1445/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5154/2006, 3366/2007, 5949/2008 μη οριστικές και 133/2011 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1445/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1445 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1445/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρακόιδα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5154/2006, 3366/2007, 5949/2008 μη οριστικές και 133/2011 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/1/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 5/12/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 133/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.133/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφού απέρριψε την από 3-10-2005 έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την από 4-10-2005 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια υπ’ αριθμ.824/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας επί της υπόθεσης, απέρριψε την από 14-11-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής συμφωνηθέντος ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης δυνάμει των υφιστάμενων μεταξύ τους συμβάσεων ασφάλειας ζωής, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του άρθρου 3 παρ.6 ν.2496/1997, που προέβαλε η εναγόμενη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τo άρθρο 3 του ν. 2496/1997 στις παράγραφους 1, 6 και 7 εδ.β’ και γ’ , οι οποίες σύμφωνα με την παράγραφο 8 αυτού, εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ζωής και ασθενειών, ορίζει ότι: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δήλωσα στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α. συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β.
δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ. δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή." (παρ. 1). "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή." (παρ. 6). "Στην περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.
Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων, που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής" (παρ. 7 εδ.
βγ). Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγονται, πλην άλλων και τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ζωής μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους του ασφαλιστή, με την έννοια ότι το περιστατικό αυτό, επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας, οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη, που καλύπτει την ασφάλιση, πράγμα, το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δικαίου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας.
Στην ασφάλιση προσώπων, όπως είναι και η ασφάλιση ζωής, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μόνο στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν επλήρωσε το ως άνω ασφαλιστικό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή από δόλο.
Απαιτείται, δηλαδή, γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός, που απέκρυψε από τον ασφαλιστή, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτή, ενώ το περιστατικό που αποκρύφθηκε, θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, υπό την προαναφερόμενη έννοια, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος, που θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους.
Με τη συνδρομή δε και των λοιπών προϋποθέσεων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους, έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδραση ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε από αυτή, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή.
Συνακόλουθα τούτων, σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσης από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στον λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρέωσαν του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι, μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας, ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα πως εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πλέον για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή (ΑΠ 442/2012, ΑΠ 1951/2013, ΑΠ 755/2014, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 627/2016).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφού έκρινε ότι με την από 13-1-2009 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../5-5-2009) κλήση του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος - εκκαλούντος εφεσίβλητου Π. Μ., παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του, η ένδικη υπόθεση, μετά την έκδοση των αποφάσεών του α)υπ’ αριθμ.5154/2006, με την οποία (απόφαση) αφενός μεν έγιναν τυπικά δεκτές οι πιο κάτω συνεκδικασθείσες εφέσεις των διαδίκων, αφ’ ετέρου δε αναβλήθηκε, κατά τα λοιπά, να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ουσίας, και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ’ αρθρ. 254 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ.προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη επί των θεμάτων, που διαλαμβάνονται σε αυτή και ορίσθηκε πραγματογνώμων προς διεξαγωγή της σχετικής πραγματογνωμοσύνης ο Ιατρός Παθολόγος Κ.
Μ., β)υπ’ αριθμ.3366/2007, με την οποία (απόφαση) διατάχθηκε και πάλι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, (κατ’ αρθρ. 254 παρ. 1 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, στο πλαίσιο της οποίας ο με την αυτή απόφαση διορισθείς πραγματογνώμων Γ. Γ. Τ., ειδικός δικαστικός γραφολόγος κλήθηκε να αποφανθεί αν η υπογραφή, στο πρωτότυπο από 27/3/2002 έγγραφο "φύλλο ελεγκτικής διαδικασίας" του "..." του "…Αθηνών", στη θέση "υπογραφή ασφαλισμένου (συγγενούς ή συνοδού)", έχει τεθεί από τον ενάγοντα - εκκαλούντα - εφεσίβλητο, και γ)υπ’ αριθμ.5949/2008, με την οποία (απόφαση), το μεν απορρίφθηκε η από 23/6/2008 αίτηση - κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου περί ανακλήσεως της 3366/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το δε έγινε δεκτή η σχετική αίτηση περί αντικατάστασης του προμνησθέντος πραγματογνώμονος, ο οποίος με την εν λόγω - 5949/2008-απόφαση αντικαταστάθηκε δια της διορισθείσας με την ίδια απόφαση, Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου Χ.
Τ. -Σ., από την οποία, όμως, τελικά δεν διενεργήθηκε η διαταχθείσα ως άνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ενόψει του ότι ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος με την ειρημένη κλήση του ζήτησε την επί της ουσίας συζήτηση των με αύξ. αριθμ. εκθ. κατάθεσης .../2005 αντιθέτων εφέσεων αυτού του ιδίου και της αντιδίκου του "...
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΖΩΗΣ ΑΕ", αντίστοιχα, δεδομένου ότι, ως διατείνεται στην παραπάνω κλήση, αφ’ ενός μεν η μνησθείσα διάδικος δεν επισπεύδει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και εκείνος αδυνατεί να το πράξει λόγω πλήρους οικονομικής του αδυναμίας, αφ’ ετέρου δε αναγκάζεται ,"προς απεμπλοκή της υποθέσεως και έκδοση οριστικής αποφάσεως" να αποδεχθεί ότι "η εις το επίδικο έγγραφο υπογραφή" είναι δική του, το δε περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου "όσον αφορά τη δήλωση ότι δήθεν έπασχε από 25ετίας εξ ηπατίτιδος Β, δεν ανταποκρίνεται εις την αλήθεια και ετέθη εις το εν λόγω έγγραφο εκ των υστέρων", και υπό τις συνθήκες, που αναφέρονται στο πιο πάνω δικόγραφο κλήσεως, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, νομίμως προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως έγγραφα από τους διαδίκους, "όσα ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος στο από 13-1-2009 και με αυξ.
αριθ. εκθ. καταθ. .../5-5-2009 δικόγραφο κλήσης του ειδικά συνομολόγησε και για τα οποία έγινε λόγος πιο πάνω" με τη σημείωση ότι η ομολογία αυτή "ως δικαστική τοιαύτη, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του αμέσως προηγούμενου διαδίκου", κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠολΔ, και όσα οι διάδικοι με τις προτάσεις τους ειδικά συνομολόγησαν), δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος, ενδιαφερόμενος να συνάψει με την αντίδικο του, ασφαλιστική εταιρεία "...
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ", ασφάλεια ζωής, υπέβαλε διαδοχικά σ’ αυτήν αιτήσεις σχετικές με την εν λόγω ασφάλεια. Συγκεκριμένα, 1)στις 6 Σεπτεμβρίου 1985 υπέβαλε την ... αίτηση ασφάλειας ζωής, 2)στις 2-3-1991, υπέβαλε την ... αίτηση ασφάλειας ζωής, και, τέλος 3)στις 11-10-1994, υπέβαλε την ... αίτηση ασφάλειας ζωής. Στα σχετικά έντυπα των παραπάνω αιτήσεων και κάτω από τη στήλη : "...
ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ" με αριθμό 5, υπάρχει η ένδειξη : 1. Έλκος στομάχου, 2. Έλκος δωδεκαδακτύλου, 3. Παθήσεις εντέρων, 4. Παθήσεις ήπατος, 5. Παθήσεις χολής, 6. Γαστροεντερορραγία, 7. Ίκτερο ή άλλη πάθηση του πεπτικού συστήματος, και η αρνητική απάντηση, με τη συμπλήρωση της στήλης ΟΧΙ, από την πλευρά του ενάγοντος.
Η ίδια αρνητική απάντηση σημειώθηκε και στην υπ’ αριθμόν 9 στήλη, στη σχετική ερώτηση Αλλες παθήσεις αίματος. Με βάση τις παραπάνω αιτήσεις, συνάφθηκαν συμβάσεις ασφάλισης (ζωής) και προσωπικών ατυχημάτων, και εκδόθηκαν τα ακόλουθα ασφαλιστήρια ζωής και προσωπικών ατυχημάτων: α) το .../6-9-1985, β) το .../2-3-1991 και γ) το υπ’ αριθμόν .../11-10-1994 ασφαλιστήριο.
Ι)Με το .../2-3-1991 ασφαλιστήριο, προβλέπονταν οι ακόλουθες παροχές: Βασική Ασφάλεια Ζωής Μικτή διάρκειας 20 ετών Δραχμές 1.000.000 Μόνιμη ολική ανικανότητα Δραχμές 1.000.000 Ασφάλεια σοβαρών ασθενειών Δραχμές 1.000.000 Θάνατος και διαρκής ανικανότητα Δραχμές 1.000.000 Ασφάλεια εισοδήματος το μήνα Δραχμές 100.000 Νοσοκομείο επίδομα, την ημέρα Δραχμές 2.400 Με τον 21° όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προβλέπεται η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων και των παροχών, διαμορφούμενου του ύψους των παροχών της εναγόμενης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρίας, από 1-1-2001, ως εξής :
Μικτή ασφάλεια ζωής διάρκειας 20 ετών Δραχμές 1.335.092 Θάνατος και διαρκής ανικανότητα Δραχμές 1.335.092 Νοσοκομειακό επίδομα, παροχές αυξημένες κατά 75 Δραχμές 2.568 Μόνιμη ολική ανικανότητα Δραχμές 1.335.092 Ασφάλεια εισοδήματος το μήνα Δραχμές 1.335.092 Ασφάλεια σοβαρών ασθενειών Δραχμές 1.335.092 (2) Με το υπ’ αριθμόν .../6-9-1985 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, προβλέπονταν οι ακόλουθες παροχές : Βασική Ασφάλεια Ζωής Μικτή διάρκειας 20 ετών Δραχμές 500.000 Κάλυψη θανάτου από ατύχημα Δραχμές 1.000.000 Κάλυψη μόνιμης ολικής ανικανότητας Δραχμές 500.000 Κάλυψη θανάτου και μόνιμης ανικανότητας από ατύχημα Δραχμές 1.000.000 Ασφάλεια εισοδήματος το μήνα Δραχμές 40.000 Από 1.1.1990, με βάση πρόσθετη σύμβαση με την εναγόμενη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή των παροχών των ασφαλίστρων, επήλθε αναπροσαρμογή των παροχών της τελευταίας προς τον αντίδικο της, διαμορφώθηκαν, δε, ως ακολούθως από 1ης Ιανουαρίου 2001:
Βασική ασφάλεια Ζωής (μικτή διάρκειας 20 ετών) Δραχμές 878.529 Θάνατος από ατύχημα Δραχμές 1.757.060 Θάνατος και διαρκής ανικανότητα Δραχμές 1.757.060 Ασφάλεια μόνιμης ολικής ανικανότητας Δραχμές 878.529 Ασφάλεια εισοδήματος το μήνα Δραχμές 70.282 Τέλος, 3) με το .../11-10-1994 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, προβλέπονταν υπέρ του ενάγοντος εκκαλούντος - εφεσίβλητου, οι ακόλουθες παροχές : Βασική Ασφάλεια Ζωής Ισόβιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ι Δραχμές 500.000 Ευρεία Νοσοκομειακή Περίθαλψη (10Α) "ΚΑΡΤΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ" για ποσό Δραχμές 1.500.000 Αναγνωριζόμενα έξοδα νοσηλείας την ημέρα μέχρι Δραχμές 12.000 CHECK UP μέχρι Δραχμές 20.000 Κατ’ εφαρμογή των όρων του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τα ασφάλιστρα και οι παροχές της εναγόμενης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρίας, από 1-1-2001, αναπροσαρμόσθηκαν και είναι οι ακόλουθες :
Ισόβιο Ασφαλιστέο Κεφάλαιο Δραχμές 600.000 Ευρεία Νοσοκομειακή Περίθαλψη Κάρτα Νοσηλείας για ποσό Δραχμές 1.800.000 Αναγνωριζόμενα έξοδα νοσηλείας την ημέρα μέχρι Δραχμές 13.400 CHECK UP μέχρι Δραχμές 24.000 Με βάση το άρθρο 3 των όρων του προσαρτήματος 10, ορίζεται ότι η αποζημίωση, που καταβάλλεται για οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις α, β και γ είναι ίση προς το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των πραγματοποιηθέντων και αναγνωριζόμενων εξόδων και αποτελεί το ανώτατο όριο αποζημίωσης για κάθε περίπτωση.
Αν, όμως, η νοσηλεία έγινε, στην Ελληνική Επικράτεια, είτε σε Κρατικό Νοσοκομείο είτε σε Νοσοκομείο, το οποίο έχει συμβληθεί με τον κύριο ασφαλιστικό φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης του καλυπτόμενου προσώπου, η αποζημίωση, που καταβάλλεται είναι ίση προς το εκατό τοις εκατό (100%) των πραγματοποιηθέντων και αναγνωριζόμενων εξόδων".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε από το ίδιο αποδεικτικό υλικό ότι ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος ασθένησε και εισήλθε, στις 14-2-1996 στο ... Αθηνών, αισθανόμενος υψηλό πυρετό, με διογκωμένο το ήπαρ. Σε χρόνο προγενέστερο (12 Φεβρουαρίου 1996) είχε υποβληθεί σε βιοχημικές εξετάσεις αίματος, στο παραπάνω Νοσηλευτικό Θεραπευτικό Ίδρυμα, τα αποτελέσματα της οποίας έδειξαν : (α) S.GOT 64 Ulml (με ανώτατο όριο 40), (β) S. GPT 115 U/mi, (με ανώτατο όριο 45), (γ) γ-GT 175 U/L με όρια 11-50), ενώ καταγράφηκε ολική χολερυθρίνη.
Παράλληλα, υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις, οι οποίες κατέγραψαν τους ακόλουθες δείκτες ηπατίτιδας Β (l)Hbe Ag = Αρνητικό, (2) Anti - Hbe = Θετικό, (3) Anti - HBC = Θετικό, (4)Anti - HBs = Αρνητικό, ενώ η εξέταση για ηπατίτιδα C (Anti - HCV) ήταν αρνητική, αναφορικά, δε, με αυστραλιανό αντιγόνο (Η Bs Ag), ο ενάγων - εκκαλών -εφεσίβλητος βρέθηκε θετικός.
Επίσης, αυτός υποβλήθηκε σε σπινθηρογράφημα ήπατος - σπλήνος, στις 15 Φεβρουαρίου 1996, με βάση την οποία έγινε η ακόλουθη γνωμάτευση "στο σπινθηρογράφημα ήπατος με TC 99M ΡΗΥΤΑΤΕ, παρατηρείται σχετική αύξηση των ορίων του ήπατος, με έλλειμμα καθήλωσης του ραδιοφαρμάκου στο δεξιό λοβό, το οποίο αντιστοιχεί, ουσιαστικά, στην κήτη της χοληδόχου κύστεως.
Στο λοιπό του ήπατος, παρατηρείται ανομοιογενής καθήλωση στη μεσότητα του ραδιοφαρμάκου, με σχετικά αυξημένη καθήλωση στη μεσότητα του δεξιού λοβού. Ο σπλήνας παρουσίαζε σημαντική αύξηση των ορίων του" (συστήθηκε, δε, το εύρημα του δεξιού λοβού να διερευνηθεί περαιτέρω). Από το Νοσηλευτικό αυτό Ίδρυμα εξήλθε, στις 16 Φεβρουαρίου 1996, κατόπιν αξονικής τομογραφίας της άνω κοιλίας, που έλαβε χώρα, στις 5 Μαρτίου 1996, στο ...
Αθηνών, όπου νοσηλεύθηκε, και πάλι, από 4-3-1996 μέχρι 5-3-1996, παρατηρήθηκε ανομοιογενής απεικόνιση του ήπατος, η οποία εκτιμάται ότι πρέπει ν’ αποδοθεί σε φλεγμονώδη εξεργασία αυτού παλαιότερης εμφάνισης, χωρίς ωστόσο να διαπιστώνονται απεικονιστικά σημεία κίρρωσης, ενώ δεν αναγνωρίσθηκαν εστιακές αλλοιώσεις του υπατικού περεγχύματος.
Στις 5 Φεβρουαρίου του έτους 1999, εισήλθε και πάλι στο ... Αθηνών, στο οποίο παρέμεινε, μέχρι 16 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους, κατά το οποίο υποβλήθηκε, εκ νέου σε βιοχημικές εξετάσεις αίματος, οι οποίες έδειξαν τα ακόλουθα αποτελέσματα : : α) S.G.O.T. (ASAT) 83 (με ανώτατο όριο 40) U/ml) β) S. G.P.T. 115 (AL- AT) 109 (μέχρι 45 U/ml), γ)Φωσφατάση Αλκαλική 86 (με όρια για ενήλικες -ελάχιστο = 20 και ανώτατο = 48 U/ml].
Στο ... Αθηνών, ωσαύτως, εισήλθε και παρέμεινε, νοσηλευόμενος κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα : α)Από 20/12/2000 μέχρι 2 1/12/2000, β)από 26/6/2001 μέχρι 29/6/2001, γ)από 3/10/2001 μέχρι 4/10/2001, δ)από 27/12/2001 μέχρι 28/12/2001 και από 19/1/2001 μέχρι 23/1/2002 (βλ. την από 19/1/2005 βεβαίωση του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, που προσκομίζεται από τον ενάγοντα - εκκαλούντα -εφεσίβλητο).
Καθ’ ομολογίαν δε του ίδιου του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου, η οποία διαλαμβάνεται στις από 25/2/2010 προτάσεις του εν λόγω διαδίκου, οι οποίες κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσης δίκης (η δ’ ως άνω ομολογία σε συνδυασμό και με την από 26/5/2003 ιατρική βεβαίωση του Ιατρικού Αθηνών), ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος εισήλθε στο προμνησθέν Νοσηλευτικό - Θεραπευτικό Κέντρο στις 16/2/2002, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος επί μακρόν.
Εν τέλει, δε, στο ... Αθηνών ο ειρημένος διάδικος νοσηλεύθηκε και κατά το διάστημα από 9/5/2002 μέχρι 7.6.2002, οπότε και διακομίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης αυτής το "...". Εν τω μεταξύ, είχε διαγνωσθεί ότι ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος έπασχε από κύρωση του ήπατος (ιογενής Β’ ), με παλαιά υπέρταση.
Μάλιστα κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "...", που έλαβε χώρα από 8/6/2002 μέχρι 26/6/2002), υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση ήπατος. Λόγω δε, της σοβαρότητας της κατάστασης του, του χορηγήθηκε - προσωρινή - σύνταξη αναπηρίας από τον ασφαλιστικό του φορέα (το Ταμείο Ασφάλισης Εμπόρων).
Περαιτέρω από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα : Στις 16/2/2002 ή εν πάσει περιπτώσει λίγες ημέρες αργότερα - μέσα στο χρονικό διάστημα που ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος βρέθηκε νοσηλευόμενος στο Ιατρικό Αθηνών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας του [ιογενής ηπατίτιδα Β (όπως προαναφέρθηκε)], δήλωσε στο ιατρείο, που διατηρεί εκεί η "...
Εταιρειών Ελλάδος" (...), ότι πάσχει από ηπατίτιδα Β "προ 25ετίας", υπογράφοντας ο ίδιος και σχετικό έγγραφο. Το αμέσως προηγούμενο έγγραφο απεστάλη στην εναγομένη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα στις 27/3/2002 [βλ. το προσκομιζόμενο από την εναγομένη - εφεσίβλητο -εκκαλούσα - και με την ίδια ημεροχρονολογία τηλεμοιοτυπικό μήνυμα της ...
Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) προς την "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ"]. Έτσι η εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, στις 27/3/2002, για πρώτη φορά πληροφορήθηκε ότι, πολλά χρόνια πριν τη σύναψη των μνησθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων, έπασχε από ηπατίτιδα Β, γεγονός το οποίο ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος μέχρι τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου στο παραπάνω έγγραφο σχετικά "με ασθένειες..." από τις οποίες είχε νοσήσει "στο παρελθόν" το είχε αποκρύψει σκοπίμως.
Δεν προέκυψε, δε, από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι το περιεχόμενο του προσημειωθέντος εγγράφου είχε περιέλθει σε γνώση της εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης σε προγενέστερο της 27/3/2002 χρόνο. Την ως άνω ασθένεια του βέβαια ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος δεν την είχε δηλώσει στις οικείες αιτήσεις του προς την αντίδικο του για τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, καίτοι είχε υποχρέωση προς τούτο, δυνάμει της προπαρατεθείσης (στη μείζονα σκέψη) διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 εδ.
α του ν. 2496/1997. Λόγω δε της εκ δόλου παράβασης της ως άνω υποχρεώσεως του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου η ασφαλίσασα αυτόν αντίδικος του, στις 26/4/2002 άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας των προαναφερθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων, το οποίο προβλέπεται από την παράγραφο 6 του ως άνω άρθρου (3 του ν. 2496/1997) και δεν ενέμεινε στις εν λόγω συμβάσεις (βλ.
τις .../26-4-2002, .../26-4-2002 και .../26-4-2002 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Α. Σ. εν σχέσει με τις επιδόσεις των από 22/4/2002 τριών, αντίστοιχα, δηλώσεων καταγγελίας των ειρημένων συμβάσεων). Εφόσον, δε, το ειρημένο δικαίωμα καταγγελίας ασκήθηκε μέσα σε ένα μήνα από την ημεροχρονολογία, που αυτή έλαβε γνώση για το γεγονός της επί τούτου απόκρυψης εκ μέρους του ασφαλισμένου της προρρηθείσης ασθένειας κατά την κατάρτιση των επιδίκων ασφαλιστικών συμβάσεων [η οποία - απόκρυψη - προφανώς έγινε προκειμένου ο ενάγων -εκκαλών - εφεσίβλητος να επιτύχει είτε αυτή καθ’ εαυτή τη σύναψη των εν λόγο) συμβάσεων (τούτο θα τύγχανε αβέβαιο σε περίπτωση, που η αντίδικος του γνώριζε από τότε την ύπαρξη της ως άνω ασθένειας του αμέσως προηγουμένου διαδίκου) είτε (να επιτύχει) το να μη του τεθούν, (σε περίπτωση που τυχόν η εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα συμφωνούσε στη σύναψη των μνησθεισών συμβάσεων), δυσμενέστεροι γι’ αυτόν όροι], νομίμως καταγγέλθηκαν οι προαναφερθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις, και συνακόλουθα η ασφαλίστρια - εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, έκτοτε, έπαυσε να έχει υποχρέωση να καλύπτει τον αντίδικο της έτσι, νόμιμα αρνήθηκε στον τελευταίο να καλύψει τις αξιώσεις, για τις οποίες ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος ζήτησε έννομη προστασία δια της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθείσης από 14/11/2004 αγωγής του, και οι οποίες, κατ’ αυτόν, πήγαζαν (και πηγάζουν) από έγκυρες ασφαλιστικές συμβάσεις.
Με τα’ ανωτέρω δεδομένα η εκ του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997 καταλυτική της ένδικης αγωγής ένσταση, την οποία η εναγομένη-εφεσίβλητος-εκκαλούσα νόμιμα πρόβαλε στον πρώτο βαθμό, είναι ουσιαστικά βάσιμη. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει αυτήν (ως άνω ένσταση) ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα, και παρά τα όσα αντιθέτως ισχυρίζεται ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, ο μοναδικός λόγος της έφεσης της "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΖΩΗΣ ΑΕ", με τον οποίο η αμέσως προηγουμένη διάδικος παραπονείται για την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, είναι βάσιμος από ουσιαστική άποψη, και ως εκ τούτου η εν λόγω έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η δε έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από την ίδια άποψη (ουσιαστική), Ακολούθως πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο για να δικαστεί κατ’ ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και στη συνέχεια να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 14/11/2004 και με αύξ.
αριθμ. εκθ. καταθ. .../2004 αγωγή του Π. Μ. του Β. κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ". Κρίνοντας έτσι και από όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του έχει νόμιμη βάση αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω της από δόλο του λήπτη της ασφάλισης απόκρυψης της πραγματικής κατάστασης της υγείας του και αντίστοιχα την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών, που στηρίζονται στην από την ασφαλιστική σύμβαση καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου, καθώς και της προβληθείσας αντένστασης του ενάγοντα περί του χρόνου της γνώσεως των πραγματικών περιστατικών του ασφαλιζομένου κινδύνου από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Και τούτο διότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997 και 211 επ. του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως άλλωστε κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο όπου αποφεύγεται να προσδιοριστούν ενάριθμα οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων επιπλέον αιτιολογιών.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι παράλληλα είναι απαράδεκτοι, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα ή κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 270 παρ. 2 εδ.α’ , β’ , 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σε αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ. 42/2002, ΑΠ 911/2002), α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το προαναφερόμενο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται, κατά περίπτωση, στο αναιρετήριο α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν το επιτρέπει ο νόμος, γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα, στην πρώτη περίπτωση (559 αρ. 11α) είτε α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσκομιστούν με επίκληση, β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, γ) ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, στη δεύτερη περίπτωση (559 αρ. 11β) είτε α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη τούτου, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας, στην τρίτη περίπτωση (559 αρ. 11 γ) αντίστοιχα.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο η ομολογία που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ η ομολογία, που έγινε ενώπιον άλλου δικαστηρίου, καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή (ΑΠ 1988/2008).
Ειδικότερα, από το ως άνω άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει .ότι ως δικαστήριο, "που δικάζει τη δίκη", νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία, η ύπαρξη δε αυτής, (δικαστικής ομολογίας), κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεση της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 2227/2007, ΑΠ 373/2011).
Παράλληλα, δικαστική ομολογία ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή δεν είναι κάθε ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, αλλά μόνο εκείνη, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου γι’ αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 597/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 445 του ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητα τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Ως ανταπόδειξη στο άρθρο αυτό νοείται η απόδειξη του αντιθέτου, (χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου για πλαστότητα), με διεξαγωγή κυρίας απόδειξης, δηλαδή της απόδειξης, που διεξάγεται από τον επικαλούμενο ότι η υπογραφή είναι γνήσια, αλλά τέθηκε υπό συνθήκες που δεν τον δεσμεύουν. Επομένως, η ως άνω αποδεικτική δύναμη, (πλήρης απόδειξη), δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης, αλλά μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Αν δε η δήλωση που περιέχεται στο ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, (δημιουργική δηλαδή ηθελημένων εννόμων συνεπειών), αλλά απλή ομολογία γεγονότων, αυτή έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 400/2002, ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 1382/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, υπό την επίκληση του ως άνω άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "παρά το νόμο έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο, επί θέματος, ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο έκρινε βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης εναγομένης περί απόκρυψης δολίως από αυτή πως έπασχε από ιογενή ηπατίτιδα Β, κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων, στηρίζοντας εσφαλμένα την παραδοχή του αυτή αποκλειστικά στη δικαστική ομολογία του.
την περιεχόμενη στην από 13-1-2009 (αριθμ. καταθ. .../5-2-2009) κλήση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών καθόσον α) από την επισκόπηση ολόκληρου του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης του δεν προκύπτει τι ακριβώς δέχεται σχετικά με την ομολογία του, β) στο κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της ομολογίας του, έστω και περιληπτικά, γ) δεν αναφέρεται τι ομολογείται στο υπ’ αυτής επικαλούμενο έγγραφο, (φύλλο ελεγκτικής διαδικασίας της ...
Εταιρειών Ελλάδος), ενώ ο ίδιος ούτε στην προαναφερθείσα κλήση του, ούτε και στις προτάσεις του συνομολογεί τα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν και αποδεικνύουν την ένσταση της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή δολίως απέκρυψε το κρίσιμο κατά τα ανωτέρω γεγονός, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα και λαβούσα υπόψη της, προς πλήρη απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της αντιδίκου του, την κατ’ αυτήν (δικαστική) ομολογία του, το περιεχόμενο της οποίας (ομολογίας) μάλιστα δεν αναφέρει, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Όπως όμως .προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στην ενώπιον του από 13-1-2009 (αυξ. αριθ. καταθ. .../5-5-2009) κλήση του αναιρεσείοντος ομολογία, ότι "η εις το επίδικο έγγραφο υπογραφή" είναι δική του, ενώ η διαλαμβανόμενη στο επίμαχο ιδιωτικό έγγραφο ("φύλλο ελεγκτικής διαδικασίας" του "...
Αθηνών"), δήλωση των επικαλουμένων περιστατικών, που αμφισβήτησε, εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο αυτό ελεύθερα με τις λοιπές, κατ’ είδος αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση του αποδείξεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγηση τους.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ....-1-2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων, μολονότι νικήθηκε, δεν θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, αφού αυτή δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2014 αίτηση του Π. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.133/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου