1445/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1445/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή του άρθρου 560 του ΚΠολΔικ δεν αντίκειται, ως ρυθμίζουσα ουσιωδώς όμοια πράγματα, κατ’ όμοιο τρόπο, στις διατάξεις των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος, καθόσον η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αξίωση κατά της πολιτείας για την παροχή έννομης προστασίας, υπό την μορφή εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, δεν περιλαμβάνει και αξίωση για καθιέρωση ενδίκων μέσων κατ’ αυτών.
Full text
Απόφαση 1445 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Μ. Μ. του Ι. κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο 1ος δια, ο 2ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Χριστόπουλου.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. θυγ. Π. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Βρέλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 23/2007 μη οριστική και 64/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 19-11-2015 έκθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ και ειδικότερα 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν σε εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, 2) εάν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλη αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, που είναι τέσσερεις ορίζονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο -NYMERUS CLAUSUS- και αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμών 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 με τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των ανωτέρω αποφάσεων, εάν αυτές στερούνται νομίμου βάσεως και ιδίως αν στερούνται παντελώς ή έχουν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 560 του ΚΠολΔικ δεν αντίκειται, ως ρυθμίζουσα ουσιωδώς όμοια πράγματα, κατ’ όμοιο τρόπο, στις διατάξεις των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος, καθόσον η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αξίωση κατά της πολιτείας για την παροχή έννομης προστασίας, υπό την μορφή εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, δεν περιλαμβάνει και αξίωση για καθιέρωση ενδίκων μέσων κατ’ αυτών.
Επίσης η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, καθόσον με τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου δεν επιβάλλεται η δημιουργία ενδίκων μέσων γενικώς για την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, αλλά η υποχρέωση απαντήσεως επί του παραδεκτού και βασίμου των υποβληθέντων αιτημάτων.
Ενόψει τούτων α) ο έβδομος από τους λόγους της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην υπ’ αριθμ. 64/2011 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, η έλλειψη νομίμου βάσεως β) ο έκτος από τους λόγους αυτούς, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση αυτή, η παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως και η παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και γ) οι αιτιάσεις όλων των λοιπών λόγων ήτοι των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και όγδοου, κατά το μέρος που αποδίδουν στην απόφαση αυτή την έλλειψη νομίμου βάσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, στοιχειοθετείται αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2011). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής δήλωση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και συμπλήρωση ή την ερμηνείας της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 26/2014).
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξ ετέρου σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως κυριότητας επί ακινήτου, αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφτηκε, νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα, αν τούτο απαιτείται, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στο δρόμο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις είναι, μεταξύ άλλων η εποπτεία, η επίσκεψη, η επίβλεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η ανοικοδόμηση και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, καθώς και η καταβολή του οικείου φόρου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης και της κατ’ αυτής υποβληθείσας επικουρικώς ενστάσεως παραγραφής του αρχικώς εναγομένου Ι.
Μ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του οι αναιρεσείοντες: "Δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../27ης Αυγούστου 1987 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δωρεάς εν ζωή - γονικής παροχής ακινήτων, που συνέταξε ο τότε Συμβολαιογράφος Καλλιμασιάς Νενήτων ..., Γεώργιος Μ. Επιτροπάκης και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ...
και με αριθμό ..., εν συνδυασμώ προς το υπ’ αριθμόν .../14ης Δεκεμβρίου 1950 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δωρεάς εν ζωή-γονικής παροχής ακινήτων, που συνέταξε ο τότε Συμβολαιογράφος ..., Νικόλαος Δ. Δενδρινός και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο …και με αριθμό ..., η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα απέκτησε παραγώγως την κυριότητα επί ενός ενιαίου αγροτικού ακινήτου (βουνοχώραφου), μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου, εκτός των ορίων του οικισμού "..." ...
και εκτός σχεδίου πόλεως, συνολικού εμβαδού χιλίων επτακοσίων είκοσι τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και δέκα έξι εκατοστών (1.724,16 τ.μ.), κειμένου στην θέση "...", του οικισμού "..." ... ..., της κτηματικής και μεταγραφικής περιφερείας του Υποθηκοφυλακείου ... ..., που συνορεύει βορείως: εν μέρει με ιδιοκτησία Η. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ι.
Μ., νοτίως: εν μέρει με ιδιοκτησία Η. Μ. και εν μέρει με χείμαρρο, ανατολικώς: με ιδιοκτησία Σ. Ν. και δυτικώς: με χείμαρρο, όπως τούτο απεικονίζεται περιμετρικά, υπό τα στοιχεία-όρια: Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ--Υ-Φ-Χ-Ψ-Α, στο από του Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικό’ , διάγραμμα, που συνέταξε ο διορισθείς, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 87/26ης Νοεμβρίου 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, πραγματογνώμων Γ.
Φ., του Γ., Πολιτικός Μηχανικός ... και το οποίο (τοπογραφικό διάγραμμα) ενσωματώνεται στην από της 14ης Οκτωβρίου 2009 πραγματογνωμοσύνη του (με αριθμό 17/14ης Οκτωβρίου 2009 εκθέσεως καταθέσεως στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Χίου), ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής, εν συνδυασμώ προς την υπ’ αριθμόν .../18ης Σεπτεμβρίου 2001 οικοδομή (συμπεριλαμβανομένου και του αντιστοίχου τοπογραφικού διαγράμματος), που εξέδωσε ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών εφαρμογών ..., κατόπιν της από 27ης Ιανουαρίου 1981 αιτήσεως της Μ., συζύγου Π.
Π., το γένος Φ. και Κ. Μ., μητέρας και αμέσου δικαιοπαρόχου της εκκαλούσης. Περαιτέρω δε, αποδείχθηκε ότι, το ως άνω ακίνητο, είναι εδαφικά διαμορφωμένο σε δύο (2) τμήματα, υπό την μορφή συνεχόμενων αναβαθμίδων και δη: α) στο βόρειο τμήμα - αναβαθμίδα, συνολικού εμβαδού τριακοσίων ογδοήκοντα εννέα τετραγωνικών μέτρων και εξήκοντα έξι εκατοστών (389,66 τ.μ.), που συνορεύει βορείως:
με ιδιοκτησία Ι. Μ., νοτίως: με υπόλοιπο τμήμα του ενιαίου ακινήτου της κυριότητος της εκκαλούσης και δη, την νότια αναβαθμίδα, ανατολικώς: με ιδιοκτησία Σ. Ν. και δυτικώς: με ιδιοκτησία Η. Μ., όπως το εδαφικό αυτό τμήμα απεικονίζεται περιμετρικά, υπό τα στοιχεία - όρια: Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Ζ, στο από του Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο διορισθείς, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 87/26ης Νοεμβρίου 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... (Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων), πραγματογνώμων Πολιτικός Μηχανικός ..., Γ.
Φ., του Γ. και το οποίο (τοπογραφικό διάγραμμα) ενσωματώνεται στην από της 14ης Οκτωβρίου 2009 πραγματογνωμοσύνη του (με αριθμό 17/14ης Οκτωβρίου 2009 εκθέσεως καταθέσεως στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Χίου), ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής, εν συνδυασμώ προς την υπ’ αριθμόν .../18ης Σεπτεμβρίου 2001 άδεια οικοδομής (συμπεριλαμβανομένου και του αντιστοίχου τοπογραφικού διαγράμματος), που εξέδωσε ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών εφαρμογών ..., κατόπιν της από 27ης Ιανουαρίου 1981 αιτήσεως της Μ., συζύγου Π.
Π., το γένος Φ. και Κ. Μ., μητέρας και αμέσου δικαιοπαρόχου της εκκαλούσης και το οποίο βόρειο τμήμα-αναβαθμίδα οριοθετείται, εν μέρει κατά την βόρεια πλευρά και κατά την νότια πλευρά, με λιθοδομή αντιστηρίξεως (ξηρολιθιά) εντός δε, του ως άνω βορείου τμήματος του ως άνω ενιαίου ακινήτου υφίστανται ως συστατικά αυτού, δύο (2) κτίσματα, εκ των οποίων, ένα (1) πρόχειρα κατασκευασμένο παράπηγμα-αποθήκη, συνολικού εμβαδού εννέα τετραγωνικών μέτρων (9 τ.μ.) και ένα (1) άλλο ξύλινο κτίσμα, συνολικού εμβαδού τεσσαράκοντα ενός τετραγωνικών μέτρων και τεσσαράκοντα εκατοστών (41,40 τ.μ.) και β) στο νότιο τμήμα - αναβαθμίδα, συνολικού εμβαδού χιλίων τριακοσίων τριάκοντα τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (1.334.50 τ.μ.), που συνορεύει:
βορείως, εν μέρει με το βόρειο τμήμα - αναβαθμίδα, του ως άνω ενιαίου αγροτικού ακινήτου της κυριότητος της εκκαλούσης και εν μέρει με ιδιοκτησία Η. Μ., νοτίως: με ιδιοκτησία Η. Μ., ανατολικώς: με ιδιοκτησία Σ. Ν. και δυτικώς: με χείμαρρο, όπως το εδαφικό αυτό τμήμα απεικονίζεται περιμετρικά, υπό τα στοιχεία-όρια:
Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Α, στο από της 14ης Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο διορισθείς, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 87/26ης Νοεμβρίου 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων), πραγματογνώμων Γ. Φ., του Γ., Πολιτικός Μηχανικός ... και το οποίο (τοπογραφικό διάγραμμα) ενσωματώνεται στην από του Οκτωβρίου 2009 πραγματογνωμοσύνη του (με αριθμό 17/14ης Οκτωβρίου 2009 εκθέσεως καταθέσεως στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου ...), ως αναπόσπαστο - τμήμα αυτής και οριοθετείται περιμετρικά εν μέρει κατά την βόρεια πλευρά και εν μέρει κατά την νότια πλευρά, με λιθοδομή αντιστηρίξεως (ξηρολιθιά).
Περαιτέρω δε, αποδείχθηκε ότι, προ της μεταβιβάσεως της κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου στην εκκαλούσα - ενάγουσα, υπό της Μ., σύζυγος Π. Π., το γένος Φ. και Κ. Μ., μητέρας και αμέσου δικαιοπαρόχου της (της εκκαλούσης), τόσον ο απώτερος δικαιοπάροχος και πάππος της εκκαλούσης, Φ. Μ., του Σ., ήδη από του έτους 1918 έως την 14η Δεκεμβρίου 1950, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών, αλλά και η θυγατέρα του, Μ., σύζυγος Π.
Π., το γένος Φ. και Κ. Μ., μητέρα και άμεση δικαιοπάροχος της εκκαλούσης - εναγούσης, από της 14ης Δεκεμβρίου 1950 έως την 27η Αυγούστου 1987, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών, όσον και η εκκαλούσα, από της μεταβιβάσεως σ’ αυτήν της κυριότητος επί του ενιαίου ακινήτου και δη, από της 27ης Αυγούστου 1987 έως και το έτος 2001, δηλαδή για χρονικό διάστημα δέκα τεσσάρων (14) ετών περίπου, ασκούσαν, επί του ως άνω ενιαίου αγροτικού ακινήτου, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα πράξεις νομής διάνοια κυρίων, ιδίως δε, διά της οριοθετήσεως, της επιβλέψεως αυτού, της συντηρήσεως, αλλά και διά της καλλιέργειας των εντός αυτού υφισταμένων μαστιχόδενδρων.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι ο αρχικά εναγόμενος, Ι. Μ., του Φ., πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων εκμεταλλευόμενος την απουσία της εκκαλούσης και εν αγνοία της, αφού κατέλαβε το ως άνω βόρειο τμήμα-αναβαθμίδα, συνολικού εμβαδού τριακοσίων ογδοήκοντα εννέα τετραγωνικών μέτρων και εξήκοντα έξι εκατοστών (389,66 τ.μ.), προέβη σε αντιποίηση της νομής επί του κοινού ακινήτου διάνοια κυρίου, κατασκευάζοντας εντός αυτού ένα (1) παράπηγμα, όταν δε, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προέβη σε όχληση του, προκειμένου ο τελευταίος να της παραδώσει την νομή του ως άνω τμήματος του ακινήτου της κυριότητός της, αυτός αρνήθηκε να πράξει τούτο, εξακολουθούσε δε, από τότε να παρακρατεί την κατοχή του επιδίκου ακινήτου, μέχρι και τον χρόνο της αποβιώσεώς του, την 28η Ιουλίου 2004 (βλέπε σχετικώς:
το υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου ...20ης Αυγούστου 2004 απόσπασμα της υπ’ αριθμόν ...2004 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που συνέταξε η Ληξίαρχος του Δήμου ...), στην συνέχεια δε, οι εφεσίβλητοι, που, κατόπιν και της συνακόλουθης βιαίας διακοπής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διεξαχθείσης δίκης, υπεισήλθαν σ’ αυτήν ως κληρονόμοι του αρχικού εναγομένου, συνέχισαν έως και τον χρόνο της συζητήσεως της κρινομένης αγωγής να αμφισβητούν την κυριότητα της εκκαλούσης επί του επιδίκου ακινήτου.
Επί πλέον δε, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε αδράνησε να ασκήσει το από την κυριότητα δικαίωμα της προς απόκρουση της υπό του εναγομένου προσβολής του και ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, ο κατ’ ένσταση προβληθείς τόσον υπό του αρχικού εναγομένου, όσον και υπό των εφεσίβλητων, ισχυρισμός περί της επελθούσης εικοσαετούς παραγραφής της ασκούμενης με την ένδικη διεκδικητική αγωγή αξιώσεως της εκκαλούσης - εναγούσης.
Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι, τόσον ο εναγόμενος άμεσος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων, όσον και οι τελευταίοι, άσκησαν οποτεδήποτε στο παρελθόν και δη, προ του έτους 2001, πράξεις νομής διάνοια κυρίων επί του επιδίκου ακινήτου, ούτε συνεπώς ότι απέκτησαν οιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, επ’ αυτού, ιδίως δε, της κυριότητος, είτε πρωτοτύπως, με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν της αντιποιήσεως της νομής επ’ αυτού και μάλιστα εν αγνοία της εκκαλούσης, είτε παραγώγως, ειδικά δε, οι εφεσίβλητοι, διά κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν της αποβιώσεώς του εναγομένου πατρός και αμέσου δικαιοπαρόχου τους.
Το αντίθετο δε, δεν, αποδεικνύεται, ούτε και από την σχετική επισκόπηση των προαναφερομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων και δη, του υπ’ αριθμόν .../14ης Δεκεμβρίου 1950 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δωρεάς εν ζωή ακινήτου (γονικής παροχής) του υπ’ αριθμόν .../27ης Αυγούστου 1987 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δωρεάς εν ζωή - γονικής παροχής, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εκκαλούσα, αλλά και του από 19ης Ιανουαρίου 1971 ιδιωτικού εγγράφου συμφωνητικού, των υπ’ αριθμόν 122/1970 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
της δημοσίας συνεδριάσεως αυτού την 2α Δεκεμβρίου 1970, διά των οποίων δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμόν .../6ης Απριλίου 1954 δημοσία διαθήκη του απωτέρου δικαιοπαρόχου της εκκαλούσης, Φ. Μ., του Σ., του υπ’ αριθμόν .../9ης Δεκεμβρίου 2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος ..., Στυλιανή Ν.
Κανάριου και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμό ..., του υπ’ αριθμόν .../9ης Δεκεμβρίου 2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος ..., Στυλιανή Ν. Κανάριου και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ...
και με αριθμό ...,του υπ’ αριθμόν .../9ης Δεκεμβρίου 2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος ..., Στυλιανή Ν. Κανάριου και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμό … και του από του Ιουλίου 2003 τοπογραφικού διαγράμματος, που συνέταξε ο Γ.
Α. Π., Αρχιτέκτων Μηχανικός ... και τα οποία έγγραφα νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, ακόμη και με σχετική ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ουδόλως συνάγεται ότι, τόσον ο αρχικά εναγόμενος, πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων, όσον και οι τελευταίοι απέκτησαν οποτεδήποτε το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου, όταν μάλιστα το ακίνητο τους οριοθετούμενο δεν συνορεύει με το επίδικο ακίνητο, αλλά ευρίσκεται βορειότερα αυτού, μεταξύ δε του επιδίκου ακινήτου και του ακινήτου των εφεσιβλήτων, παρεμβάλλονται έτερα ακίνητα, άλλων ιδιοκτητών, μεταξύ δε αυτών και το ακίνητο της κυριότητος του Η.
Μ., που είναι όμορο προς το επίδικο. Με βάσει τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, απόρριψαν και την προαναφερθείσα και επικουρικά υποβληθείσα περί παραγραφής, ένσταση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες από αυτό ουσιαστικού δικαίου περί παραγώγου (από γονική παροχή) και περί πρωτοτύπου από έκτακτη χρησικτησία τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεις, ενώ κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά κρίση του, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στα αναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια, διαθήκη και δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας (το επικαλούμενο τοπογραφικό διάγραμμα δεν περιέχει δήλωση βουλήσεως), με δε επάλληλη και πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν επιστηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ούτε υπόκειται σε αναίρεση, δέχεται ότι και αν ακόμη χρειαζόταν καταφυγή σε ερμηνεία λόγω υπάρξεως κενών, στις περιεχόμενες στα επίμαχα έγγραφα δηλώσεις βουλήσεως και πάλι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, ως προς την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα και την μη απόκτηση τέτοιου δικαιώματος από τους αναιρεσείοντες και τον αρχικά εναγόμενο πατέρα τους, θα ήταν το ίδιο.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος από τους λόγους της αναίρεσης και κατά το μέρος που αναφέρονται στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, καθώς και εκείνων της αποκτήσεως κυριότητας από κληρονομική διαδοχή και της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των επικαλουμένων μεταβιβαστικών συμβολαίων και συνακόλουθα πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.
Εξάλλου οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου, κατά τους οποίους το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο νομής, εφόσον βρίσκεται σε παραμεθόριο περιοχή και δεν είχε ληφθεί η κατά το άρθρο 26 παρ. 1 γ’ του Ν. 1892/1990 άδεια που απαιτείται και για την άσκηση νομής και ανεξάρτητα από το ότι απαραδέκτως υποβάλλονται το πρώτον στον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ) τελούν υπό την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι καταρτίστηκε από την ενάγουσα μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο και απόκτηση της νομής υπό την ισχύ του νόμου αυτού, ενώ τούτο δεν συμβαίνει αφού ο τίτλος της ενάγουσας είναι του 1987 και μάλιστα αιτία του είναι η γονική παροχή, που και υπό τον επικαλούμενο νόμο (άρθρο 25 παρ. 1) είναι επιτρεπτή η κατάρτισή της χωρίς την επίμαχη άδεια.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ), και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2013 αίτηση των Φ. Μ. του Ι. και Μ. Μ. του Ι. κατά της Χ. θυγ. Π. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 64/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ