Legislator Case Law & Legislation
1445/2021 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal against lower court's damages award for mental suffering.

Case Number 1445/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the insurance company's appeal against a first-instance judgment awarding damages for mental suffering to the deceased's relatives. The lower court determined that the emotional bonds and intensity of the grief justified the specific compensation amounts awarded. The appellate court found the reasoning sufficient, the discretion exercised within limits, and the amounts reasonable according to common practice.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 paragraph b, and 914 of the Civil Code; The court established that when assessing compensation for mental suffering, the judge must consider the nature of the relationship and the intensity of the grief, and the awarded amount must not exceed the limits of reasonable discretion and proportionality.

Keywords

AI generated
mental suffering damages tort liability discretionary assessment proportionality principle appeal admissibility emotional bonds judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 paragraph b, and 914 of the Civil Code
Articles 553, 556, 558, 564 paragraph 3, and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1445 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1445/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "I. Α.", που εδρεύει στη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου … και 2) Σ. Λ. το γένος Α. Σ., κατοίκου …, oι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλέττη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2413/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7014/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 3-5-2020 (αρ. κατ.2728/291/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 7014/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο ( αρθ. 614 παρ.6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Η από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14-11-2016 και με αρ. κατάθεσης 507502/4229/2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες, στρεφόμενες α) κατά του Δ.

Σ., ως προς τον οποίο νόμιμα παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής ενώπιον το πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και β) της αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκαν, ότι την 15-1-2016 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. … Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της Α.

Κ., μητέρας και αδελφής, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης -αναιρεσείουσας να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.144,42 ευρώ ως έξοδα κηδείας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.2413/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία καταργήθηκε η δίκη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και έγινε μερικά δεκτή η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου, πρώτος εναγόμενος.

Κατά της απόφασης αυτής η δεύτερη εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 2-11-2018 και με αρ. κατάθεσης 103176/7213/2018 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο Δ.

Σ., δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας τις ενάγουσες μικρότερα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως σε αυτές.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί του κρίσιμου ζητήματος των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό προσώπων, παραβίασε ευθέως τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 ΑΚ, 7 παρ. 1, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2, και 3, 38 παρ. 1,2, 4α, β, ε και 50 του Ν. 2696/1999.

Ότι ειδικότερα στο πόρισμά του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατέληξε α) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914,300 και 330 Α.Κ. ως και 12 παρ1, 19 παρ.1,2,3, του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), όσον αφορά στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να συντρέχουν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε σε αυτές β)κατ' εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7 παρ.1, 12 παρ.1,38 παρ.1,2,4 εδ.

α,β,ε του νόμου 2696/1999, όσον αφορά στην συμπεριφορά της θανούσας, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν εφαρμοστέες, γ) κατά παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 50 ν.2696/1999 και δ)των παρακάτω διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, προκειμένου να προβεί σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε στις παραπάνω διατάξεις και δη 1) σε περίπτωση που υπάρχει κίνηση οχημάτων στην οδό, δεν επιτρέπεται στους πεζούς να κατέλθουν στο οδόστρωμα είτε κινούμενοι εντός διαβάσεων πεζών είτε εκτός αυτών ακόμη και αν ο φωτεινός σηματοδότης έχει πράσινη ένδειξη για τους πεζούς 2) αν ένα όχημα κινούμενο με πράσινο σηματοδότη αναγκαστεί να διακόψει την πορεία του προσωρινά λόγω κίνησης άλλων οχημάτων ή άλλου εμποδίου πάνω σε διάβαση πεζών, δικαιούται μετά την άρση του εμποδίου να συνεχίσει την πορεία του ακόμη και αν υπάρχει εναλλαγή του φωτεινού σηματοδότη τόσο για το ίδιο (από πράσινο σε κόκκινο χρώμα) όσο και για τους πεζούς (από κόκκινο σε πράσινο χρώμα) και 3) η ορατότητα προς τα εμπρός ενός οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, το κουβούκλιο του οποίου είναι υπερυψωμένο σε σχέση με την καμπίνα οδηγού επιβατηγού αυτοκινήτου, προκειμένου να αντιληφθεί πεζό, που διέρχεται μπροστά από το αυτοκίνητο, είναι περιορισμένη λόγω του ύψους της καμπίνας του οδηγού και εξαρτάται από το ύψος του πεζού και από την απόσταση από την οποία διέρχεται αυτός σε σχέση με την εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου.

Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του, χωρίς να διαλαμβάνει στην απόφασή του αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της συμπεριφοράς της θανούσας πεζής και του οδηγού του αυτοκινήτου, της έλλειψης αμέλειας που δέχτηκε για την πεζή, της συνδρομής του στοιχείου της αμέλειας που δέχτηκε για τον οδηγό του αυτοκινήτου και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και του αποτελέσματος (θανάσιμου τραυματισμού της πεζής), στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα δεν αναφέρει: α) το πλάτος της επί της οδού … διάβασης πεζών, αν το φορτηγό, όταν ακινητοποιήθηκε, καταλάμβανε όλο το πλάτος της διάβασης ή μέρος αυτής και πόσα συγκεκριμένα μέτρα, σε ποιά πλευρά του οδοστρώματος της οδού … πραγματοποιούσε ελιγμό στάθμευσης το αυτοκίνητο που εμπόδισε την κίνηση του φορτηγού και σε ποια απόσταση από αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν ήταν ασφαλής και σύννομη η κίνηση της πεζής, β) δεν αναφέρει αν η πεζή διέσχιζε το οδόστρωμα μέσα από την διάβαση ή εκτός αυτής και αν προηγουμένως ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν η κίνηση της πεζής ήταν σύννομη, γ) δεν αναφέρει σε ποια απόσταση μπροστά από το φορτηγό διέσχιζε το οδόστρωμα η πεζή, το ύψος του κουβουκλίου και της θέσης του οδηγού από το οδόστρωμα ως και την απόσταση της θέσης του οδηγού από τον υαλοπίνακα του εμπρόσθιου μέρους του οχήματος, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η δυνατότητα του οδηγού να αντιληφθεί την πεζή, δ) δεν αιτιολογεί γιατί η ενέργεια της θανούσας να διασχίσει το οδόστρωμα, ήταν νόμιμη, μη συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα, μόνο εκ του γεγονότος, ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε πράσινη ένδειξη για τους πεζούς, αν και δέχεται ότι υπήρχε κίνηση των οχημάτων στην οδό …, ότι το ζημιογόνο όχημα είχε εισέλθει κανονικά με πράσινη ένδειξη στην παραπάνω οδό, είχε ακινητοποιηθεί αναγκαστικά πάνω στην διάβαση και ότι για να διασχίσει πεζός το οδόστρωμα στην συγκεκριμένη διάβαση την χρονική εκείνη στιγμή θα έπρεπε να κινηθεί μεταξύ του προσωρινά ακινητοποιημένου φορτηγού και του αυτοκινήτου που πραγματοποιούσε ελιγμό στάθμευσης, ε) αν και δέχεται ότι το αυτοκίνητο κτύπησε την πεζή με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του και ότι η πεζή έπεσε στο οδόστρωμα με τα κάτω άκρα της προς την οδό …, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι ο οδηγός συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα ο πίσω αριστερός τροχός του αυτοκινήτου να πατήσει τα κάτω άκρα της πεζής, χωρίς να αιτιολογεί πως είναι δυνατόν να πατηθούν τα κάτω άκρα της πεζής από τον πίσω αριστερό τροχό και όχι από τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό, στ) αν και δέχεται αρχικά ότι η πεζή προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι αυτή κινείτο από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με το αυτοκίνητο, ώστε λόγω της αντίφασης αυτής δεν μπορεί να ελεγχθεί τι ακριβώς δέχτηκε το δικαστήριο όσον αφορά την κίνηση της πεζής σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ζ) αν και δέχτηκε ότι η πεζή διέσχιζε το οδόστρωμα της οδού … από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με τη πορεία του φορτηγού (αντιφατικά με την προηγούμενη παραδοχή του ότι κινείτο από δεξιά προς τα αριστερά) και ότι κτυπήθηκε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού στην συνέχεια δέχτηκε αντιφατικά, ότι η πεζή, όταν κτυπήθηκε, είχε διασχίσει πλέον των 2/3 της διάβασης, ερχόμενο σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία είναι αδύνατον η πεζή να έχει διασχίσει τα 2/3 του οδοστρώματος με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και να κτυπηθεί από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 7014/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 15 Ιανουαρίου 2016 ο Δ.

Σ. οδηγώντας το με αριθμ.κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ι. Ζ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν επί της οδού …, στην … με κατεύθυνση από οδό … προς οδό …, με πρόθεση να ενεργήσει αριστερή στροφή στη συμβολή της ως άνω οδού με την οδό … και να εισέλθει σε αυτή με κατεύθυνση προς την οδό ….

Η κυκλοφορία των οχημάτων στη συμβολή των ως άνω οδών ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες (με σχήμα βέλους για την αριστερή στροφή). Την ίδια χρονική στιγμή η Α. Κ., 84 ετών, πεζή. βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων με κατεύθυνση από την οδό … προς την οδό …, με πρόθεση να διασχίσει την οδό … και να συνεχίσει την πορεία της επί του πεζοδρομίου με την ίδια κατεύθυνση.

Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της οδού … είναι 9,2 μέτρα, μονόδρομος, με σχετική διαγράμμιση επί του οδοστρώματος για τους πεζούς, ενώ υπάρχει και φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος ήταν για τους πεζούς ερυθρός. Εκείνο τον χρόνο ο ως άνω Δ. Σ. μόλις ο φωτεινός σηματοδότης έγινε πράσινος για την πορεία του, ενήργησε αριστερή στροφή και εισήλθε στην οδό …, με μικρή ταχύτητα λόγω κίνησης, ακινητοποιώντας εν συνεχεία το όχημά του πάνω στην διάβαση πεζών διότι έμπροσθεν αυτού υπήρχε όχημα που ενεργούσε ελιγμό στάθμευσης.

Όση ώρα ήταν ακινητοποιημένο το όχημα που οδηγούσε ο Δ. Σ., ο φωτεινός σηματοδότης έγινε πράσινος για τους πεζούς επί της οδού …. Τότε η Α. Κ. κατήλθε του πεζοδρομίου με σκοπό να διασχίσει αυτή και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κι ενώ η τελευταία είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος της οδού κι ετοιμαζόταν να αφήσει πίσω της το οδόστρωμα, κινούμενη έμπροσθεν του ακινητοποιημένου φορτηγού αυτοκινήτου, ο Δ.

Σ., από ανεπιτηδειότητα και απροσεξία στην οδήγηση και μη ασκώντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ξεκινώντας πάλι, αφού το όχημα που τον εμπόδιζε προηγουμένως είχε ολοκληρώσει τον ελιγμό του, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την προαναφερθείσα πεζή ενάγουσα, με αποτέλεσμα να την χτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο αριστερό μέρος του σώματος της.

Η άτυχη γυναίκα έχασε την ισορροπία της ,έπεσε σε ύπτια θέση σχεδόν κάθετα στο οδόστρωμα, με το κεφάλι της να βρίσκεται πλησίον του αριστερού πεζοδρομίου της οδού … (σε σχέση με την πορεία των οχημάτων επ' αυτής) και τα κάτω άκρα της προς την οδό …. Ο οδηγός του φορτηγού δεν αντιλήφθηκε την πεζή ,αλλά συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα ο πίσω αριστερός τροχός του οχήματος που οδηγούσε να πατήσει τα κάτω άκρα της πεζής και να την τραυματίσει σοβαρά.

Έγινε αντιληπτό το περιστατικό από περαστικούς .οι οποίοι έκαναν νόημα στον οδηγό να σταματήσει και προσέτρεξαν προς βοήθεια στην τραυματισμένη γυναίκα. Συνεπεία δε της συγκρούσεως η ως άνω πεζή τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο Νοσοκομείο "Κ. Ε.Ε.Σ.", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα αριστερής πτέρνας, κάταγμα πρώτου δακτύλου, δεξιού άκρου ποδός και βαρείες κακώσεις μαλακών μορίων και των δύο άκρων ποσών σε μεγάλη έκταση (degloving), ήτοι εκτεταμένο απογαντισμό κάτω τριτημορίου κνήμης και πτέρνας άμφω.

Νοσηλεύτηκε αρχικά στο ως άνω Νοσοκομείο μέχρι την 24-1-2016, υποβληθείσα σε χειρουργική επέμβαση ήλωσης (Short-gnail) για το κάταγμα δεξιού μηριαίου, σε χειρουργική επέμβαση οστεοσύνθεσης με Κ-WIRE για το κάταγμα πρώτου δακτύλου δεξιού άκρου ποδός και σε συντηρητική θεραπεία για το κάταγμα πτέρνας. Επίσης υποβλήθηκε σε καθαρισμό με σύγκλιση τραυμάτων για τους απογαντισμούς των κάτω άκρων της και υποβαλλόταν σε αλλαγές των τραυμάτων της.

Την 24-1 - 2016 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο … "Θ." προς περαιτέρω αντιμετώπιση των εκτεταμένων απογαντισμών των κάτω άκρων της. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της μεταγγίστηκε, ελάμβανε ενδοφλέβια αγωγή, ήταν εμπύρετη, ενώ η καλλιέργεια τραύματος έδειξε την παρουσία των μικροβίων Streptococous και Candida, ενώ υποβαλλόταν σε τακτικές αλλαγές του τραύματος και συνεχή ιατρική παρακολούθηση.

Την 5-2-2016 οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε χειρουργικός καθαρισμός και τοποθέτηση δερματικών μοσχευμάτων μερικού πάχους στα κάτω άκρα της. Η κατάσταση της υγείας της λόγω των βαρυτάτων ως άνω τραυμάτων της σταδιακά επιδεινώθηκε και την 10-2-2016 παρουσίασε αιμοδυναμική αστάθεια παρά τις προσπάθειες αντιρρόπησης των γιατρών και εν συνεχεία στις 11-2-2016 διασωληνώθηκε στην Μ.Ε.Θ.

Έκτοτε η γενική της κατάσταση συνέχισε να επιδεινώνεται, έγινε ανουρική, παρουσίασε συμπτώματα σηπτικού shock και τελικά η Α. Κ. απεβίωσε την 14-2-2016. Ο θάνατος της επήλθε συνεπεία λοίμωξης του αναπνευστικού, απότοκος της νοσηλείας συνεπεία των βαρύτατων κακώσεων δεξιού κάτω άκρου εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την υπ' αριθμ.

… Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …. Επομένως, ο βαρύτατος τραυματισμός από τον οποίο δεν συνήλθε η πεζή, συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του θανάτου της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο τραυματισμός της πεζής και ο εξ αυτού προκληθείς θάνατός της οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Δ.

Σ.. ο οποίος δεν κατέβαλε την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή (μη ενσυνείδητη αμέλειά του) την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός . Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του συνίσταται στο ότι οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Αποτέλεσμα ήταν να μην αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή, η οποία βρισκόταν μπροστά του και ως εκ τούτου να μην προβεί σε επιβράδυνση της κίνησης του οχήματος του με τροχοπέδηση, παραχωρώντας της προτεραιότητα, έτσι ώστε να ολοκληρώσει το εγχείρημά της και να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, παραβιάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτια, άλλως συνυπαίτια κατά 95% στην επέλευση του τραυματισμού της είναι η θανούσα διότι: α) κατήλθε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει για να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, αφότου ο σηματοδότης για τους πεζούς ήταν ερυθρός και ενώ ο οδηγός του φορτηγού μετά την προσωρινή ακινητοποίηση του λόγω ελιγμών στάθμευσης προπορευόμενου οχήματος, προσπάθησε να ολοκληρώσει την αριστερόστροφη πορεία του από την οδό … προς την οδό … (προς …), β) επιχείρησε χωρίς έλεγχο να διέλθει μπροστά από το φορτηγό σε σημείο που δεν ήταν ορατή, ούτε ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτή από τον οδηγό του φορτηγού λόγω του μεγάλου όγκου του και μάλιστα, ανάμεσα από προσωρινά ακινητοποιημένα λόγω κίνησης, οχήματα.

Επ' αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Η κυκλοφορία στη συμβολή των οδών … και … ρυθμίζεται με φωτεινό σηματοδότη. Όταν ο σηματοδότης είναι πράσινος για τα οχήματα που βρίσκονται στην … και θέλουν να εισέλθουν αριστερά στην οδό …,η διάρκεια το οποίου είναι 17 δευτερόλεπτα, ο σηματοδότης των πεζών στην οδό … είναι ερυθρό.

Αφού γίνει ερυθρός ο σηματοδότης στην οδό ..., ο σηματοδότης που είχε στην πορεία της η θανούσα, παραμένει για ακόμα 5 δευτερόλεπτα ερυθρός και γίνεται μετά πράσινος για 30 δευτερόλεπτα (βλ. την από 6-2-2016 αναφορά του υπαστυνόμου Μπολώση Γ) Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο υπαίτιος οδηγός ξεκίνησε να διενεργεί τον αριστερόστροφο ελιγμό του για να εισέλθει στην οδό ..., όμως δεν πρόλαβε να τον ολοκληρώσει, διότι προπορευόμενο όχημα διενεργούσε ελιγμούς στάθμευσης και ακινητοποιήθηκε πάνω στις γραμμές της διάβασης πεζών.

Εν τω μεταξύ ο σηματοδότης έγινε πράσινος για τους πεζούς, οπότε και η πεζή κατέβηκε στο οδόστρωμα και προσπάθησε να διασχίσει την διάβαση και να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Είχε διασχίσει πλέον των 2/3 της διάβασης, όταν παρασύρθηκε από το φορτηγό. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α.

Φ., για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλει, στην οποία δηλώνει ότι η πεζή πέρασε με πράσινο μπροστά από το ακινητοποιημένο φορτηγό, όσο και από την κατάθεση του ιδίου του οδηγού, ο οποίος στο από 15-2-2016 υπόμνημά του ομολογεί ότι δεν είδε την πεζή. Ο ισχυρισμός ότι δεν μπορούσε ο υπαίτιος οδηγός να αντιληφθεί την πεζή λόγω της διέλευσης της από το μπροστινό μέρος του και του μεγάλου ύψους του οχήματος του που του μειώνει την ορατότητα, κρίνεται μη πειστικός, διότι θα μπορούσε να την αντιληφθεί εάν έλεγχε τη διάβαση των πεζών, οπότε και θα αντιλαμβανόταν την πεζή, η οποία κινούνταν από αριστερά προς τα δεξιά του, έχοντας μεγάλη ορατότητα λαμβανομένου υπόψη του ότι το φορτηγό είναι ανυψωμένο, λόγω του μεγάλου ύψους του κουβουκλίου του, που του επιτρέπει να ασκεί πλήρη εποπτεία του χώρου μπροστά από αυτό και αφετέρου η θανούσα διέθετε το μέσο ύψος (περίπου 1,65).

Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του φορτηγού και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα ισχυριζόμενα με τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν και συνακόλουθα και αυτός ο λόγος έφεσης.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση του φορτηγού αυτοκινήτου πριν και μετά το ατύχημα, το σημείο κίνησης αυτού επί της οδού, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού κατά τον πριν το ατύχημα χρόνο, ως και η υπαιτιότητα που του αποδίδεται και συγκεκριμένα ότι αυτός οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται σε ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή που διέσχιζε την διάβαση μπροστά του και να μην παραμείνει ακινητοποιημένος, ώστε να δοθεί στην πεζή ο χρόνος να ολοκληρώσει το εγχείρημά της και να ανέλθει στο πεζοδρόμιο.

Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του περί υπαιτιότητας του πιο πάνω οδηγού και η οδηγική συμπεριφορά αυτού, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος. Αντίθετα δέχτηκε ότι δεν προέκυψε αμέλεια της θανούσας, αφού αυτή κατήλθε του πεζοδρομίου και διέσχιζε το οδόστρωμα στην διάβαση πεζών, αφότου ο φωτεινός σηματοδότης είχε πράσινη για τους πεζούς ένδειξη.

Συνεπώς αυτή κινήθηκε σύννομα, ενώ το ζημιογόνο αυτοκίνητο όφειλε να αναμένει την διέλευση των πεζών (και της θανούσας) και να παραχωρήσει σε αυτούς προτεραιότητα. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση.

Η παράθεση των επιπλέον αυτών αιτιολογιών, υπό τα αριθμητικά στοιχεία α, β, γ, δ και ε, δεν ήταν αναγκαία, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή, η οποία εκινείτο σύννομα επί της διάβασης, αφότου είχε πράσινη ένδειξη και την οποία μπορούσε να αντιληφθεί εάν έλεγχε τη διάβαση των πεζών οπότε και θα αντιλαμβανόταν την πεζή έχοντας μεγάλη ορατότητα λόγω του μεγάλου ύψους του κουβουκλίου που του επιτρέπει να ασκεί πλήρη την εποπτεία του χώρου μπροστά από αυτό στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται αναλυτικά η κίνηση της θανούσας και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι......... "αυτή βρισκόταν στο πεζοδρόμιο δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... με πρόθεση να διασχίσει την οδό ... (δηλαδή από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και να συνεχίσει την πορεία της επί του πεζοδρομίου προς την ίδια κατεύθυνση.....

και (ενώ η τελευταία θανούσα) είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος της οδού και ετοιμαζόταν να αφήσει πίσω της το οδόστρωμα, κινούμενη έμπροσθεν του ακινητοποιημένου φορτηγού αυτοκινήτου...... με αποτέλεσμα να την κτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο αριστερό μέρος του σώματος της.

Η παραπάνω αναλυτική περιγραφή της κίνησης της θανούσας, του σημείου του σώματός της που επλήγη και το σημείου πρόσκρουσης του αυτοκινήτου προσδιορίζουν επακριβώς την κατεύθυνση αυτής. Επομένως η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην σελίδα 8 αυτής ότι η πεζή κινούταν από αριστερά προς τα δεξιά του αυτοκινήτου, αντί του ορθού από δεξιά προς τα αριστερά, είναι προφανές ότι οφείλεται σε παραδρομή του δικαστηρίου, η οποία δεν δημιουργεί ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την κατεύθυνση της πεζής και τις συνθήκες του ατυχήματος.

Με βάση όλα τα παραπάνω δεν συντρέχει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1 και 19 παρ.1,2,3 ν.2696/1999, 330 και 914 Α.Κ. οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις λοιπές παραπάνω διατάξεις οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Ο ίδιος λόγος κατά την ειδικότερη υπό στοιχείο δ αιτίαση είναι απορριπτέος, ως απαραδέκτος διότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα αναφερόμενα δεν συνιστούν τέτοια, αλλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως, κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στις αναιρεσίβλητες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το υπέρμετρο ποσό των 50.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του με ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση καθ' όσον δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ποια είναι η κοινωνική θέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και η οικονομική κατάσταση αμφοτέρων, την οποία έλαβε υπόψη της για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και β) τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρο 932 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά το χρόνο του θανάτου της η άτυχη γυναίκα ήταν 84 ετών. Ζούσε μόνη της στην ..., κοντά στην παντρεμένη μοναχοκόρη της, με την οποία είχε άριστες σχέσεις, ενώ διατηρούσε ιδιαίτερο δεσμό αγάπης με την ενάγουσα αδελφή της με την οποία είχαν στενές σχέσεις.

Η θανούσα παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, αυτοεξυπηρετούνταν, ήταν δραστήρια, .κοινωνική (συμμετείχε σε κοινωνικές εκδηλώσεις, εκδρομές ,είχε κοινωνικές σχέσεις με συγγενείς και φίλους) και η υγεία της ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Η ενάγουσα θυγατέρα της (γεν. 1972) η οποία είχε χάσει τον πατέρα της στην ηλικία των έξι ετών, είχε ιδιαίτερους δεσμούς αγάπης, σεβασμού με τη μητέρα της, ενόψει του ότι ήταν το μονάκριβο παιδί της θανούσας και ουσιαστικά την ανέθρεψε μόνη της.

Συμπαραστεκόταν και στήριζε η μία την άλλη και οι επαφές τους ήταν καθημερινές. Η ίδια (ενάγουσα) είναι απόφοιτος επαγγελματικού λυκείου στην ειδικότητα υπαλλήλων γραφείου, καθώς και απόφοιτη ιδιωτικής σχολής καλλωπισμού σκύλων και κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν άνεργη. Η δεύτερη ενάγουσα (γενν. 1942), μία από τα τέσσερα αδέλφια της θανούσας, παρότι διέμενε σε διαφορετική περιοχή της … (…), εντούτοις ήταν πολύ δεμένη με την θανούσα και είχαν στενούς δεσμούς αγάπης μεταξύ τους.

Συμπαραστεκόταν η μία στην άλλη και συμμετείχαν μαζί σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις (εκδρομές, επισκέψεις σε συγγενείς κλπ). Συνεπεία του απροσδόκητου και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες θανάτου αυτού οι προαναφερθείσες ενάγουσες, επήλθε ανεπανόρθωτη διατάραξη της συναισθηματικής τους ισορροπίας που τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον.

Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε ανωτέρω, πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτές εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη θλίψη, τον πόνο και τη στενοχώρια τους. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το υπό κρίση ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του Δ.

Σ., την ηλικία της και την ηλικία των δικαιούχων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (και όχι της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, τους δεσμούς αγάπης που τις συνέδεαν με την θανούσα, τη διάρκεια και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, το στενό συναισθηματικό δεσμό και το βαθμό της συγγένειάς τους που συνέδεε με την θανούσα και επίσης την αρχή της αναλογικότητας κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν...".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων στα πιο πάνω ποσά, ήτοι σε αυτά των 50.000 ευρώ και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη, εκτός άλλων και τους δεσμούς αγάπης που συνέδεαν τις ήδη αναιρεσίβλητες με την θανούσα, την διάρκεια και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας τους, και, επομένως, της ψυχικής ταλαιπωρίας τους, και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται η κοινωνική θέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και η οικονομική κατάσταση αμφοτέρων, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, όπως και ο συναφής αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος που, καθ' όσον το Εφετείο στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του εκτιμήσεως όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης, χρηματικής ικανοποιήσεως δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς τα ανωτέρω στοιχεία σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης. Επομένως μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, παρέλκει η εξέταση του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2020 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2728/291/25-5-2020) αίτηση για αναίρεση της 7014/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ