω έγγραφων συμβάσεων του), ούτε είχε υποχρέωση προετοιμασίας και σύνταξης του δελτίου αυτού στον τόπο των εγκαταστάσεων της εναγομένης, ούτε σε άλλον από αυτή καθορισμένο τόπο, αλλά είχε μόνο την υποχρέωση να παρουσιάζει - εκφωνεί από το ραδιοφωνικό σταθμό της εναγομένης τις καθορισμένες ημέρες και ώρα, το ανατεθέν σε αυτόν ιταλόφωνο δελτίο ειδήσεων.
Το γεγονός ότι ο ενάγων συνήθιζε να προετοιμάζει, επεξεργάζεται και συντάσσει τα δελτία του στους χώρους της εναγομένης δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθόσον αυτό γινόταν με δική του πρωτοβουλία και για τη δική του και μόνο διευκόλυνση και εξυπηρέτηση και συγκεκριμένα προκειμένου να χρησιμοποιεί τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό του ραδιοφωνικού σταθμού της εναγομένης, χωρίς αυτό να του επιβάλλεται από την τελευταία, αλλά αντίθετα αυτός είχε τη δυνατότητα να επιλέγει και ρυθμίζει ο ίδιος το πρόγραμμα και τις ώρες απασχόλησης του για την προετοιμασία της εκπομπής του, καθώς και τον τόπο της προετοιμασίας αυτής, χωρίς να ελέγχεται γι’ αυτό από την εναγόμενη.......Εξάλλου ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια των προαναφερομένων συμβάσεων αμειβόταν λαμβάνοντας το ανωτέρω συμφωνημένο κάθε φορά εργολαβικό αντάλλαγμα και εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, επίσης περιλαμβανόταν στις καρτέλες με τους προμηθευτές της εναγόμενης, ήτοι τους εξωτερικούς συνεργάτες της και όχι στις καταστάσεις των εργαζομένων αυτής και δεν ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.
Επιπλέον ο ενάγων καθ’ όλο το ως άνω μεγάλο συνολικά χρονικά διάστημα διάρκειας των προαναφερόμενων επίμαχων συμβάσεων του (ήτοι από 1-6-2004 έως 30-9-2009) δεν ελάμβανε ποτέ επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ούτε και επιδόματα αδείας και ουδέποτε εξέφρασε διαμαρτυρία, ούτε διεκδίκησε την καταβολή σε αυτόν τέτοιων επιδομάτων, συμπεριφορά που υποδηλώνει ότι και ο ίδιος αποδεχόταν ότι η συμβατική του σχέση με την εναγόμενη δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας, ώστε να δικαιούται τέτοια επιδόματα.
Ενόψει της φύσεως του ανωτέρω ανατεθέντος στον ενάγοντα "έργου", σε συνδυασμό και με τους λοιπούς όρους, οι οποίοι συνομολογήθηκαν με τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, αλλά και με τον τρόπο που λειτούργησαν οι συμβάσεις αυτές, αναμφίβολα προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν επεδίωξαν με αυτές την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ούτε απέβλεπαν στην παροχή της εργασίας καθ’ εαυτής από πλευράς του ενάγοντος, αλλά απέβλεπαν στην επίτευξη του ορισμένου τελικού αποτελέσματος του ανατεθέντος στον ενάγοντα "έργου", δηλαδή απέβλεπαν στο τελικό επαναλαμβανόμενο καθημερινά αποτέλεσμα της σύνταξης και εκφώνησης δελτίων ειδήσεων στην Ιταλική γλώσσα από τον ενάγοντα στην ανωτέρω συχνότητα των ....
Σύμφωνα με όλα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκαν και λειτούργησαν οι ένδικες προαναφερόμενες συμβάσεις του ενάγοντος, πλήρως αποδεικνύεται ότι αυτές δεν είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αλλά το χαρακτήρα των συμβάσεων μίσθωσης έργου, όπως ορθά και όχι προσχηματικά, τα συμβαλλόμενα μέρη προσέδωσαν σε αυτές τον ίδιο χαρακτηρισμό.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που έχουν προδιατυπωθεί και κατόπιν υπαγωγής των ανωτέρω δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, συντρέχει στην προκειμένη ένδικη περίπτωση, το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων, ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, ποιοτικό στοιχείο της μη υποβολής του ενάγοντος σε νομική και προσωπική, ουσιαστική εργασιακή εξάρτηση και δέσμευση από την εναγομένη.
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, ότι ο χαρακτήρας της συμβατικής σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και υπό την ισχύ των ανωτέρω συμβάσεων, ήταν αυτός των συμβάσεων μίσθωσης έργου, επί των οποίων, σύμφωνα και με όσα -αναφέρθηκαν στην υπό αριθμό 1 νομική σκέψη της παρούσας, δεν έχουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και συνακόλουθα όλες οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούν το ανωτέρω χρονικό διάστημα διάρκειας και ισχύος των εν λόγων συμβάσεων έργου, είναι ουσιαστικά αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον οι αγωγικές αυτές αξιώσεις προϋποθέτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν υπήρχε στην ένδικη αυτή περίπτωση.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι οι ανωτέρω ένδικες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες όλες τις σχετικές αγωγικές αξιώσεις που αφορούσαν τη χρονικό περίοδο διαρκείας των συμβάσεων αυτών, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών - ενάγων, με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεως του, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά τη λήξη της τελευταίας των ανωτέρω συμβάσεων έργου, οι διάδικοι προέβησαν στη συνέχεια στη σύναψη άλλων τεσσάρων (4) διαδοχικών συμβάσεων, η καθεμία των οποίων επιγραφόταν ως "σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου". Ειδικότερα καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι από 22-10-2009, από 1-2-2010, από 5-7-2010 και από 26-2-2011 "συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου", διάρκειας από 15-10-2009 έως 31-11- 2009, από 1-2-2010 έως 31-5-2010, από 1-7-2010 έως 31-12-2010 και από 1-1-2011 έως 28-2-2011 αντίστοιχα.
Όλες οι συμβάσεις αυτές έχουν πανομοιότυπους όρους και ειδικότερα; α) με το δεύτερο όρο αυτών ορίζεται ότι "ο εργαζόμενος (ενάγων) θα προσφέρει τις υπηρεσίες του προς τη Δημοτική Επιχείρηση ως δημοσιογράφος, β) με τον τρίτο όρο αυτών ορίζεται ότι "τόπος παροχής των υπηρεσιών του εργαζόμενου θα είναι η έδρα της Δημοτικής Επιχείρησης, αλλά ο εργαζόμενος θα υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του και όπου αλλού του υποδεικνύεται, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των περί εκτός έδρας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, της τυχόν συλλογικής σύμβασης και των ειδικότερων συμφωνιών" γ) με τον τέταρτο όρο αυτών ορίζεται ότι "ο εργαζόμενος υποχρεούται σε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία κατά το πλήρες νόμιμο ωράριο και σύμφωνα με το νόμο και την ισχύουσα Σ.Σ.Ε, δ) με τον πέμπτο όρο ορίστηκε η αμοιβή του εργαζομένου - ενάγοντος, η οποία συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.219 ευρώ με καθεμιά από τις πρώτη και δεύτερη των άνω συμβάσεων και στο ποσό των 1.099,66 ευρώ με καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη των άνω συμβάσεων και επιπλέον ορίστηκε ότι από τα ποσά αυτά θα γίνονται όλες οι νόμιμες κρατήσεις μηνιαίως, ότι θα περιλαμβάνονται σε αυτά όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο και τις σχετικές Σ.Σ.Ε αποδοχές, επιδόματα και λοιπές παροχές, ότι θα καταβάλλεται την Γ1 κάθε ημερολογιακού μήνα, καθώς και ότι χρόνος απασχόλησης του θα είναι πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί έξι ώρες και με ωράριο ημερήσιας απασχόλησης 11.00 έως 17.00 ε) με τον έκτο όρο ορίστηκε ότι "η Δημοτική Επιχείρηση ασκεί το διευθυντικό της δικαίωμα επί της παρούσας εργασιακής σχέσης, ο δε εργαζόμενος υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα του με επιμέλεια και κατά τον τρόπο που υπαγορεύουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες του Διευθυντή, καθώς και τις αποφάσεις του Δ.Σ., της Δημοτικής Επιχείρησης στην οποία ανήκει και το διευθυντικό δικαίωμα που η εργατική νομοθεσία αναγνωρίζει στον εργοδότη", στ)με τον όγδοο όρο ορίστηκε ότι "τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η συνεργασία του εργαζομένου θα είναι αποκλειστική και ότι απαγορεύεται η οποιαδήποτε συνεργασία του με τρίτο καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, η παράβαση δε του όρου αυτού θα παρέχει στη Δημοτική Επιχείρηση το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης" και ζ) με τον ένατο όρο ορίστηκε ότι "για τυχόν καταγγελία της σύμβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας όπως ισχύουν κάθε φορά".
Σε εκτέλεση των αμέσως ανωτέρω συμβάσεων και υπό την ισχύ αυτών άλλαξε ο τύπος, η μορφή, το περιεχόμενο και οι συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος. Ειδικότερα ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ως δημοσιογράφος, απασχολούμενος, καθ’ υπόδειξη των αρμοδίων προϊσταμένων του, που τελούσαν στην υπηρεσία αυτής και ανάλογα με τις εκάστοτε δημοσιογραφικές ανάγκες λειτουργίας του άνω ραδιοφωνικού της σταθμού.
Πιο συγκεκριμένα ο ενάγων απασχολείτο με την επιμέλεια, οργάνωση, παραγωγή και παρουσίαση όλου του ιταλόφωνου προγράμματος του "... ...", αλλά και με κάθε άλλη δημοσιογραφική υπηρεσία, στην ελληνική και στην ιταλική γλώσσα, που του ανέθεταν οι προϊστάμενοι του, όπως θέματα ειδησεογραφίας, τρέχουσας επικαιρότητας, συνεντεύξεις, ανταποκρίσεις και κάθε συναφή εργασία αναγόμενη στις δημοσιογραφικές ανάγκες καθημερινής λειτουργίας της ραδιοφωνίας της εναγόμενης.
Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα διάρκειας των αμέσως προαναφερόμενων "συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου", ο ενάγων τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγόμενη, υπόκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα των αρμοδίων οργάνων αυτής, υποχρεούτο σε συμμόρφωση δεσμευτικών εντολών και οδηγιών αυτής και είχε δεσμευτική υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τέτοιες εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, καθώς και ως προς τον τόπο και χρόνο προσφοράς των δημοσιογραφικών του υπηρεσιών, ενώ η εναγομένη μέσω των αρμοδίων οργάνων της ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές.
Ειδικότερα, ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του προσερχόμενος καθημερινά στον καθορισμένο από την εναγόμενη τόπο εργασίας του, που ήταν η έδρα αυτής, με επιπλέον υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του και όπου αλλού του υποδείκνυε η εναγομένη, εργαζόταν καθημερινά με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με συγκεκριμένο ημερήσιο ωράριο απασχόλησης από 11.00 έως 17.00, το οποίο παρατεινόταν όταν το απαιτούσαν οι ανάγκες της εργασίας του.
Για την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων του στην εναγόμενη ο ενάγων χρησιμοποιούσε την υλικοτεχνική υποδομή και τον λοιπό εξοπλισμό που του παρείχε η τελευταία. Επίσης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο ενάγων υποχρεούτο σε ενημέρωση των αρμοδίων προϊσταμένων του για την πορεία του ανατιθεμένου σε αυτόν αντικειμένου της δημοσιογραφικής του εργασίας, ελάμβανε εντολές και οδηγίες κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών του από τους προϊσταμένους του και ελεγχόταν από αυτούς ως προς την καλή εκτέλεση των ανατεθειμένων σ’ αυτόν καθηκόντων και την αποτελεσματικότητα της εργασίας του.
Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και η εποπτεία και ο έλεγχος ως προς την συμμόρφωση του ενάγοντος ήταν συνεχής κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ενώ η εξάρτηση του ήταν χαλαρότερη μόνο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, όπου ο ενάγων μπορούσε να αναπτύσσει πρωτοβουλίες λόγω των ειδικότερων γνώσεων του και δη στις ιταλόφωνες εκπομπές, αλλά πάντοτε εντός των γενικότερων οδηγιών και εντολών των αρμοδίων προϊσταμένων του της εναγομένης, που αφορούσαν τις αρμοδιότητες του.
Η απασχόληση του ενάγοντος στην πρώτη εναγομένη καθ’ όλα τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα διάρκειας καθεμίας των αμέσως ανωτέρω συμβάσεων του ήταν αποκλειστική και συνεχής, καθόσον δεν είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ορισμένου ή ορισμένων έργων, αλλά διατελούσε ως υπάλληλος της με την ανωτέρω δημοσιογραφική του ιδιότητα.
Έτσι ο ενάγων είχε ενταχθεί στο οργανωμένο σύνολο της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης και ειδικότερα στο δημοσιογραφικό προσωπικό της, για την κάλυψη των συναφών με την εν λόγω ειδικότητα του ενάγοντος αναγκών της, για την εξυπηρέτηση, προώθηση και επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της. Ακόμη, με τις εν λόγω συμβάσεις είχε απαγορευθεί στον ενάγοντα το δικαίωμα να απασχολείται με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα και να συνεργάζεται με οποιονδήποτε άλλον τρίτο και πράγματι ο τελευταίος κατά τη διάρκεια των συμβάσεων αυτών, δεν προσέφερε τις υπηρεσίες του με την ανωτέρω ιδιότητα του και σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
Εξάλλου ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια των αμέσως προαναφερομένων συμβάσεων αμειβόταν με τον ανωτέρω κάθε φορά συμφωνημένο μηνιαίο μισθό, δεν περιλαμβανόταν πλέον στις καρτέλες με τους προμηθευτές της εναγομένης, ήτοι τους εξωτερικούς συνεργάτες της, δεν εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών (το τελευταίο δελτίο παροχής υπηρεσιών εκδόθηκε από αυτόν στις 5-11-2009, αλλά αφορούσε τη χρονική περίοδο από 1-10-2009 έως 14-10-2009, δηλαδή αφορούσε χρονική περίοδο πριν την κατάρτιση και ισχύ των ανωτέρω συμβάσεων) και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ (βλ.
την προσκομιζόμενη με επίκληση από 17-2-2010 βεβαίωση αποδοχών που χορήγησε η εναγόμενη στον ενάγοντα). Ενόψει του είδους των ανωτέρω ανατεθέντων στον ενάγοντα δημοσιογραφικών εργασιών, σε συνδυασμό και με τους λοιπούς όρους, οι οποίοι συνομολογήθηκαν με τις αμέσως ανωτέρω από 22-10-2009, 1-2-2010, 5-7- 2010 και 26-2-2011 "συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου", που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, αλλά και με τον τρόπο που λειτούργησαν οι συμβάσεις αυτές, αναμφίβολα προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν επεδίωξαν με αυτές την κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου έργου και δεν απέβλεψαν στην επίτευξη ορισμένου τελικού αποτελέσματος των ανατεθέντων στον ενάγοντα υπηρεσιών, αλλά επεδίωξαν και απέβλεπαν στην παροχή της εργασίας καθ’ εαυτής του ενάγοντος ως δημοσιογράφου.
Άλλωστε και η εναγομένη, τόσο με τις από 12-11-2013 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 6 αυτών) όσο και με τις από 29-5-2015 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 28 αυτών), συνομολογεί ότι υπό την ισχύς των εν λόγων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, "ο τύπος της απασχόλησης του ενάγοντος άλλαξε και από την εκτέλεση του συγκεκριμένου ως άνω έργου, απασχολήθηκε ως δημοσιογράφος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου", καθώς ότι "όταν ο ενάγων απασχολήθηκε ως δημοσιογράφος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τα παραπάνω μεταβλήθηκαν, όσον αφορά στο σκοπό της σύμβασης, καθώς τα μέρη απέβλεψαν πλέον στην εργασία του και όχι στο συμφωνημένο αποτέλεσμα".
Με τα δεδομένα αυτά και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκαν και λειτούργησαν οι ένδικες προαναφερόμενες από 22-10-009, 1 -2-2010, 5-2-2010 και 26-2-2011 "συμβάσεις εργασίες ορισμένου χρόνου", του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι αυτές είχαν πράγματι το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως ορθά και όχι κατ’ επίφαση, τα συμβαλλόμενα μέρη προσέδωσαν σε αυτές τον ίδιο χαρακτηρισμό.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στο οικείο μέρος της προηγηθείσας νομικής σκέψης της παρούσας και κατόπιν υπαγωγής των ανωτέρω δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στο πραγματικά των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, συντρέχει στην προκειμένη ένδικη περίπτωση, το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ποιοτικό στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική και προσωπική εργασιακή εξάρτηση και δέσμευση από την εναγομένη κατά το αναφερόμενο σε αυτές ορισμένο χρόνο.
Από τις αμέσως προαναφερόμενες ένδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πρώτη και η δεύτερη, ήτοι η από 22-10-2009 και η από 1-2-2010, οι οποίες αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 15-10-2009 έως 31-12-2009 και από 1-2-2010 έως 31-5-2010 αντίστοιχα, καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν με τη μεσολάβηση μεταξύ των συμβάσεων αυτών χρονικού διαστήματος μικρότερου των τριών μηνών, πλην όμως αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικού λόγους και ειδικότερα η επόμενη (δεύτερη) της ως άνω αρχικής συμβάσεως συνάφθηκε για την εξυπηρέτηση ειδικών, ομοειδών δημοσιογραφικών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή, το είδος και τη δραστηριότητα της επιχείρησης της εναγομένης, ως συνεχούς λειτουργίας ραδιοφωνίας (βλ.
άρθρο 5 Π.Δ. 164/2004), δηλαδή ανάγονταν σε αντικειμενικούς παράγοντες, της επιδίωξης και εξασφάλισης του ειδικού θεμιτού σκοπού της συνεχούς λειτουργικής δημοσιογραφικής ενημέρωσης και πληροφόρησης του κοινού, για την οποία απαιτείτο και η συνεχής εξασφάλιση των αναγκαίων δημοσιογραφικών υπηρεσιών, από προσωπικό που είχε την ιδιότητα αυτή του δημοσιογράφου, όπως ο ενάγων, που προσέφερε με επιτυχία τις υπηρεσίες του αυτές.
Περαιτέρω, όμως από τις αμέσως προαναφερόμενες ένδικες συμβάσεις, οι δύο τελευταίες και ειδικότερα η από 5-7-2010 και η από 26-2-2011 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 1-7- 2010 έως 31-12-2010 και από 1-1-2011 έως 28-2-2011 αντίστοιχα, είναι άκυρες, γιατί αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη νόμου και ειδικότερα γιατί καταρτίσθηκαν και ίσχυσαν μετά την έναρξη ισχύος από?-6-2010 του άρθρου 282 παρ. 8 του νόμου 3852/2010 (ΦΕΚ Α87/7-6-2010), σύμφωνα με το οποίο: "8.
Από τη δημοσίευση του παρόντος αναστέλλονται οι προσλήψεις κάθε κατηγορίας και ειδικότητας προσωπικού με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού. Οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, που καταρτίζονται από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, δεν μπορεί να αφορούν αριθμό ατόμων μεγαλύτερο εκείνου που περιελάμβαναν οι συμβάσεις της ίδιας κατηγορίας κατά την 1η Ιανουαρίου 2010.
Η άρση της αναστολής γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης" και δεδομένου ότι δεν είχε λάβει χώρα άρση της αναστολής των εν λόγω προσλήψεων, όταν καταρτίστηκαν οι ως άνω δύο τελευταίες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι μετά τη λήξη, στις 28-2-2011, της τελευταίας των προαναφερομένων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, η εναγόμενη, ενόψει και της ισχύος της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 282 παρ. 8 του Ν. 3852/2010, που ανέστειλε τις προσλήψεις κάθε κατηγορίας και ειδικότητας προσωπικού με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, πρότεινε στον ενάγοντα τη σύναψη για το επόμενο χρονικό διάστημα συμβάσεων μισθώσεως έργου, πλην όμως ο ενάγων θεωρώντας ότι με τις συμβάσεις αυτές (έργου), επέρχεται υποβάθμιση και βλαπτική μεταβολή των όρων παροχής των υπηρεσιών του προς την εναγόμενη, δεν συναινούσε στην υπογραφή των συμβάσεων αυτών, που του πρότεινε η τελευταία.
Συνέχιζε όμως να προσφέρει, κανονικά, όπως αμέσως πριν τις υπηρεσίες του, άτυπα και χωρίς να υφίσταται μετά τη λήξη της τελευταίας των ανωτέρω συμβάσεων του στις 28-2-2011, κανένας συμβατικός δεσμός μεταξύ αυτού και της εναγομένης, τις οποίες (υπηρεσίες του) η τελευταία αποδεχόταν (έως και τις 9-6-2011), θεωρώντας ότι θα επιτυγχάνετο η κατάρτιση της προτεινομένης από αυτή συμβάσεως έργου, πλην όμως αυτό δεν συνέβη, αφού ο ενάγων εξακολούθησε να αρνείται τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, το γεγονός ότι η εναγόμενη κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 282 παρ. 8 του Ν. 3852/2010, που ανέστειλε τις προσλήψεις κάθε κατηγορίας και ειδικότητας προσωπικού με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού, προέβη στην κατάρτιση δύο συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις εργαζόμενες σε αυτή Θ.
Σ. και Α. Κ., εκθέτει μεν νομικά την εναγόμενη ως προς την, παρά την ως άνω αναστολή, σύναψη από πλευράς της συμβάσεων μη σύννομων, ως αντικειμένων στην ανωτέρω διάταξη, πλην όμως αυτό δεν νομιμοποιεί τον ενάγοντα να διεκδικεί και να απαιτεί τη σύναψη και με αυτόν τέτοιας μη σύννομης σύμβασης. Τελικά ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγομένη την από 15-5-2011 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του με την οποία ισχυριζόταν ότι συνδέεται με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρίστου χρόνου και ζητούσε την καταβολή αμοιβής ποσού 9.014,19 ευρώ για την εργασία του κατά τις Κυριακές και ακολούθως της κοινοποίησε την από 10-6-2011 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του με την οποία της δήλωνε ότι ασκεί από 9-6-2011 το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας.
Όμως τα αναφερόμενα στην πρώτη των ανωτέρω εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του είναι αβάσιμα, αφού σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, ουδέποτε υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, ούτε καταρτισθείσα ευθύς εξ αρχής ως τέτοια μεταξύ αυτών, αλλά ούτε και κατόπιν μετατροπής των ανωτέρω μεταξύ τους συμβάσεων, των οποίων, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, είναι νομικά ανεπίτρεπτη η μετατροπή τους σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ ούτε και εργασία με φυσική παρουσία του κατά τις Κυριακές αποδείχθηκε, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω, ότι προσέφερε ο ενάγων.
Επίσης τα αναφερόμενα στη δεύτερη των ανωτέρω εξώδικη δήλωση -διαμαρτυρία του περί ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας δεν ευσταθούν ούτε νομικά, ούτε ουσιαστικά, καθόσον μετά τη λήξη της τελευταίας των ανωτέρω συμβάσεων του στις 28-2-2011, κανένας νόμιμος συμβατικός δεσμός εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης υφίστατο και ως εκ τούτου δεν νοείται στην περίπτωση αυτή άσκηση δικαιώματος επισχέσεως εργασίας.
Με τα δεδομένα αυτά το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή των μηνιαίων μισθών του χρονικού διαστήματος από 1-3-2011 έως και 9-6-2011, ενόψει και της αοριστίας της βάσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι αβάσιμο και απορριπτέο, ενώ εντελώς αβάσιμο και απορριπτέο είναι σε κάθε περίπτωση και το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή των μισθών του, του χρονικού διαστήματος από 10-6-2011 έως και 30-11-2013.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε τις αγωγικές αυτές αξιώσεις του ενάγοντος, δεν έσφαλε και συνεπώς όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών -ενάγων, με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεως του, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Όμως για όλα τα άνω χρονικά διαστήματα διάρκειας της εργασίας του ενάγοντος με τις προαναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και της παροχής της εργασίας του με απλή σχέση εργασίας έως τις 9-6-2011, ο τελευταίος δικαιούται να λάβει την αναλογία των επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, ανάλογα με την χρονική διάρκεια της απασχολήσεως του κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι την εν λόγω αναλογία των επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, ο ενάγων δικαιούται και για τα άνω χρονικά διαστήματα εργασίας του με βάση τις ως άνω από 5-7-2010 και 26-2-2011 άκυρες, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συμβάσεις εργασίας του ορισμένου χρόνου, αλλά και για το χρονικό διάστημα της παροχής της εργασίας του με απλή σχέση εργασίας από 1-3-2011 έως τις 9-6-2011, δεδομένου ότι από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ...
ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/45, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες του μέ βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, ήτοι με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζόμενους, αλλά και από το ότι - αντιθέτως - στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. /80, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΚΥΑ ...
και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση. Επομένως και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου - όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού - τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών(βλ.
ΑΠ 131/2015, ΑΠ 948/2014, ΑΠ 1073/2014, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 389/1998 π ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια για τις αιτίες αυτές, λαμβάνοντας υπόψη διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ. 164/2004 σύμφωνα με την οποία "όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου", ο ενάγων δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: 1) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2009 το ποσό των 399,83 ευρώ (δηλ-συμφωνημένος μην.
μισθ. 1.219 ευρώ : 25 = 48,76 ευρώ Χ αναλ. 8,20 = 399,83 ευρώ), 2) για αναλογία αποδοχών αδείας έτους 2009 το ποσό των 195,04 ευρώ (δηλ. συμφων. μην. μισθ. 1.219 ευρώ : 48,76 Χ 4 - 195,04 ευρώ 3) για αναλογία επιδόματος αδείας έτους 2009 το ποσό των 195,04 ευρώ (δηλ συμφων. μην. μισθ. 1.219 ευρώ: ( 48,76 Χ 4 - 195,04 ευρώ:Ϊ25 = 48,76 ευρώ Χ 4 = 195,04 ευρώ), 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2010 το ποσό των 542,45 ευρώ (δηλ.
συμφων. μην. μίσθ. 1.219 ευρώ : 25 = 48,76 ευρώ Χ αναλ. 11,125 Ξ 542,45 ευρώ), 5) για αναλογία αποδοχών αδείας έτους 2010 το ποσό των 975,2 ευρώ (δηλ συμφων. μην. μισθ. 1.219 ευρώ : 25 ~~ 48,76 ευρώ Χ 20 = 975,20 ευρώ), 6) για αναλογία επιδόματος αδείας έτους 2010 το ποσό των 609,50ευρώ (δηλ συμφων. μην. μισθ. 1.219 ευρώ : 2 = 609,50 ευρώ), 7) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2010 το ποσό των 851,65 ευρώ (δηλ.
συμφωνημένος μην. μισθ. 1.099,66 ευρώ: 25 = 43,99 ευρώ Χ αναλ. 19,36 = 851,65 ευρώ), 8) για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους έτους το ποσό των 549,835 ευρώ (δηλ. συμφων. μην. μισθ. 1.099,66 ευρώ :2 = 549,83 ευρώ) 9) για αναλογία αποδοχών αδείας έτους 2011 το ποσό των 439,9 ευρώ (δηλ. συμφων. Μην. μσθ. 1.099,66 ευρώ :25 = 43,99 ευρώ Χ 10 = 439,9 ευρώ, 10) για αναλογία επιδόματος αδείας έτους 2011 το ποσό των 439,90 ευρώ (δηλ.
συμφων. |οην. ρ,ισθ. 1.099,66 ευρώ : 25 = 43,99 ευρώ Χ 10 = 439,9 ευρώ) και 11) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2011 το ποσό των 184,76 ευρώ (δηλ. συμφων. Μην. Μισθ. 1099,66 ευρώ:25=43,99 ευρώ αναλ. 4.20=184,76 ευρώ). Δηλαδή συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (399,83 + 195,04 + 195,04 + 542,45 + 975,20 + 609,50 + 851,65 +549,83 + 439,90 + 184,76) = 5.383,10 ευρώ, το οποίο δεν του είχε καταβάλει και συνεπώς του οφείλει η εναγόμενη.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι οι ανωτέρω ένδικες από 22-10-2009, 01-02-2010, 05-07-2010 και 26-02-2011 συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου και ότι ο ενάγων δεν δικαιούται την ανωτέρω αναλογία των επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα εργασίας του, έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της εργασίας του ενάγοντος με βάση τις ανωτέρω από 22-10-2009,01-02-2010, 05-07-2010 και 26-02-2011 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, όπως απαιτείται, ότι αυτός εργαζόταν και τις Κυριακές με φυσική, κατά τόπο και χρόνο, παρουσία του στην εναγόμενη, πραγματοποιώντας "ζωντανές" εκπομπές, ούτε οποιαδήποτε άλλη εργασία κατά τις ημέρες αυτές, πράγμα άλλωστε που δεν περιλαμβανόταν και στις συμβατικές του υποχρεώσεις, σύμφωνα με τους όρους των ανωτέρω έγγραφων συμβάσεων του ορισμένου χρόνου και συνεπώς όλες οι αγωγικές αξιώσεις για την αιτία αυτή, ήτοι για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές κατά τη χρονική διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κρίνονται κατ ουσίαν αβάσιμες και απορριπτέες.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε τις αγωγικές αυτές αξιώσεις για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές και κατά τη χρονική διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και συνεπώς όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών -ενάγων, με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεως του, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα...].
Έτσι που έκρινε το Εφετείο : Α) Δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος καθόσον στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και δεν προέβη σε κάποιο αποκλεισμό έστω και ενός από αυτά όπως αβασίμως και όλως αορίστως διατείνεται ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος υπό το αλφαβητικό στοιχείο γ του δεύτερου λόγου της αναίρεσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα , είναι αβάσιμος. Και Β) Διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του α ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσης δίκης, ήτοι περί του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρείχε εργασία στην εναγομένη και κατά τις Κυριακές το διάστημα που απασχολήθηκε στην εναγομένη με συμβάσεις έργου, εργασίας ορισμένου χρόνου και με απλή σχέση εργασίας κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της συνδρομής ή μη των όρων της εφαρμογής των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, ο υπό το στοιχείο 4 της αίτησης αναίρεσης λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος .
6.- Τέλος οι από τους αριθμούς 9 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης που επιγραμματικά αναφέρονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της πλήρους αοριστίας των.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω τη ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5164/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ