Supreme Court dismisses appeal on EU law pre-litigation questions, ruling no interpretation needed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to refer preliminary questions to the Court of Justice of the European Union regarding labor law compensation. The appellant argued that Article 8 of Law 3198/1955 violated EU fundamental rights and principles, while the bank contended the domestic law was sufficient. The court rejected the request because the questions did not involve the interpretation of EU institutions' acts or were deemed unnecessary for resolving the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6, 17, 20, 21, 31, 33, 41, 47 of the Charter of Fundamental Rights of the EU; Article 267 TFEU: The Court of Justice of the EU will not accept a request for preliminary rulings if the questions do not concern the interpretation of acts of EU institutions or if the ruling is not necessary for the resolution of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1445 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητα και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία-πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την ...-2021 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1473/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5255/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2022 αίτησή της και τους από 15-2-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 04-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6644/743/06-09-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1937/2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-02-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42/16-02-2023, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ), με αριθμό 5255/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 19-09-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4500/3679/2017 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε." κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 1473/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 20-06-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 116513/3597/21-06-2010 αγωγή της ενάγουσας - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας - ασκούσας προσθέτους λόγους αναίρεσης, με αντικείμενο την επιδίκαση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ.
α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε στο σύνολο της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 06-09-2022 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 08-09-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι από 15-02-2023, δια ιδίου δικογράφου και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42/16-02-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 16-02-2023 και επίδοση αυτού αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Σ.
Α. Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 21-03-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190). Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 52 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς στην παραπάνω διάταξη, σε αυτούς, δε, δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε απόφαση, που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση, για την οποία προβάλλεται αίτηση εξαίρεσης, του νόμου περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή, ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 2 περ. β' και 3 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν στη σύνθεση του δικαστηρίου έλαβε μέρος δικαστής, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, ή όταν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή αν και, ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νομό να εξαιρεθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, για να θεμελιωθούν οι, προβλεπόμενες από αυτές αναιρετικές πλημμέλειες, δεν αρκεί απλώς η συνδρομή λόγου εξαίρεσης στο πρόσωπο του δικαστή, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 52 του ΚΠολΔ, αλλά θα πρέπει, στη μεν περίπτωση του εδαφίου 2 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο δικαστής να έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι είχε διαταχθεί η εξαίρεση αυτού, στη δε περίπτωση του εδαφίου 3 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να απορρίφθηκε όμοια αίτηση εξαιρέσεως, αν και, σύμφωνα με τα περιστατικά που δέχθηκε η απορριπτική απόφαση, ο δικαστής έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί (Α.Π. 989/2023, Α.Π. 931/2014, Α.Π. 1121/2001). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, όταν δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το μη νόμιμο της σύνθεσης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1682/2022, Α.Π. 240/2006).
Εξάλλου, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου κατά την εν λόγω διάταξη, υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ ή ειδικών νόμων, όπως είναι ο κωδ. Νόμος 1756/1988, όπως ισχύει, περί Οργανισμού Δικαστηρίου και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του. Ειδικότερα, η αρχή του νόμιμου δικαστή έχει συνταγματικό υπόβαθρο και δεσμεύει, τόσο τον κοινό νομοθέτη (άρθρο 8 του Συντάγματος), όσο και το δικαστήριο (άρθρο 109 ΚΠολΔ), όπως επίσης και τη διοίκηση των δικαστηρίων. Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 του ως άνω Ν. 1756/1988, όπως αντικ. από το άρθρο 2 του Ν. 2172/1993, ο καθορισμός της συνθέσεως του Δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή, ή των συγκεκριμένων Δικαστών, που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ή προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών από Τριμελές Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη νόμιμη σύνθεση του Εφετείου Αθηνών, διότι, ενώ η αρχαιότερη της συνθέσεως Δικαστής προεκφώνησε την ένδικη υπόθεση, η οποία ήταν η τρίτη στη σειρά του οικείου πινακίου, εκδίκασε αυτήν η όγδοη της συνθέσεως δικαστής Εφέτης Αθηνών Χριστίνα Λίμουρα, για την οποία μάλιστα συνέτρεχε λόγος αυτοεξαίρεσής της, επειδή με τη με αριθμό 677/2019 απόφασή της είχε απορρίψει αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, που αφορούσε συνάδελφο της αναιρεσείουσας.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 2, περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο της Δικαστή, που εκδίκασε και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, νομικός ή φυσικός λόγος, συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή της στο Δικαστήριο, ώστε να στοιχειοθετείται μη νόμιμη συγκρότηση τούτου.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον η σειρά εκδίκασης των υποθέσεων από τους δικαστές της σύνθεσης του Δικαστηρίου, ανάγεται στην διεύθυνση της εσωτερικής υπηρεσίας του οικείου Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, νόμιμα μετείχε της σύνθεσης η ως άνω νεώτερη Δικαστής, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθώς δεν συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης της Δικαστή, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 52 του ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται, η έκδοση απόφασης, που τυχόν είχε οποιαδήποτε συνάφεια προς την ένδικη υπόθεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο, από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών, για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους, μειωμένης αποζημιώσεως. Η σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού, με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν, όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 30/1009, Α.Π. 419/2021, Α.Π. 375/2014, Α.Π. 681/2011).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το β' εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 ν.δ. 3789/1957 "μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του ν. 2112/1920 οριζομένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποίητου καταγγελίας", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 ν. 3239/1955,7 παρ. 2 ν. 1876/1990,8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 43 5/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος, για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας, είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.
Α.Π. 26/1992) και, συνεπώς, αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ' αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 (Ολ. Α.Π. 3Θ/2009, Α.Π. 375/2014). Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., προκύπτει ότι, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία, μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως με ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς πέρα από τη συμφωνηθείσα και την, από το άρθρο αυτό, προβλεπόμενη αποζημίωση, ενώ, αν η τελευταία είναι μικρότερη και καταβλήθηκε, ο μισθωτός δικαιούται, με την επιφύλαξη πάντοτε αντίθετης, ρητής ή σιωπηρώς συναγόμενης συμφωνίας, να αξιώσει τη διαφορά, που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (Α.Π. 419/2021, Α.Π. 375/2014 Α.Π. 681/2011, Α.Π. 640/2009).
Περαιτέρω, στην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ίσχυε ο Οργανισμός Προσωπικού της, που είχε καταρτισθεί με την από 11/11/1977 Σ.Σ.Ε. "Περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. ...-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. ...-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446), γι' αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (Ολ.
Α.Π. 2/1999). Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της ως άνω Τράπεζας, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22/6/1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του νόμου 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή, λύεται:
α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερομένων ορίων ηλικίας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, κατά το άρθρο 672 Α.Κ. και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου, με ισχύ νόμου, Κανονισμού Εργασίας, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ. Α.Π. 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, στην ίδια δε περίπτωση εμπίπτει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την ως άνω Τράπεζα, λόγω παραιτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία, με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την, κατά τον εν λόγω τρόπο, παραίτησή του, πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται, από ορισμένου, σε αορίστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών, λόγω παραίτησης πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων, με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού από την εργασία του χωρίς να απαιτείται, για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως, η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεση της στην αποχώρηση των εργαζομένων της (Α.Π. 419/2021, Α.Π. 70/2016, Α.Π. 907/2012).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1274/2020, Α.Π. 56/2020). Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν, με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 56/2020 Α.Π. 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν, για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (Α.Π. 1471/2022, Α.Π. 1022/2022, Α.Π. 475/2022, Α.Π. 718/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη, με τον λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα, βάσει αυτής, έννομη συνέπεια (Ολ.
Α.Π. 1/2Θ16, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1620/2022, Α.Π. 1471/2022, Α.Π. 1107/2021, Α.Π. 718/2020, Α.Π. 109/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της, για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019).
Τέλος, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 109/2020 Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1752/2013). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.
Α.Π. 28/1998, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. Α.Π. 27/1998, Ολ. Α.Π. 32/1996) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης Β. Δ. Κ., στην από 20-06-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 116513/3597/21-06-2010 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι στις 15-07-1986 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τον υπηρεσιακό βαθμό της δόκιμου Λογιστού, από την αρχικώς εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε.".
Ότι, κατόπιν οικειοθελούς παραιτήσεώς της αποχώρησε από την υπηρεσία της αρχικώς εναγομένης στις 19-05-2010, με το βαθμό του Τμηματάρχη A'. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, με τον τρόπο αυτό, επήλθε πρόωρη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, η οποία μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ότι, εφόσον είχε συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην εναγομένη και ήταν επικουρικά ασφαλισμένη, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, την αποζημίωση που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη, την οποία αρνήθηκε να της καταβάλει η εναγομένη, η άρνησή της δε αυτή συνιστά αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε, με κύρια βάση την εκ της συμβάσεως εργασίας, απορρέουσα ευθύνη της εναγομένης, αλλά και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, επικουρικότερα, δε, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως οφειλόμενη σε αυτήν αποζημίωση, το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) ευρώ και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει, για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (19.698,52) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την 19-06-2010 (31η ημέρα μετά την αποχώρησή της), άλλως από την 20-05-2010 (επομένη της αποχώρησής της) και επικουρικότερα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Επιπλέον, με τις προτάσεις της ζήτησε να της επιδικαστούν οι αναλογούντες τόκοι των τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 286 του Α.Κ. και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη της οφείλει το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα λεπτών (235.998,30) για ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζομένου που οφείλονται για λογαριασμό της στον ασφαλιστικό της φορέα Ε.Τ.Α.Τ., με βάση τις διατάξεις των άρθρων 69 Ν. 3371/2005 και 10 παρ. 6 του Ν. 3620/2007.
Τέλος, με τις έγγραφες προτάσεις της, άσκησε παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η αιτούμενη αποζημίωσή της έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 στο 50% της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 και όχι στο 40% της εν λόγω αποζημίωσης, όπως είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή, αιτούμενη να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη της οφείλει το επιπλέον 10% της αιτουμένης με την αγωγή αποζημίωσης.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών - περιουσιακών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1473/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την αντικειμενικώς σωρευώμενη αυτής βάση που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και ως αόριστη, κατά την επικουρική αυτής βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους.
Επίσης, απέρριψε ως απαράδεκτο το, δια των προτάσεων, υποβληθέν αίτημα περί επιδίκασης τόκων επί των τόκων, καθώς και το αίτημα περί επιδίκασης του ποσού των διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα λεπτών (235.998,30), αλλά και την ασκηθείσα με τις έγγραφες προτάσεις παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το επιπλέον 10% της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή αποζημίωσης.
Ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) ευρώ και, περαιτέρω αναγνώρισε την υποχρέωσή της να της καταβάλει το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (19.698,52) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από 19-06-2010 μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 19-09-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4500/3679/2017 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 5255/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε, στο σύνολο της, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, και, στη συνέχεια, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση της ένδικης αγωγής, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης] προσλήφθηκε από την εναγομένη τραπεζική εταιρεία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει, ως καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφησή της, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε." [ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης] στις 15-7-1986, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Εντάχθηκε αρχικά στο λογιστικό κλάδο, με το βαθμό της Τμηματάρχη Α'. Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη μέχρι και την 19-5-2010, οπότε έχοντας συμπληρώσει τουλάχιστον 23 έτη υπηρεσία, υπέβαλε την, με την ανωτέρω ημερομηνία, αίτηση - δήλωση παραίτησης, απευθυνόμενη στη Διεύθυνση Αμοιβών και Παροχών της εναγομένης Τράπεζας, με την οποία δήλωσε ότι παραιτείται από την εναγομένη, με τη προϋπόθεση να της καταβληθεί το μικτό ποσό των 55.000 ευρώ, ενώ δήλωσε ρητά ότι το ανωτέρω ποσό ικανοποιεί πλήρως και ολοσχερώς και οποιαδήποτε ενδεχόμενη απαίτηση της σχετικά με τη λήξη της εργασίας στην εναγομένη, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων, είτε συμβατικών, ιδίως εκείνης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και ότι το ανωτέρω ποσό αποτελεί πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε σχετικής απαίτησής της, ενώ, περαιτέρω, δήλωσε ότι στο χορηγηθέν σε αυτήν ποσό περιλαμβάνεται και συμψηφίζεται κάθε αξίωση της ή δικαίωμα που έχει κατά της εναγομένης από προαγωγές, μισθολογικές παροχές, κ.λ.π., άλλως παραιτείται ρητώς από αυτά.
Η ανωτέρω δήλωση παραίτησης της ενάγουσας, δεν έγινε δεκτή από την εναγομένη, πλην, όμως, η ενάγουσα αποχώρησε οριστικά από την υπηρεσία της εναγομένης την ίδια ημέρα, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας της. Ακολούθως, η ενάγουσα εισέπραξε το ανωτέρω ποσό, ως αποζημίωση, λόγω αποχώρησης, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../2010 ένταλμα πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., στο οποίο ρητά αναφέρεται η καταβολή του ανωτέρω ποσού, ως αποζημίωση αποχώρησης.
Η ανωτέρω οικονομική παροχή που έλαβε η ενάγουσα, κατόπιν αιτήματος της, ως οικονομικό κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή της, ερείδεται αφενός στη μεταξύ των διαδίκων σχετική συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), αφετέρου υπερκαλύπτει την, από το άρθρο 8 Ν. 3198/1955, προβλεπόμενη αποζημίωση, που αιτείται η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της, ύψους 31.698,52 ευρώ, γεγονός που αποστερεί την ενάγουσα να λάβει επιπροσθέτως και την ανωτέρω αιτούμενη αποζημίωση απόλυσης, για την οποία ουδεμία επιφύλαξη εξέφρασε ή αντίθετη περί αυτής συμφωνία αποδείχθηκε ότι υφίσταται.
Επομένως, εφόσον η ενάγουσα επέλεξε την λύση της συμβάσεώς της, με τον πιο πάνω ευνοϊκότερο τρόπο, ήτοι με την είσπραξη υπέρτερης παροχής, δεν δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' Ν. 3198/1955, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αντίθετης συμφωνίας, που θα της επέτρεπε και την είσπραξη της προαναφερόμενης αποζημίωσης, που αιτείται.
Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δικαιούται να λάβει αθροιστικώς και την αιτούμενη αποζημίωση του Ν. 3198/1955 είναι αβάσιμος, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, για επιδίκαση της αποζημίωσης του άρθρου 8 του νόμου 3198/1955, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την αποζημίωση αυτή και απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α του ν. 3198/1955, 31 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 648 επομ. του Α.Κ., τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι η αναιρεσείουσα, αφού έλαβε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατόπιν συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη, το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000,00) ευρώ, ως κίνητρο αποχώρησης, πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότησή της, το οποίο ποσό, είναι ευνοϊκότερο από την αιτούμενη με την αγωγή αποζημίωση, που θα ελάμβανε, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, δεν δικαιούτο, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο, να αξιώσει αθροιστικώς, πέραν από την εφάπαξ αποζημίωση που συμφωνήθηκε και έλαβε και την από το άρθρο 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, καθώς, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το ποσό αυτό υπολείπετο του καταβληθέντος κινήτρου αποχώρησης. Έτσι, η εφάπαξ αποζημίωση συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, απέκλειε τη σωρευτική λήψη και της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.
Η ρύθμιση δε αυτή, ως προεκτέθηκε, δεν προσκρούει στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού είναι ευνοϊκότερος όρος για την αναιρεσείουσα. Οι ισχυρισμοί της ότι το καταβληθέν ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000,00) ευρώ, συνιστούσε οικειοθελή παροχή (bonus) και όχι αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και ότι δεν μπορεί να ισχύσει η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του εδ.
β', στην περίπτωση της διάταξης του εδ. α' του Ν. 3198/1995, κρίνονται απορριπτέοι καθώς, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η τελευταία αυτή διάταξη, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.
Επομένως οι ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, δεύτερος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και οι πρώτος, δεύτερος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι (που αποτελούν, εν πολλοίς, επανάληψη των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου), με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ του αριθμού 1 εδαφ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κρίνονται αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το σκέλος που με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έλλειψη νόμιμης βάσης, ήτοι, κατ' εκτίμηση, η, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μεν επίκληση της σχετικής διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτίθενται όμως όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά (Α.Π. 907/2022, Α.Π. 1252/2017), οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η πλημμέλεια αυτή, αν δηλαδή οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Ακόμη, αλυσιτελώς προβάλλονται και είναι απορριπτέες οι αποδιδόμενες, με τους λόγους αυτούς, αναιρετικές πλημμέλειες, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 288 του Α.Κ. και 25 του Συντάγματος, διότι οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε δίκες με αντικείμενο την καταβολή της, εκ του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955 μειωμένης αποζημίωσης, η οποία υπολογίζεται με τα κριτήρια της εν λόγω διάταξης. Προσέτι η αναιρεσείουσα, με τους προαναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 288,281, 664, 680, 679, 904 914, 932 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 2 παρ. 1,2,3 παρ. 1,4 παρ. 1,1,5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και άλλες, αναφερόμενες στους ως άνω λόγους, νομοθετικής, συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το σκέλος τους αυτό, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.
Επιπλέον οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, κατά το σκέλος τους αυτό, τυγχάνουν και αλυσιτελείς, καθόσον οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες σ' αυτούς διατάξεις δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε δίκες με αντικείμενο την καταβολή της, εκ του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, προβλεπόμενης αποζημίωσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και, τέλος, να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος (Α.Π. 582/2018, Α.Π. 795/2004).
Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (Α.Π. 203/2022 Α.Π. 917/2020, Α.Π. 19/2020), όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 941/2009, Α.Π. 567/2009, Α.Π. 1586/2008, Α.Π. 1143/2003), της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι, όμως, κατά κανόνα, η ένσταση και η αντένσταση, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (π.χ. ένσταση συμψηφισμού, ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό) - (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 81/2006). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία, ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π. 25/2023, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 751/2019, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 1632/2017), ενώ, επίσης, δεν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 25/2023, Α.Π. 1181/2021, Α.Π. 94/2020).
Για να είναι ορισμένος ο, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 687/2017), αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 1298/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 873/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων, θεμελιώνει τον, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, σαφή προσδιορισμό του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Α.Π. 1701/2007, Α.Π. 1045/2004, Α.Π. 1402/2008, Α.Π. 1249/2009).
Οι διαδικαστικές αιτήσεις (μη αυτοτελείς) ιδρύουν τον προκείμενο λόγο μόνο αν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο και όχι όταν η παραδοχή της υπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια. Επομένως, ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο αφήσει αδίκαστη αίτηση για επίδειξη εγγράφων (Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1093/2014, Α.Π. 1355/2010), εφόσον βέβαια είναι ορισμένη και τείνει σε απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 782/2017, Α.Π. 250/2011).
Δηλαδή αίτηση, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, συνιστά και το κατά τα άρθρα 450 και 451 του ΚΠολΔ αίτημα επίδειξης εγγράφων, αφού το αίτημα αυτό αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, ως δυνάμενο να είναι αντικείμενο και αγωγής (Α.Π. 1355/2010, Α..Π 545/2001, Α.Π. 1653/1998).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τρίτο, έβδομο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση και συγκεκριμένα ότι, κατά τα ειδικότερα στους ως άνω λόγους αναίρεσης σχετικώς διαλαμβανόμενα, δεν εξέτασε την πρωτοδίκως υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη (και όχι από την αναιρεσείουσα) ένσταση περί συμψηφισμού, άλλως την ένσταση εξόφλησης της προβλεπόμενης αποζημίωσης του Ν. 3198/1955, με την καταβολή του κινήτρου αποχώρησης.
Οι λόγοι αυτοί, έτσι όπως προβάλλονται, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, επειδή η αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος να προτείνει την πλημμέλεια αυτή, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν απάντησε τις ενστάσεις περί συμψηφισμού, άλλως εξόφλησης, αφού τις ενστάσεις αυτές προέβαλε όχι η ίδια, αλλά η αναιρεσίβλητη.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του προκύπτει, δεν ερεύνησε τις ενστάσεις αυτές, ενόψει του ότι δέχτηκε ότι η επίδικη αποζημίωση δεν λαμβάνεται αθροιστικά με το κίνητρο αποχώρησης και, ως εκ τούτου οι ως άνω ενστάσεις δεν ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους διατυπώνεται η, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου, με τους ίδιους ως άνω έβδομο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία αυτών σκέλη και με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως εκτιμώμενος από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, άφησε αδίκαστο το αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις της να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη της οφείλει το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα λεπτών (235.998,30), το οποίο αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζομένου, που θα κατέβαλε για λογαριασμό της στον ασφαλιστικό της φορέα Ε.Τ.Α.Τ., με βάση τις διατάξεις των άρθρων 69 Ν. 3371/2005 και 10 παρ. 6 του Ν. 3620/2007, αν έμενε στην υπηρεσία της μέχρι την 31-12-2028. Το αίτημα αυτό, ως περιεχόμενο σε παρεμπίπτουσα αγωγή, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτο, επειδή υποβλήθηκε με τις προτάσεις και, ως εκ τούτου, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, εφόσον το απορριφθέν ως άνω αίτημα δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με λόγο έφεσης ή αντέφεσης από την αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων και δη: "... τα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα από τα εντάλματα πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και εργαζομένου στο Ε.Τ.Α.Τ.
για λογαριασμό μου...". Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημα επίδειξης των ως άνω αναφερομένων εγγράφων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα από την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι βάση της αγωγής ήταν η επιδίκαση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ.
α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης και έτσι το αίτημα επίδειξης των αυτών εγγράφων αλυσιτελώς προβλήθηκε, αφού δεν αποτελούσε κεφάλαιο της δίκης. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, από τα εκτιθέμενα σχετικώς στο αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέν ως άνω αίτημα έπασχε αοριστία, απορρέουσα από τη μη επίκληση των απαιτουμένων για τη θεμελίωση αυτού προϋποθέσεων και ειδικότερα του σαφούς προσδιορισμού των αιτουμένων να επιδειχθούν εγγράφων, αλλά, αντίθετα, αίτημα για την προσκομιδή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των αορίστως αναφερομένων εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.
Ομοίως, ο ενδέκατος λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος της για την επίδειξη της νέας σύμβασης, την οποία συνήψε με αυτήν (αναιρεσείουσα), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι στηρίζεται επί ανακριβούς προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι την 19-05-2010, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση - δήλωση παραίτησης, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι η ανωτέρω οικονομική παροχή που εισέπραξε η αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη, ως οικονομικό κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή της, με το με αριθμό .../2010 ένταλμα πληρωμής, ερείδεται στη μεταξύ των διαδίκων σχετική συμφωνία, ενώ ο ισχυρισμός της ότι δεν παραιτήθηκε από την οφειλόμενη αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 είναι άρνηση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι με την οικειοθελή αποχώρησή της παραιτήθηκε κάθε αξίωσης αποζημίωσης και δεν ιδρύει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Εξάλλου, με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αλλά και με τον συναφή έκτο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 905 του Α.Κ., καθόσον αυτή είχε υποβάλει ένσταση γνώσης, εκ μέρους της εναγομένης, της αχρεώστητης παροχής, για το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000,00) ευρώ και, επομένως, εφόσον αυτή συνομολόγησε ότι της κατέβαλε το ποσό αυτό, ως κίνητρο αποχώρησης, ομολογεί και την εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, ως εκ τούτου, μη νόμιμα ζητεί να συμψηφισθεί στην αγωγική αξίωσή της, το ως άνω ποσό που της κατέβαλε. Οι ως άνω, ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε την πρωτοδίκως υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση συμψηφισμού, άλλως ένσταση εξόφλησης, αφού έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται να λάβει αθροιστικά, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, τα προαναφερόμενα ποσά των αποζημιώσεων και όχι κατά παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού, άλλως εξόφλησης της απαίτησης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335,338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.
Α.Π. 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 836/2019). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).
Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 804/2022, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 957/2020, Α.Π. 879/2020, Α.Π. 599/2020, Α.Π. 573/2018 Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004).
Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικος του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009 Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006).
Εξάλλου, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά τη διάταξη αυτή, λόγο αναίρεσης, είναι και η δικαστική ομολογία, που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή, επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο, πραγματικού γεγονότος (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014, Α.Π. 115/2007) και η οποία, κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη, εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014, Α.Π. 115/2007, Α.Π. 414/2000).
Η δικαστική ομολογία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 964/2013) και ειδικότερα το αναγνωριζόμενο από το διάδικο, επιβλαβές γι' αυτόν, γεγονός, να αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν το ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου, για το αποδεικτέο γεγονός (Α.Π. 403/2017, Α.Π. 2185/2009, Α.Π. 1611/2008, Α.Π. 115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, περιεχομένη στις προτάσεις του εν τούτοις, παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (Α.Π. 1003/2017, Α.Π. 469/2009, Α.Π. 1336/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 711/2022, Α.Π. 988/2021, Α.Π. 58/2008).
Ειδικότερα δε, ως προς την δικαστική ομολογία, διότι, ναι μεν αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), για να δημιουργηθεί, όμως, λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρισθεί ότι επικαλέστηκε αυτή κατά νόμιμο τρόπο και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του (Α.Π. 1139/2009, Α.Π. 389/2008, Α.Π. 894/2008, Α.Π. 356/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα δημόσια έγγραφα που αυτή νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:
α) το με ημερομηνία 29-01-2008 και με αριθμό πρωτ. Φ. ΕΤΑΤ/837 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Τ.Α.Τ. προς τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου της Εμπορικής Τράπεζας, β) το με ημερομηνία 29-07-2009 και με αριθμό πρωτ. Φ. ΕΤΑΤ/410 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Τ.Α.Τ. προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, τον Υφυπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και το Γενικό Γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) το με ημερομηνία 05-12-2011 και με αριθμό πρωτ.
Φ. ΕΤΑΤ/6521 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Τ.Α.Τ. προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου της Εμπορικής Τράπεζας, δ) το με ημερομηνία 30-11-2012 και με αριθμό πρωτ. Φ. ΕΤΑΤ/7048 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Τ.Α.Τ. προς τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εμπορικής Τράπεζας, ε) το με ημερομηνία 23-10-2014 και με αριθμό πρωτ.
Φ. 20203/20109/794 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, στ) τη με ημερομηνία 25-06-2009 επιστολή του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εμπορικής Τράπεζας και ζ) την υπ' αριθμ. 38/01-07-2009 ανακοίνωση του Συλλόγου Εργαζομένων της Τράπεζας.
Ωστόσο, από την ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στο 4° φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της, τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλέστηκε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο ανωτέρω εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολο του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που τους προσδίδει ο νόμος. Για να έχει αντικείμενο η δικαστική ομολογία, ώστε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και να προσδοθεί σε αυτήν η δέουσα αποδεικτική δύναμη, πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου και έγινε (Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 412/2011, Α.Π. 1517/2008, Α.Π. 648/1999).
Για να θεμελιωθεί, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1022/2022, Α.Π. 816/2019, Α.Π. 402/2019, Α.Π. 6/2019, Α.Π. 570/2016).
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αόριστος (Α.Π. 1597/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο τους προσηκόντως εκτιμάται η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι κατέβαλε οικειοθελώς το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000,00) ευρώ, ως κίνητρο αποχώρησης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη της ανωτέρω δικαστικής ομολογίας και προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, προσέτι οι λόγοι είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, εάν εκληφθεί ότι η ανωτέρω ομολογία συνδέεται με τις υποβληθείσες από την αναιρεσίβλητη ενστάσεις συμψηφισμού και εξόφλησης, διότι δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, αφού οι ενστάσεις αυτές, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εξετάστηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν. Προσέτι και αν ακόμα η μη λήψη υπόψη της προαναφερόμενης δικαστικής ομολογίας, εκληφθεί, αληθώς, ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Δικαστήριο δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα, ως κίνητρο αποχώρησης, το χρηματικό ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000,00) ευρώ και, ως εκ τούτου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή ελήφθη υπόψη.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ορίζεται ότι, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και περαιτέρω ότι Δικαστήριο κράτους - μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στις σελίδες 148 επ. των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αλλά και με τις από 21-03-2023, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου "Ενστάσεις - Αιτήματα", υποβάλει αίτημα υποβολής των αναφερομένων προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), που συνοψίζονται στο εάν η μη επιδίκαση της αποζημίωσης, που προβλέπει η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955, παραβιάζει τις αναφερόμενες νομοθετικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και τις αρχές του Ενωσιακού Δικαίου, εάν το εδάφιο β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση του εδαφίου α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, εάν η μη επιδίκαση της ως άνω αποζημίωσης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), την αρχή της ισότητας (άρθρο 20 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων (άρθρο 21 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα για δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας (άρθρο 31 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα προστασίας της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής (άρθρο 33 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα της χρηστής διοίκησης (άρθρο 41 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής (άρθρο 47 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α.), εάν η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών στο Ε.Τ.Α.Τ.
και η στέρηση λήψης της αντίστοιχης με τις καταβληθείσες από την ίδια (αναιρεσείουσα) ασφαλιστικές εισφορές συντάξεως, αλλά και η διεκδίκηση της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδάφιο α' του Ν. 3198/1995 ή η μη καταβολή της αποζημίωσης αυτής από την αναιρεσίβλητη συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι από τα ερωτήματα που υποβάλλει η αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των συνθηκών ή του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και, περαιτέρω, δεν είναι αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6644/743/06-09-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1937/2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-02-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42/16-02-2023, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 5255/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ