Legislator Case Law & Legislation
1446/2015 AI generated

1446/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1446/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1446/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, από 30.7.1999 και εφεξής, η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης απαιτείται όχι μόνο εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1446 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1446/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Ι. Λ., το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπρέγιαννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 195/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 3-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 24 του ν.2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, ορίζει ότι "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο".

Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.1999, καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.

Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος), είναι δε διάταξη δημοσίας τάξεως, ως θεσπισθείσα προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, ενώ παράλληλα, διευκολύνει και τους έναντι του Δημοσίου προβάλλοντες εμπράγματα δικαιώματα ιδιώτες, δεν αντίκειται δε στο Σύνταγμα (άρθρ. 4 και 20 παρ. 1 αυτού - αρχή της ισότητας και της παροχής εννόμου προστασίας), ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης και της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς και της προστασίας της περιουσίας των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής.

Έτσι, από 30.7.1999 και εφεξής, η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης απαιτείται όχι μόνο εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο Εφετείο, εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α’ και β’ ενώ για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας της αναφερόμενης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 8 του ν. 1539/1938, όπως τούτο, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (29.10.2007), ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999.

Ο λόγος αυτός, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ανάγεται σε ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, είναι αόριστος, καθόσον οι αιτιάσεις του περιορίζονται στο ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο δεν λήφθηκε υπόψη, ενώ δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός και τα περιστατικά που τον στηρίζουν υποβλήθηκαν στο Εφετείο και δη είτε με νόμιμη επαναφορά τους (άρθρο 240 ΚΠολΔ.), είτε το πρώτον στο Εφετείο, ενόψει του ότι αφορούν σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 269 και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ.).

Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ανεξάρτητα από το ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι η προδικασία αυτή έχει τηρηθεί, πράγμα το οποίο αναφέρεται και στην αγωγή (βλ. την οικεία αίτηση προς το Δημόσιο και την υπ’ αριθ. ... /4.4.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν.

Σ.).- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17.3.2003) αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπάροχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου (ΑΠ 1023/2013).

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπάροχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου (ΑΠ 40/2014). Εξάλλου, με το μεταγενέστερο ν. 3147/2003 "Αγροτική γη, αποκατάσταση ακτημόνων και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 5 αυτού, υπό τον τίτλο "Παραχώρηση κατεχόμενων εκτάσεων" ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

Αυθαίρετοι κάτοχοι δημοσίας εποικιστικής έκτασης κοινόχρηστης ή διαθέσιμης, η οποία δεν έχει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης ή δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, δικαιούνται να υποβάλουν στην αρμόδια Υπηρεσία Γεωργίας μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος αίτηση για την εξαγορά της έκτασης εφόσον καλλιεργούν αυτή με συστηματική φυτεία αμπέλου, ελαίων ή οπωροφόρων δένδρων που έχουν ηλικία μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος τουλάχιστον δέκα ετών ή έχουν οικοδομήσει επ’ αυτής κτίσματα τουλάχιστον πριν από μία δεκαετία...

Η παραχωρούμενη έκταση εφόσον βρίσκεται εντός ρυμοτομικού σχεδίου ή ορίων οικισμού, δεν μπορεί να υπερβαίνει το εμβαδόν ενός αρτίου οικοπέδου, εκτός εάν η τυχόν ύπαρξη κτίσματος προϋποθέτει μεγαλύτερο εμβαδόν οικοπέδου κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης, οπότε είναι δυνατή η παραχώρηση της επιπλέον αναγκαίας έκτασης.

Εάν η παραχωρούμενη έκταση βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα στρέμματα. 2. ... 3. Για την εξαγορά της έκτασης οφείλεται τίμημα το οποίο ισούται με την αντικειμενική της αξία. Όπου δεν έχει καθορισθεί αντικειμενική αξία, η εξαγορά γίνεται με την αγοραία αξία της έκτασης ....

Η εξαγορά έκτασης σε κάθε περίπτωση είναι δυνητική για το Δημόσιο, το οποίο μπορεί να την αρνηθεί αν κρίνει ότι η έκταση είναι απαραίτητη για λόγους δημόσιου συμφέροντος .....". Από την αντιπαράθεση των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι ο ν. 3127/2003 έχει θεσπισθεί προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα ιδιωτών που επικαλούνται κυριότητα επί δημοσίων ακινήτων που διαχειρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δια του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, είτε δια του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, την οποία στηρίζουν σε 10ετή νομή με νόμιμο τίτλο ή σε 30ετή νομή χωρίς νόμιμο τίτλο και στις δύο όμως περιπτώσεις με καλή πίστη κατά την κτήση της νομής.

Αντίθετα, ο ν.3147/2003 προσδίδει κυριότητα στον κάτοχο μόνο με εξαγορά, με λιγότερες προϋποθέσεις και ειδικότερα με 10ετή καλλιέργεια ή με ανοικοδόμηση πριν από μία δεκαετία ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστεως. Με τις διατάξεις του ν. 3127/2003 αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα, να επικαλεστούν ως τρόπο κτήσης κυριότητας, την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, από τους ειδικούς όρους των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 4, κατ’ απόκλιση της γενικής αρχής ότι δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφορά δε δημόσια κτήματα, χωρίς να εξαιρεί εκείνα της εποικιστικής νομοθεσίας, ούτε εξάλλου από καμιά διάταξη του ν. 3147/2003 προκύπτει ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων του αποκλείει την εφαρμογή του ν.3127/2003, δεδομένου ότι ο σκοπός των νομοθετημάτων αυτών είναι διαφορετικός και δη ο ν.3127/2003 απέβλεψε στην άρση των αμφισβητήσεων, που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών, ενώ ο ν.3147/2003 απέβλεψε στην αποκατάσταση, με εξαγορά, των κατεχομένων εκτάσεων της εποικιστικής νομοθεσίας, ώστε και το Δημόσιο να εισπράξει έσοδα από την εξαγορά και οι κάτοχοι να αποκατασταθούν αιρομένης της υφισταμένης εκκρεμότητας, οι μεν αυθαιρετήσαντες, ανεξάρτητα της καλής ή κακής τους πίστεως να μη νομιμοποιούνται για αναγνώριση κυριότητας, αλλά και να μην απομακρύνονται από τις εκτάσεις, το δε Δημόσιο να βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση μαζί τους.

Συναφή σκοπό με το ν.3147/2003 έχει και ο μεταγενέστερος ν.4061/22.3.2012 περί "Διαχείρισης και Προστασίας ακινήτων Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων", που τροποποιεί τον ν. 3147/2003 και ο οποίος αντί για εξαγορά, μεταξύ άλλων και των εποικιστικών εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5 του ν.3147/2003, προβλέπει μόνο τη δυνατότητα χρήσης αυτών, έναντι τιμήματος κατόπιν δημοπρασίας ή δωρεάν για κοινωφελείς σκοπούς, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 4 αυτού, ώστε αφενός μεν να μην ελαττώνεται η δημόσια περιουσία, όπως συνέβαινε με την αντί τιμήματος παραχώρηση του ν. 3147/2003, αφετέρου δε το Δημόσιο να εξασφαλίζει έσοδα ή ωφέλειες (Α.Π. 2166/2014).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, η οποία εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία ,είτε με κακή εφαρμογή ,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 20/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.) το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 108/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη από 29.10.2007 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 276/2007) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου μετά προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αγωγή, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ.

β’ του ν. 3127/2003, της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Πριν από την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες και από το έτος 1900 έως και το έτος 1913, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τη δεκαετία, ο παππούς της ενάγουσας Τ.

Ν., που απεβίωσε το έτος 1913, κατείχε ένα ακίνητο, στο οποίο υπήρχε αλώνι και δη, έναν κήπο κείμενο εντός του χωρίου ..., Νομού ..., εμβαδού 500 τ.μ., ή όσης εκτάσεως και αν είναι, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες Χ. Δ., Χ. Α., δρόμο και Θ. Α., στο οποίο υπήρχε αλώνι. Η ανωτέρω κατοχή του εν λόγω ακινήτου, εξαιτίας του τελευταίου περιστατικού, ήτοι της συμπληρώσεως δεκαετίας, παρείχε, στον παππού της εφεσίβλητης, δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι την 20 Μαΐου 1917.

Μετά το θάνατό του, οι συγγενείς του και δη μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της εφεσίβλητης, Α. Ν., δεν κληρονόμησε, σύμφωνα με τους κανόνες του ισχύοντος κληρονομικού δικαίου τη δημόσια γη, αλλά είχε μόνο το δικαίωμα μεταβιβάσεως (χάκη ντικάλ) ή εγκαταστάσεως, που απονεμήθηκε από το νόμο, δηλαδή να εγκατασταθεί και αυτός στη γη, την οποία κατείχε ο πατέρας του και μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν ως κληρονόμο, που υπεισήλθε σ’ αυτήν, χωρίς αποποίηση, στον τελευταίο δε είχε ήδη συμπληρωθεί ο κατά τα άνω αναφερόμενος στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διαδραμών χρόνος, προς απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου.

Πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα, ο Α. Ν., πατέρας της εφεσίβλητης, μετά την εγκατάσταση στο εν λόγω ακίνητο, κατείχε και νεμόταν τον "κήπο" και ήδη οικόπεδο και συγκεκριμένα, συνέχισε να διατηρεί στον ανωτέρω, αλώνι και αχυρώνα, μέχρι το έτος 1959, οπότε με το αριθμ. .../26.2.1959 συμβόλαιο "παροχής ακινήτων προς χωριστή οικονομική αποκατάσταση", του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας Αντωνίου Εμμ.

Σαρρηκωστή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Βέροιας, στον τόμο ... με αριθμό ... μεταβίβασε, στην εφεσίβλητη κόρη του, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, μεταξύ άλλων ακινήτων, και αυτό το ακίνητο, ήτοι έναν "κήπο", σήμερα οικόπεδο, κείμενο εντός του χωρίου ..., εκτάσεως 500 τ.μ., "ή όσης εκτάσεως και αν είναι, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες Χ.

Δ., Χ. Α., δρόμο και Θ. Α.", όπως ακριβώς αναγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, απεικονίζεται δε στο συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε η Μ. Τ., τεχνικός τοπογραφικών εφαρμογών, τον Μάρτιο του 2003, με αριθμ. 2 και στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Π-Ο-Ξ-Ν-Α, εμβαδού, μετά από λεπτομερή καταμέτρηση, 1.034,43 τ.μ., το οποίο ωστόσο είχε ανέκαθεν, οριζόμενο γύρωθεν από ιδιοκτησίες, της ιδίας της εφεσίβλητης και μάλιστα την με αριθμ. 1, στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, Θ.

Α., κοινοτικό δρόμο και αγροτικό δρόμο, οπότε το μεταβίβασε σε αυτήν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής και έκτοτε, συνεχίζει να το νέμεται και να το κατέχει η ίδια η εφεσίβλητη, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και ανεμπόδιστα, καλλιεργώντας αυτό με κερασιές και καρυδιές, όπως με πειστικότητα αναφέρει στην κατάθεσή του ο μάρτυρας απόδειξης - σύζυγος της εφεσίβλητης, ο οποίος γνωρίζει την πραγματική κατάσταση του ανωτέρω ακινήτου από το έτος 1967.

Και ενώ αυτή είναι η πραγματική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1900 μέχρι σήμερα, εν τούτοις, κατά την οριστική διανομή του έτους 1958, φέρεται ότι, το επίδικο, αποτελεί τμήμα του με αριθμό ... τεμαχίου της διανομής και εμπίπτει στα όρια του Συνοικισμού ..., όπως διαπίστωσε η εφεσίβλητη, κατά την γενόμενη χαρτογράφηση του ακινήτου το 2003 και την ακριβή σύνταξη του προαναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, οπότε ζήτησε και έλαβε την με αριθμ.

πρωτ. .../2003 έγγραφη βεβαίωση της Τοπογραφικής Υπηρεσίας Βέροιας, σύμφωνα με την οποία το αριθμ ... τεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 303.500 τ.μ. της οριστικής διανομής 1958, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, στα στοιχεία της υπηρεσίας φέρεται ως "Συνοικισμός ... (κοινό)" και ανήκει στην κυριότητα του Υπουργείου Γεωργίας.

Πλην όμως, το ακίνητο αυτό κατείχαν και νέμονταν με διάνοια κυρίου, συνεχώς και ακωλύτως, από το έτος 1900 μέχρι το έτος 1913 ο παππούς της ενάγουσας Τ. Ν., απώτερος δικαιοπάροχός της, ενώ από το έτος 1913 μέχρι το έτος 1959 ο πατέρας της Α. Ν. (άμεσος δικαιοπάροχος αυτής), τέλος δε, από το έτος 1959 η εφεσίβλητη και μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, καλλιεργώντας αυτό, με κερασιές, καρυδιές και με πατάτες, όπως με πειστικότητα αναφέρει στην κατάθεσή του ο μάρτυρας απόδειξης. 0 άμεσος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης- πατέρας της - απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του ίδιου κήπου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον μέχρι τις 20.5.1917, είχε συμπληρωθεί η δεκαετία της κατοχής και καλλιέργειας του κήπου από τον δικαιοπάροχο πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1913 και στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας - τέκνο του Τ.

Ν. και ήδη από του έτους 1913, έως της εισαγωγής του Α.Κ., το έτος 1946, δηλαδή από εικοσαετίας, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ και από τριακονταετίας σε κάθε περίπτωση, μέχρι του χρόνου μεταβίβασης, κατά τα άνω. Ο Α. Ν., μετά την εγκατάστασή του στο ακίνητο αυτό, από το έτος 1913, εξακολούθησε, μέχρι το έτος 1959, να χρησιμοποιεί αδιάκοπα το αλώνι, επί του κήπου και κατείχε αυτό το ακίνητο, με τη βούληση να τον έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ’ όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή και συγκεκριμένα:

τον έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, τον χρησιμοποιούσε όπως και o δικαιοπάροχός του, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα, χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ από κανένα, ιδία από το εκκαλούν.

Από τα παραπάνω περιστατικά, προκύπτει ότι, τόσο η εφεσίβλητη, όσο και οι δικαιοπάροχοί της, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, βρίσκονταν σε καλή πίστη, καθόσον χωρίς βαριά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητά του, αφού το κατείχαν, συνεχόμενα όλα τα προηγούμενα έτη, χωρίς ποτέ να το διεκδικήσει κανείς και άρα, απέκτησε η εφεσίβλητη την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, νεμόμενη αυτό με τα προσόντα του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, για περισσότερο από 30 χρόνια, μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, δηλαδή από το έτος 1959 μέχρι στις 19-3-2003 (έναρξη ισχύος του νόμου), ειδικότερα, δε αφού οριοθέτησε τον κήπο, τον περιέφραξε και ακολούθως τον είχε υπό την εποπτεία της και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή, επιπλέον δε, τον καλλιεργούσε αδιάκοπα μέχρι το έτος 2003 με κερασιές, καρυδιές και πατάτες.

Δεν γνώριζε η εφεσίβλητη, χωρίς η άγνοιά της αυτή να οφείλεται σε δική της βαριά αμέλεια, ότι, ο αγρός ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ότι με την κτήση της νομής προσβάλλει κατ’ ουσίαν την κυριότητά του, αφού έβλεπε και γνώριζε ότι, οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής επί του εν λόγω ακινήτου, χωρίς να διαταραχθούν ποτέ από κανένα.

Το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, που να ανατρέπει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που θέτει ο ανωτέρω νόμος για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη έναντι αυτού και δη από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο, όταν παρουσιάστηκε ως κοινό, αυτό το γεγονός γνωστοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο είτε στο δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης είτε στην ίδια, με τη λ.χ, τοιχοκόλληση της απόφασης αυτής στο κοινοτικό κατάστημα, γεγονός που θα καταδείκνυε εκ μέρους του εκκαλούντος, τη γνώση της εφεσίβλητης ή των δικαιοπαρόχων της.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η κρινόμενη αγωγή είναι βάσιμη κατ’ ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή και ν’ αναγνωρισθεί, η αμφισβητούμενη, από το εκκαλούν-εναγόμενο, κυριότητα της εφεσίβλητης στο επίδικο οικόπεδο. Η εκκαλούμενη 108/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και με την ίδια εν μέρει αιτιολογία, αποδεικνύεται ότι δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την εφαρμογή του νόμου και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, που υποστηρίζουν τα’ αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 περ.β’ του ν. 3127/2003, στις οποίες στηριζόταν η ένδικη αγωγή (που την εφαρμογή τους δεν απέκλειε το άρθρο 5 του ν.3147/2003, ούτε ο μεταγενέστερος ν.4061/2012, δεδομένου του ότι το επίδικο ήταν εποικιστική έκταση) ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτόν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο επί του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου) ως εποικιστικού αποκλειόταν η εφαρμογή του ν.3127/2003, ενόψει της ειδικής ρυθμίσεως του άρθρου 5 του ν.3147/2003, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, πού διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), πού εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1174/2014).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.10.2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Μ. σύζ. Ι. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 195/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ