Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employee failed pension eligibility at contract end.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for severance pay upon termination. The appellant argued that the contract's natural expiration should have triggered pension benefits regardless of his age or tenure at that specific moment. The court ruled that the appellant did not meet the statutory conditions for full retirement pension when his fixed-term contract ended, rendering the lower court's application of the relevant laws correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(b) of Law 3198/1955, as amended by Law 435/1976 and Article 30 of Law 2556/1997; The right to severance pay upon retirement is contingent upon meeting specific pension eligibility criteria at the time of contract termination, irrespective of the contract's expiration method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1445 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. εκμεταλλεύσεως λεωφορείων ΚΤΕΛ ..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κώτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.6.2018 και με αριθμό κατάθεσης 38/4.10.2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 241/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, επί της από 20.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 343/7.10.2011 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Α., με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της υπ' αριθ. 4320/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.6.2008 με αριθμό καταθέσεως 2630/18.6.2008 αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδοτήσεως το ποσό των 45.5 56 ευρώ ως κυρίως ασφαλισμένου, άλλως το ποσό των 18.229 ευρώ, ως επικουρικά ασφαλισμένου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σ'αυτή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 5.10.2015, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/201 15 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν επιδόθηκαν μέχρι την 1.1.2016, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ. ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικογραφιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019 Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Κατά το άρθρο 8 εδάφιο του Ν. 3198/1955 "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά του αυτού εργοδότη, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ήτο υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενου ορίου ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας τους αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν. 2112/1920 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του ΒΔ της 16/18.7.1920 οριζόμενης αποζημιώσεως διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος".
Περαιτέρω με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του ΝΔ 3788/1957 και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού διά την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις δύνανται εάν...
έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες... οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά της εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου...".
Αμφότερες οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3198/1995, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά το Ν.4046/2012, με τον οποίο εγκρίθηκε το μνημόνιο συννενόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τράπεζας της Ελλάδος και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού πράξη 6 της 28.2.2012 (ΠΥΣ) που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 (ΑΠ 228/2019 ΤΝΠ- Νόμος), η πρώτη των οποίων περιορίζεται στις περιπτώσεις αποχώρησης του μισθωτού που δεν έχει συμπληρώσει τις κατά την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, έχουν αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για την διευκόλυνση της ανανέωσης του προσωπικού των επιχειρήσεων εισάγουν ως κίνητρο την μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη στην περίπτωση του εδαφίου β' και ιδρύουν για πρώτη φορά δικαίωμα λήψης της ίδιας αποζημίωσης από τον μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς είτε χωρίς ή με τη συγκατάθεση του εργοδότη (στο εδ.
β ) είτε με τη συγκατάθεση του εργοδότη (στο εδ. α ) από την υπηρεσία του υπό τον όρο της συνδρομής των λοιπών διαλαμβανομένων σε αυτές προϋποθέσεων (Ολ. ΑΠ 1/2006). Οι εν λόγω διατάξεις όμως είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, πριν από τη λήξη της συμβάσεως.
Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή το μισθωτό, με την πλήρωση δε της αίρεσης αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοστούν και επ' αυτής, συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 εδ.
α' ή β' του Ν. 3198/1995 (Ολ.ΑΠ 1110/1986). Κατά συνέπεια/οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αφορούν εκείνους των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε είτε με τη συμπλήρωσή του κατά τον κανονισμό ορίου ηλικίας, είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου αυτής, οπότε η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 669 παρ.1 του Α.Κ., αφού στις περιπτώσεις αυτές ο μισθωτός ούτε αποχωρεί οικειοθελώς, ούτε απομακρύνεται από τον εργοδότη.
Σ' αυτούς δηλαδή που χάνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται, ενώ μπορούσαν, δίνει ο νόμος ως αντάλλαγμα αποζημίωση για να αποχωρήσουν ή να απομακρυνθούν. Σ' εκείνους, όμως, που δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί λήγει ο χρόνος διάρκειας της σύμβασής του, δεν παρέχει ο νόμος αποζημίωση, αφού αυτοί δεν χάνουν τίποτε (Ολ.
ΑΠ 25/2000, ΑΠ 1362/2018, ΑΠ 325/2017, ΑΠ 2084/2013 ΤΝΠ-Νόμος). Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προϋπόθεση για την απόληψη της παραπάνω αποζημίωσης είναι ότι ο μισθωτός : 1) συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, πριν τη λήξη της σύμβασης εργασίας του και 2) αποχώρησε από την εργασία του ή προκειμένου για υπάλληλο αποχώρησε ή απομακρύνθηκε από τον εργοδότη του, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του με πλήρη σύνταξη γήρατος, την οποία και πέτυχε να λάβει χωρίς να μετέλθει νέα απασχόληση σε άλλο εργοδότη (ΑΠ 228/2019, ΑΠ 1362/2018, ΑΠ 325.2017, ΑΠ 537/2017, ΑΠ 830/2015, ΑΠ 473/2014, ΤΝΠ-Νόμος).
Από τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών γεννάται η αξίωση αποζημίωσης έναντι του εργοδότη, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης προς τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος (ΑΠ 44/2006, ΑΠ 414/1991 ΤΝΠ-Νόμος).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2556/1997, του οποίου η ισχύς άρχισε από 24.12.1997, οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι
ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του Α Ν. 173/1967. Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο τις εκκρεμείς δίκες ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, όπως ρητά προβλέπεται από την ίδια διάταξη, αλλά και όσους δεν είχαν ασκήσει τη σχετική αγωγή πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, αν κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε συμπληρωθεί ή εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία της αξιώσεώς τους, κατ' άρθρο 6 παρ.2 Ν. 3198/1955, διότι ο αποκλεισμός της αναδρομικότητας της διατάξεως αυτής για όσους δεν έχουν ασκήσει αγωγή πλήρους αποζημιώσεως μέχρι την έναρξη ισχύος της αν τίθενται στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 19/2009). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι την αυξημένη αποζημίωση του άρθρου 30 Ν. 2556/1997 δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ από τον εργοδότη τους, στην περίπτωση απολύσεως από αυτόν ή αποχωρήσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως, υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 2112/1920. Ειδικότερα δε, σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως, παραπέμπει στην αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 865/2010, ΑΠ 69/2010, ΑΠ 2198/2009).
Εξάλλου στις 10.7.1999 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο την οποία συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (ES UNICH και EE), στην οποία ορίζεται ότι στα Κράτη Μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10.7.2001 με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10.7.2002, της οποίας δυνατότητα η Ελλάδα έκανε χρήση.
Η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής. Με την ως άνω οδηγία καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:
α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κλπ (ρήτρα4) και β) τη λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006 ΤΝΠ-Νόμος).
Η ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης" προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση| εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους".
Επιδίωξη της ρήτρας 4 της συμφωνίας πλαισίου είναι να εφαρμόσει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μία τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη με σκοπό να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζόμενους αορίστου χρόνου (ΔΕΕ 13-3-2014, (38/13, ΔΕΕ 5-6-2018, (574/2016, ΔΕΚ 13.9.2007, (πολ.
C-307/2005). Τη μεταφορά της απαγόρευσης των διακρίσεων στην εσωτερική έννομη τάξη υλοποίησε ο Έλληνας νομοθέτης με το άρθρο 4 ΠΔ 81/2003 για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και με το άρθρο 4 του ΠΔΣ 161/2001 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρ. 4 του ΠΔ 81/2003, που εφαρμόζεται και στα ΚΤΕΛ, που αποτελούν ΝΠΙΔ και ήδη μετά το Ν. 2063/2002 ανώνυμες εταιρείες, επί των οποίων ισχύουν οι γενικές περί ΝΠΙΔ διατάξεις (βλ. ΑΠ 524/2016, ΑΠ 1326/201 ΤΝΠ-Νόμος) "Όσον αφορά τους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου".Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν".
Για να διαπιστωθεί αν πράγματι ο εργοδότης παραβιάζει την θεσπιζόμενη από το άρθρο 4 του ΠΔ απαγόρευση των διακρίσεων θα πρέπει να γίνει σύγκριση με έναν εργαζόμενο που απασχολείται με σύμβαση αορίστου χρόνου. Από το άρθρο 3 του Π.Δ. προκύπτει ότι "συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου είναι εκείνος που απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων.
Διαφορά ουσιώδης ως προς τα άνω προσόντα και δεξιότητες συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ. Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία υπό την έννοια της συμφωνίας - πλαισίου, πρέπει κατ' εφαρμογή της ρήτρας 3 σημείο 2 και της ρήτρας 4 σημείο 1 να εξετασθεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση οι όροι εργασίας (ΔΕΕ 18/10.2012 C-302/11, ΔΕΕ 5.6.2018 C-574/16), καθώς και το αντικείμενο και ο σκοπός της πράξης (ΔΕΕ 16-12-2008, C-127/2007, ΔΕΕ 12.1.2013, C-361/2012), τα πρόσωπα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντα σε συγκρίσιμη κατάσταση.
Η σύγκριση, σε κάθε περίπτωση, γίνεται με εργαζόμενο απασχολούμενο με σύμβαση αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, και αυτό γιατί η απαγόρευση διακρίσεων δεν ισχύει μεταξύ διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου (ΔΕΕ 14-9-2016,c-16/2015).
Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του ΠΔ και της οδηγίας, η απαγόρευση διακρίσεων αναφέρεται στους "όρους απασχόλησης". Στην έννοια των όρων απασχόλησης περιλαμβάνονται οι αμοιβές, παροχές και εν γένει δικαιώματα, όπως οι όροι καταγγελίας, αποζημίωση απόλυσης κλπ (ΔΕΕ 13-3- 2014, C-38/13, ΔΕΕ 5-6-2018, C-574/2016). Ειδικά για τους όρους εργασίας που εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργαζόμενου στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη, η παράγραφος 2 του Π.Δ. 81/2003, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 180/2004 ορίζει ότι "όταν τα δικαιώματα του εργαζομένου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εκτός αν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση". Η διαφορετική μεταχείριση όμως δεν παραβιάζει την απαγόρευση αν αυτή δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο που δεν συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης εργασίας. Αποφασιστική σημασία για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, αποτελεί ο επιδιωκόμενος με την παροχή σκοπός (ΔΕΕ - 5-6-2018, C-574/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Εν προκειμένω, την 5-12-1984, ο ενάγων - εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγόμενη - εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εφεδρικός οδηγός, περιλαμβανόμενος στο έκτακτο προσωπικό και με την ιδιότητά του αυτή απασχολήθηκε έως την 26-5-1996, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Έκτοτε δεν ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος με νέα ορισμένου χρόνου σύμβαση, ούτε απασχολήθηκε στην εφεσίβλητη ο εκκαλών. Για τη μορφή της σχέσης εργασίας των διαδίκων αποφάνθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, αφού ως νεώτερη υπερισχύει των παλαιοτέρων αντιφατικών μεταξύ τους τελεσιδίκων αποφάσεων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, η με αριθμό 150/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η αναίρεση κατά της οποίας απορρίφθηκε με την με αρ. 493/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο εκκαλών ανήκε στο έκτακτο προσωπικό της εφεσίβλητης και συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε την 26-5-1996. Επομένως, η μεταξύ των διαδίκων σχέση εργασίας έληξε λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου και όχι με καταγγελία ή αποχώρηση αυτού λόγω συνταξιοδότησης.
Συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εκκαλών δεν δικαιούται αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται την αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 435/1976 και άρθρ. 30 Ν. 2556/1997, διότι η σύμβαση εργασίας του ορισμένου χρόνου έληξε στις 26.5.1996, λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου και όχι με καταγγελία ή οικειοθελή αποχώρηση λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν πληρούσε στις 26.5.1996 που έληξε η σύμβαση του λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, τις οποίες συμπλήρωσε στις 26.5.2008, όπως ο ίδιος εξέθεσε στην αγωγή του, στο ιστορικό της οποίας αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση και διαλαμβάνει άλλωστε και στην ένδικη αίτησή του.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στο μοναδικό λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως ορθά εκτιμάται, ότι οι πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις τυγχάνουν εφαρμοστέες αδιακρίτως του τρόπου λήξης της ορισμένου χρόνου εργασίας του και ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως κατά τη λήξη της των προϋποθέσεων της λήψης πλήρους σύνταξης δεν ευρίσκει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, νομικό έρεισμα.
Ο δε ειδικότερος ισχυρισμός του ότι το Εφετείο παραβίασε τη ρήτρα 4 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου της οδηγίας 1999/70 Ε.Κ και το άρθρο 4 του ΠΔ 81/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 ΠΔ 180/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η άνω οδηγία, που απαγορεύει τις διακρίσεις, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μεταξύ συγκρίσιμων εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου, διότι έπρεπε να δεχθεί (το Εφετείο) ότι έχοντας απασχοληθεί σε περισσότερους εργοδότες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δικαιούται αναλογικά από κάθε εργοδότη και στην προκειμένη περίπτωση από την αναιρεσίβλητη εταιρία, την αποζημίωση απολύσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι κατά τα προαναφερόμενα, δεν δικαιούται αποζημιώσεως από την αναιρεσίβλητη, καθόσον όταν λύθηκε η σχέση εργασίας στις 26.5.1996 δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τούτο ανεξαρτήτως του τρόπου που η σύμβαση εργασίας του έληξε, του είδους αυτής ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, και της προηγούμενης ή μεταγενέστερης της λύσης της ένδικης σύμβασης, απασχόλησης υπό καθεστώς εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.6.2018 αίτηση του Γ. Α. κατά της υπ' αριθ. 241/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ