Legislator Case Law & Legislation
1445/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to sufficient factual reasoning by lower court.

Case Number 1445/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a final traffic accident judgment rendered by the Single Court of Appeal in the Dodecanese Islands. The appellant argued the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the pedestrian's liability and the driver's negligence, claiming a violation of substantive law. The court found the lower court's reasoning complete, clear, and logically consistent regarding both parties' fault, thereby upholding the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 § 1, 577 § 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if filed timely and properly, but must be dismissed if the lower court's reasoning is sufficient and does not violate substantive law.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal admissibility sufficient reasoning violation of substantive law factual evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1445 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1445/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-5-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. V. - B. του J., 2) J. B. του J. και K., 3) J. B. του J., 4) M. B. του J., 5) J. B. του J. και A. και 6) D. B. του J., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-7-2019 (αρ. κατ. 17/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 84/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ` αριθμ. 3159/26-2-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Εφετείο Δωδεκανήσου Μ. Π. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 2.7.2019 αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδ/σου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5.2.2021 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, στους αναιρεσίβλητους. Κατά την εν λόγω δικάσιμο της 5.2.2021 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.

Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.

Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. 237/1986: "Ο κύριος ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση τη εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Η σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου, ο οποίος εμφανίζεται ως αντισυμβαλλόμενος ή "λήπτης της ασφάλισης" (άρθρ. 1 παρ.1 του ν. 2496/1997).

Ο λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει τη σύμβαση και υποχρεώνεται να καταβάλει το ασφάλιστρο. Ο λήπτης της ασφάλισης δεν σημαίνει ότι είναι αναγκαστικά και ασφαλισμένος. Αυτό θα συμβεί αν πρόκειται για το κύριο ή κάτοχο του αυτοκινήτου. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω π.

δ/τος, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (19.05.2012) πριν την αντικατάστασή του με τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1, 2 του ν. 4261/5-5-2014 οριζόταν "1.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη. 2.

Η ύπαρξη της ασφαλιστικής κάλυψης αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και αναγράφει τη χρονική διάρκεια ασφάλισης του αυτοκινήτου. Ο τύπος της έγγραφης βεβαίωσης καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται επίσης τύπος ειδικού σήματος που χορηγείται από τον ασφαλιστή και που επικολλάται υποχρεωτικά σε εμφανές μέρος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου".

Εξάλλου δυνάμει του άρθρου 11Α παρ. 4 του π.δ. 237/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (19.05.2012) ορίζεται ότι "Η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται, κάθε φορά, αυτοδικαίως, για ίσο χρόνο, εκτός εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιήσει στο άλλο, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, την εναντίωσή του τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ., όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 36 του ν. 3746/2009: "Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια".

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 420/2014).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Έτι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).

Στη προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου αντίστοιχα, των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 8 παρ.2 του Π.Δ 237/1986 και 11Α παρ.4 του ΠΔ 237/1986, διότι το Εφετείο εσφαλμένα τις εφήρμοσε, αλλά και με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα την ύπαρξης ή μη ενεργούς ασφαλιστικής σύμβασης και αντίστοιχα κάλυψης της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης του οδηγού και του ιδιοκτήτη του υπ'αριθμ κυκλ. ...

Ι.Χ.Ε αυτ/του από την ίδια. Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη, μητέρα του πρώτου εναγομένου, οδηγού, έχοντας εκδοθεί η άδεια κυκλοφορίας στο όνομά της από 7-2-2012.

Είχε μεταβιβαστεί σ' αυτήν από τον μέχρι τότε κύριο Κ. Μ. - Α.. Ο τελευταίος είχε ασφαλίσει την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για το όχημα στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 26-1-2012 μέχρι 26-4-2012. Λόγω της μεταβίβασης του οχήματος στη δεύτερη εναγομένη λύθηκε αυτοδικαίως η ασφαλιστική σύμβαση μετά την παρέλευση 30 ημερών από την ημέρα της μεταβίβασης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του πδ 237/1986, που προεκτέθηκε.

Στη συνέχεια η ίδια η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία έκδωσε την από 1-4-2012 βεβαίωση ασφάλισης για το ζημιογόνο όχημα με διάρκεια ασφάλισης από 26-4-2012 μέχρι 26-7-2012, η οποία παραδόθηκε στην Τροχαία Ρόδου μετά το ατύχημα (βλ. σφραγίδα της Τροχαίας Ρόδου επί του αντιγράφου). Επίσης η ίδια η τρίτη εναγομένη έκδωσε το ειδικό σήμα ασφάλισης για το όχημα αυτό.

Από την βεβαίωση ασφάλισης αποδεικνύεται ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην τρίτη εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του πδ 237/1986, που προεκτέθηκε, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος. Η τρίτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε την μεταβίβαση του οχήματος και ότι πρόκειται για ανανέωση του αρχικού ασφαλιστηρίου.

Όμως στη βεβαίωση ασφάλισης και στην έντυπη επισήμανση ως αριθμός ασφαλιστηρίου αυτοκινήτου αναγράφεται ο αριθμός ..., που είναι διαφορετικός από τον αριθμό ... που αναγράφεται στο ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτοκινήτου για το εν λόγω όχημα, με λήπτη ασφάλισης και ασφαλισμένο τον πρώην κύριο του οχήματος, που επικαλείται και προσκομίζει η τρίτη εναγομένη.

Ενόψει των ανωτέρω κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ότι υπήρχε ενεργός ασφαλιστική κάλυψη για τον κάτοχο και την ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, αποδεικνυόμενη κατά τις επιταγές του νόμου, και λαμβανόμενου υπόψη ότι κατά τα προεκτεθέντα ο αντισυμβαλλόμενος ("λήπτης της ασφάλισης") μπορεί σε να είναι τρίτος.

Ως εκ τούτου αμφότεροι οι σχετικοί λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από την συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ύπαρξης ενεργού ασφαλιστικής κάλυψης για τον κάτοχο και την ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και του υπ'αριθμ. ...

ανανεωτηρίου, υποστηρίζοντας τα αντίθετα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο στην ως άνω κρίση του δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή του με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα. Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Περαιτέρω με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρ. 12, 19 του ν. 2696/99, διότι το Εφετείο με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και της συνυπαιτιότητας του πεζού.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19-5-2012 και περί ώρα 23:30 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης - της μητέρας του, κινούνταν επί της εθνικής οδού Ρόδου - Λίνδου, περί το 14° χιλιόμετρο, με κατεύθυνση προς Λίνδο και ταχύτητα τουλάχιστον 75 χιλ/ώρα. Στη θέση αυτή η οδός είναι ευθεία, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 13,60μ, είναι διπλής κατευθύνσεως με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο κατευθύνσεων και δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, που διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη γραμμή.

Εκατέρωθεν της οδού υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα 0,50μ και πεζοδρόμιο πλάτους 2 και 2,4μ αντίστοιχα, δεν υπάρχει σήμανση διάβασης πεζών, όπως και σήμανση για την επιτρεπόμενη ταχύτητα των οχημάτων. Επειδή η περιοχή είναι κατοικημένη, η επιτρεπόμενη ταχύτητα δεν υπερβαίνει τα 50 χιλμ/ώρα. Το οδόστρωμα της οδού ήταν ξηρό, η ορατότητα κανονική, με καλές καιρικές συνθήκες και επαρκή φωτισμό νύκτας.

Η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή. Τον ίδιο χρόνο, ο O. B., υπήκοος ..., υιός των δυο πρώτων από τους ενάγοντες και αδελφός των λοιπών, με τους φίλους του H. M. και N. D., επίσης υπηκόους ..., που βρίσκονταν στο αριστερό πεζοδρόμιο της εθνικής οδού ως προς την πορεία του άνω οχήματος, περί την ίδια ως άνω θέση, επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα την οδό, αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του άνω οχήματος.

Διέσχισαν το ρεύμα πορείας προς Ρόδο και πλησιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, αντιλήφθηκαν ότι στην κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο κινούνταν το άνω όχημα με μεγάλη ταχύτητα. Οι δυο φίλοι του O. B. έτρεξαν για να διασχίσουν το οδόστρωμα της κατεύθυνσης από Ρόδο προς Λίνδο, ενώ ο τελευταίος παρέμεινε ακίνητος επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής.

Ο πρώτος εναγόμενος, αντιλήφθηκε τους τρεις πεζούς, όταν έφθαναν στην διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, αφού ήδη είχαν διασχίσει το αντίθετο προς αυτόν ρεύμα πορείας. Αναβόσβησε τα φώτα του οχήματος και χρησιμοποίησε το ηχητικό σήμα του αυτού (κόρνα), συνεχίζοντας την πορεία του με την ίδια ταχύτητα.

Ενώ οι δυο πεζοί διέσχιζαν τρέχοντας το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς Λίνδο, ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε αριστερό ως προς την πορεία του αποφευκτικό ελιγμό και τότε αντιλήφθηκε ότι ο τρίτος πεζός (O. B.) είχε σταθεί επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής, οπότε και ενήργησε τροχοπέδηση του οχήματος.

Οι τροχοί του οχήματος άφησαν ίχνη τροχοπέδησης 23,1 μ οι αριστεροί και 14,5 οι δεξιοί, προ του σημείου του οδοστρώματος πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και αριστερά ως προς την πορεία του οχήματος, όπου βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών του οχήματος. Στο σημείο αυτό και με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του οχήματος κτυπήθηκε ο πεζός το σώμα του οποίου τινάχθηκε στο καπό και από τη δεξιά εμπρόσθια πλευρά του οχήματος έπεσε στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας του ρεύματος πορείας από Ρόδο προς Λίνδο, όπου και βρέθηκαν ίχνη αίματος στην άσφαλτο (βλ.

σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ρόδου). Ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος αποδέχεται ότι κινούνταν με ταχύτητα 50 έως 70 χιλμ/ώρα, ότι αντιλήφθηκε τους πεζούς όταν βρίσκονταν λίγο πριν τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και ότι τότε αναβόσβησε τα φώτα του οχήματος και χρησιμοποίησε το ηχητικό σήμα αυτού.

Βεβαιώνει ότι συγχρόνως ενήργησε τροχοπέδηση του οχήματος, όμως ο ισχυρισμός του δεν υποστηρίζεται από τα άνω ευρήματα, αφού η τροχοπέδηση του οχήματος αρχίζει για τους αριστερούς τροχούς 23,1 μ και για τους δεξιούς τροχούς 14,1 μ από τα θραύσματα των γυαλιών από το όχημα που ήταν αποτέλεσμα της πρόσκρουσης αυτού στο σώμα του πεζού (O.

B.), ο οποίος βρισκόταν επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής. Η τροχοπέδηση διακόπηκε για 12,2μ για τους αριστερούς τροχούς και 7,5μ για τους δεξιούς και συνεχίστηκε για 9,9μ και 11,2μ αντίστοιχα. Το όχημα έφερε ζημίες στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του, έθραυσε το κάλυμμα του εμπρόσθιου δεξιού φανού, αποκόπηκε ο δεξιός πλαϊνός και εμπρόσθιος δείκτης κατεύθυνσης, παραμορφώθηκε το εμπρόσθιο δεξιό φτερό και ελαφρά το καπό και έθραυσε ο δεξιός καθρέπτης.

Η δε ταχύτητά του οχήματος κατά το χρόνο της πέδησης υπολογίστηκε σε 75 χιλ/ώρα (βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ν. Μ., που διατάχθηκε από τις προανακριτικές αρχές). Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά για το ατύχημα υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά και τον πεζό.

Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγόμενου συνίσταται στο ότι κατά την οδήγηση, δεν κατέβαλε την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κατά τις περιστάσεις όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, οδηγούσε με ταχύτητα τουλάχιστον 75 χιλ/ώρα, μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλ/ώρα για κατοικημένη περιοχή, παρότι ήταν νύκτα.

Όταν αντιλήφθηκε τους πεζούς που πλησίαζαν στη διπλή διαχωριστική γραμμή δεν τροχοπέδησε άμεσα το όχημά του, αλλά μόνο επισήμανε την ύπαρξη του οχήματος (αναβόσβησε τα φώτα και χρησιμοποίησε το ηχητικό σήμα του αυτού). Ενώ οι δυο πεζοί έτρεξαν και διέσχισαν τη λωρίδα πορείας του οχήματος, ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, χωρίς μέχρι τότε να έχει αντιληφθεί ότι ο τρίτος πεζός είχε σταθεί ακίνητος επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, παρότι ήταν επαρκής ο τεχνικός φωτισμός.

Μόλις τον αντιλήφθηκε ενήργησε τροχοπέδηση του οχήματος. Όμως δεν ήταν πλέον δυνατό να αποφευχθεί το ατύχημα, καθώς λόγω της άνω μεγάλης ταχύτητας το όχημα είχε πλησιάσει στον πεζό και προσέκρουσε επ' αυτού με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του και τον τίναξε στο καπό του οχήματος. Συνυπαίτιος είναι ο παθών, διότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την άνω οδό, σε νυκτερινή ώρα, χωρίς να βεβαιωθεί ότι με την ενέργειά του αυτή δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ).

Δεν έλεγξε με προσοχή την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό. Κινήθηκε με τους δυο φίλους του, διασχίζοντας κάθετα πεζοί το ρεύμα πορείας προς Ρόδο και τότε έλεγξε το ρεύμα πορείας προς Λίνδο και αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στο ρεύμα αυτό. Οι δυο φίλοι του διέσχισαν τούτο τρέχοντας, ενώ ο παθών παρέμεινε ακίνητος επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής και επ' αυτού προσέκρουσε το όχημα, που ήδη είχε ενεργήσει αποφευκτικό προς αριστερά ελιγμό και καθυστερημένα τροχοπέδηση.

Το ποσοστό ευθύνης ανέρχεται σε 60% για τον οδηγό και 40% για τον πεζό." Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσο ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την συνυπαιτιότητα του θανόντος πεζού. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, και τα οποία βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι αυτός οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης και επιβαλλόμενης για κατοικημένη περιοχή, και δεν τροχοπέδησε άμεσα το όχημά του προ των διερχόμενων πεζών, αλλά μόνο προέβη σε προειδοποίηση τους (ηχητική και δια των φώτων), ενώ, μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντιλήφθηκε τον εξ αυτών ιστάμενο επί της διαχωριστικής γραμμής, τον οποίο και παρέσυρε.

Ακόμη και σχετικώς με την ύπαρξη συντρέχουσας υπαιτιότητας του πεζού δέχθηκε ότι αυτός επιχείρησε σε νυκτερινή ώρα να διασχίσει κάθετα την οδό, χωρίς να ελέγξει με προσοχή και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων επ'αυτής. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή κατά τους ισχυρισμούς της, από το Εφετείο δεν λήφθηκε υπόψη ότι ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει την οδό νύκτα και μολονότι είχε αντιληφθεί ερχόμενο το αυτ/το εκ των φώτων του, ενώ αντίθετα δεν διευκρίζεται η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο οδηγός του αυτοκινήτου τους πεζούς.

Η ως άνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.

Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και ο εν λόγω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.7.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 17/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ 84/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ