Legislator Case Law & Legislation
1446/2012 AI generated

1446/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1446/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Λογοδοσία. Έφεση. Η απόφαση του δικαστηρίου που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση. Ειδικώτερα ως προς την έναρξη της προθεσμίας της έφεσης κατ' άρθρ. 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Πότε δημιουργούνται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 11 περ.γ΄ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (εκτίμηση αποδείξεων και κατ' ιδίων αποδεικτικών μέσων, επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου) κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 6549/2009.

Legislator headnote

AI generated

1446/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 477 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ.1 περ.β' του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1446 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Λογοδοσία. Έφεση. Η απόφαση του δικαστηρίου που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση. Ειδικώτερα ως προς την έναρξη της προθεσμίας της έφεσης κατ' άρθρ. 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Πότε δημιουργούνται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 11 περ.γ΄ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (εκτίμηση αποδείξεων και κατ' ιδίων αποδεικτικών μέσων, επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου) κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 6549/2009.

Αριθμός 1446/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ιορδανίδου.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ψ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμυδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6987/2000 μη οριστική, 6701/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6549/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά o αναιρεσείων με την από 8-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 477 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ.1 περ.β' του ΚΠολΔ.

Η επίδοση της αποφάσεως που γίνεται εις εκτέλεση της σχετικής, ως άνω, επιταγής του δικαστηρίου κινεί την τασσόμενη για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμία και μόνον, όχι δε και την κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασής για την άσκηση της εφέσεως.

Η τελευταία αυτή (για την άσκηση της εφέσεως) προθεσμία αρχίζει από την νέα, μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας, επίδοση της αποφάσεως, αφού από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η απόφαση γίνεται οριστική, κατά τα προεκτεθέντα, εάν δε η απόφαση αυτή δεν επιδοθεί εκ νέου, ως ανωτέρω, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριετής και αρχίζει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επίσης από την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμίας.

Τα ανωτέρω ως προς την προθεσμία της έφεσης ισχύουν και όταν η απόφαση περιέχει και άλλες, οριστικές, διατάξεις, και όταν δηλαδή η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.τελ. του ΚΠολΔ: "Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη".

Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 6701/24-11-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος -εναγόμενος σε λογοδοσία σχετικά με τα έξοδα και τα έσοδα που προέκυψαν από την εκ μέρους του διαχείριση των 8.000 ανώνυμων μετοχών της αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, των οποίων η κυριότητα αναγνωρίστηκε με την ίδια απόφαση ότι ανήκει στον αναιρεσείοντα, τάχθηκε δε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής για την κατάθεση από τον εναγόμενο στη Γραμματεία του δικαστηρίου σχετικού λογαριασμού εσόδων και εξόδων, με το προκύπτον κατάλοιπο, συνοδευομένου από τα σχετικά έγγραφα δικαιολογητικά.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 27-4-2004, από την επομένη της οποίας άρχισε η τετράμηνη προθεσμία για την κατάθεση του λογαριασμού, που έληξε την 27-8-2004. Ο αναιρεσίβλητος δεν κατέθεσε τον λογαριασμό εντός της ανωτέρω προθεσμίας και η απόφαση κατέστη οριστική ως προς την υποχρέωση για λογοδοσία, κατά την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 477 αρ.1 του ΑΚ, με την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, η εν όλω δε οριστική πλέον αυτή απόφαση δεν επιδόθηκε από κανέναν διάδικο στον αντίδικό του, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να μην αρχίσει η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της εφέσεως, και η έφεση του αναιρεσιβλήτου, που ασκήθηκε την 26-4-2007, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, να είναι νόμιμη και εμπρόθεσμη, επομένως παραδεκτή.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, διότι έπρεπε να ασκηθεί εντός τριάντα ημερών από την κατά τα προεκτεθέντα επίδοση της απόφασης που διέτασσε τη λογοδοσία και έτασσε προθεσμία για την κατάθεση του λογαριασμού, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη και τα όποια το δικαστήριο είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ.

Τέτοιο αποδεικτικό μέσο δεν είναι και οι υπεύθυνες δηλώσεις κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους-πολίτη κ.λ.π.", οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα νόμιμα, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα και οι οποίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων όταν έχουν δοθεί για να χρησιμεύσουν ως τέτοια στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά.

Η μη λήψη υπόψη, επομένως, τέτοιων υπεύθυνων δηλώσεων δεν δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (αντιθέτως, η λήψη υπόψη των δηλώσεων αυτών θα δημιουργούσε τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ). Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009).

Εν προκειμένω προβάλλεται η αιτίαση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις των Ι. Α., Π. Σ. και Π., τις οποίες ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στο Εφετείο μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη των ισχυρισμών του.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως δέχεται ανελέγκτως το Εφετείο, οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις είχαν δοθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην διεξαγόμενη δίκη, κατά συνέπειαν δε, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι μη νόμιμο (ανεπίτρεπτο) αποδεικτικό μέσο και ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.

Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12-2-2002 εγγράφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας προς τον αναιρεσείοντα ως προς την ημερομηνία 16-3-1988 που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό ως ημερομηνία καταθέσεως στον λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου του ποσού των 2.945.821 δραχμών από τον αναιρεσείοντα (κατόπιν εξοφλήσεως αντίστοιχης προθεσμιακής κατάθεσης του τελευταίου), την οποία (ημερομηνία) το Εφετείο εξέλαβε ως 16.3.1998, όπως και την αναφέρει, με, αποτέλεσμα να καταλήξει (το Εφετείο) σε επιζήμιο πόρισμα για τον αναιρεσείοντα ως προς τον αναφερόμενο (και κατωτέρω) ουσιώδη ισχυρισμό του.

Ειδικότερα το ανωτέρω έγγραφο το είχε προσκομίσει μεταξύ των άλλων ο αναιρεσείων για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το τίμημα των επίδικων 8.000 ανώνυμων μετοχών της εταιρείας "ΡΕΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ κ.λ.π.", συνολικού ύψους 8.000.000 δραχμών (1.000 δρχ. εκάστης), τις οποίες, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, συνδεομένους με στενή φιλική σχέση, είχε αγοράσει ο αναιρεσίβλητος για λογαριασμό του αναιρεσείοντος καταβάλλοντας εξ ιδίων το τίμημα και κρατώντας ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) τις μετοχές για λογαριασμό του πρώτου (αναιρεσείοντος), που διέμενε στην Κύπρο, με την περαιτέρω συμφωνία αν αργότερα μεταμεληθεί (ο αναιρεσείων) και δεν καταβάλει το πληρωθέν τίμημα στον αναιρεσίβλητο να μεταβιβάσει στον τελευταίο την κυριότητα των μετοχών, πράγμα το οποίο και είχε συμβεί κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, ισχυριζομένου, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε το τίμημα των μετοχών σ' αυτόν και ότι εις εκτέλεση της προμνησθείσης συμφωνίας τους μεταβίβασε στον τελευταίο ατύπως, κατά το ισχύον τότε νομικό καθεστώς, τις επίδικες μετοχές.

Τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος είχε γίνει κύριος των μετοχών κατά τον ως άνω τρόπο, τον δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο κατόπιν τούτου και κατά παραδοχήν της έφεσης του τελευταίου απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί των μετοχών αυτών κ.λ.π., η οποία είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή (και ανωτ.

υπό Ι). Η σχετική και με το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του ως άνω έγγραφο παραδοχή του Εφετείου έχει, ειδικότερα, ως εξής: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στον εναγόμενο στις 16-3-1998, με κατάθεση σε λογαριασμό του (εναγομένου), το ποσό των 2.945.821 δρχ. (βλ. το από 12-2-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας) και στις 23-10-1989 (...) το ποσό των 7.000 λιρών Κύπρου, που αντιστοιχούσαν σε 2.256.170 δρχ.

Εξάλλου η αγορά των 1600, 2400 και 4000 μετοχών (πρόκειται για τις 8.000 επίδικες μετοχές) έλαβε χώραν στις 20-11-1987, 4-7-1988 και 22-6-1089, αντίστοιχα, και η αξία τους ανερχόταν σε 1.600.000, 2.400.000 και 4.000.000 δρχ., αντίστοιχα. Κανένα από τα ποσά αυτά, όμως, ούτε μεμονωμένα ούτε συνολικά υπολογιζόμενα, αλλά ούτε και οι χρόνοι καταβολής τους, δεν αντιστοιχούν με τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα ως καταβληθέντα για την αγορά των επίδικων μετοχών ποσά (...)".

Ενόψει των προεκτεθέντων είναι προφανές ότι η λανθασμένη πράγματι ανάγνωση της ειρημένης ημερομηνίας 16-3-1988 του ανωτέρω εγγράφου εκ μέρους του Εφετείου ως 16-3-1998 ουδεμίαν επιρροή είχε στο εξαχθέν πόρισμα του Εφετείου, κατά συνέπειαν δε η ανάγνωση αυτή δεν οδήγησε το Εφετείο σε επιζήμιο πόρισμα για τον αναιρεσείοντα, αφού και η υπό την αληθή του εγγράφου ημερομηνία 16-3-1988 κατάθεση του ποσού των 2.256.170 δραχμών στον λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν από τους προαναφερθέντες χρόνους και τα καταβληθέντα αντιστοίχως ποσά για την αγορά των επίδικων μετοχών, όπως δέχθηκε το Εφετείο για το υπόψη έγγραφο και υπό την λανθασμένη ως άνω ανάγνωσή του, δεχόμενο περαιτέρω ότι οι διάδικοι ως στενοί φίλοι είχαν πολλές συναλλαγές μεταξύ τους, εξοφλώντας ο ένας οφειλές του άλλου.

Πέραν δε τούτων, όπως προκύπτει από την όλη αιτιολογία της αποφάσεως, το ανωτέρω έγγραφο δεν συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσεως του Εφετείου. Επομένως και ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 και 20". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εκτός από τις αναφερόμενες περιπτώσεις, για τις οποίες εδώ δεν πρόκειται, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που εξάγεται από τις αποδείξεις, όπως και η εκτίμηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρημάτων και συμπερασμάτων που το δικαστήριο συνάγει από αυτές.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο των λοιπών, δευτέρου και πέμπτου έως και δωδεκάτου, λόγων του αναιρετηρίου, τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένως καμμία αναιρετική πλημμέλεια της απόφασης από τις προαναφερθείσες ή από τις λοιπές του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσβάλλει (ο αναιρεσείων) με αυτούς (ανωτέρω λόγους) την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του και την παραδοχή των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, ειδικότερα δε την εκτίμηση των αποδείξεων και των κατ'ιδίαν αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου, που προσβάλλουν την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2010 αίτηση του Κ. Ε. για αναίρεση της υπ'α ριθμ. 6549/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ