1445/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1445/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 495 παρ. 1, 502 παρ. 1, 503, 513 παρ. 1 περ. β', 553 παρ. 1 περ. β' και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε αναίρεση υπόκεινται μόνο οι τελεσίδικες αποφάσεις, δηλαδή οι οριστικές αποφάσεις που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση κατά τον χρόνο που ασκείται η αίτηση αναίρεσης με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα (Ολ.ΑΠ 18/2001).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1445 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1445/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Α. συζ. Ν. Τ., κατοίκου ..., 3. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 4. Α. Τ. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Εμμανουηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΣΙΑΝΑΚΑΣ - ΧΑΤΖΗΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Α' ΒΙ.ΠΕ Βόλου και τελεί ήδη υπό εκκαθάριση, 3. Ν. Τ., κατοίκου ... και 4. Π. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2005 αγωγή του πρώτου εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων Κ. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 160/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Μαΐου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 160/2012 του Εφετείου Λάρισας ως προς τους λόγους που κρίνονται ως βάσιμοι στο σκεπτικό της προκείμενης έκθεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 495 παρ. 1, 502 παρ. 1, 503, 513 παρ. 1 περ. β', 553 παρ. 1 περ. β' και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε αναίρεση υπόκεινται μόνο οι τελεσίδικες αποφάσεις, δηλαδή οι οριστικές αποφάσεις που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση κατά τον χρόνο που ασκείται η αίτηση αναίρεσης με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα (Ολ.ΑΠ 18/2001).
Σε περίπτωση ερήμην απόφασης και ανεξάρτητα αν αυτή στηρίχτηκε ή όχι σε δυσμενείς συνέπειες από την ερημοδικία, ο ερήμην διάδικος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, η προθεσμία της οποίας αποκλείει σ' αυτόν και στον αντίδικό του να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, αφού για την αναίρεση δεν υπάρχει πρόβλεψη ανάλογη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ, που επιτρέπει την άσκηση έφεσης κατά ερήμην απόφασης από τη δημοσίευσή της (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006). Η απευθείας άσκηση αίτησης αναίρεσης, χωρίς να έχει παρέλθει η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, είναι επιτρεπτή μόνο αν o πληρεξούσιος δικηγόρος, που υπογράφει το σχετικό δικόγραφο, έχει εφοδιαστεί με ειδική πληρεξουσιότητα, που απαιτείται για την παραίτηση από το δικαίωμα ενδίκου μέσου, κατά το άρθρο 98 παρ.
β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1983/2006). Εξάλλου, η συνδρομή ή μη των λόγων ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ κρίνεται κυριαρχικά μόνο από το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της, και δεν μπορεί να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου, αν δεν συντρέχουν παραδεκτοί και βάσιμοι λόγοι ανακοπής ερημοδικίας, να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά ερήμην οριστικής απόφασης, που ασκήθηκε πριν ακόμη εξαντληθεί η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση δε που δεν έχει επιδοθεί η ερήμην απόφαση και ενόψει του ότι δεν προβλέπεται για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, η τασσόμενη από το άρθρο 503 ΚΠολΔ προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από την επίδοση της ερήμην απόφασης δεν κινείται, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή και της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, που προβλέπεται για την άσκηση αναίρεσης με αφετηρία τη δημοσίευση της ερήμην απόφασης, αφού αυτονόητη προϋπόθεση για την έναρξη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης που υπόκειται σε αναίρεση, δηλαδή οριστικής απόφασης η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και με έφεση (ΑΠ 179/2014, 1086/2013).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75 76 παρ. 1, 4 και 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, επί απλής ομοδικίας, η εκδιδόμενη απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για καθέναν από τους ομοδίκους, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει με αίτηση αναίρεσης, έστω και αν αυτή δεν έγινε τελεσίδικη για τους λοιπούς.
Αντίθετα, επί αναγκαστικής ομοδικίας, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνο αφού γίνει τελεσίδικη για όλους του ομοδίκους (Ολ.ΑΠ 18/2001). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται κατά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, που νίκησαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους.
Επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης δεν ασκείται παραδεκτά κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίοι μόνο ως ομόδικοι μπορούν να μετάσχουν στην αναιρετική δίκη ασκώντας κοινή ή αυτοτελή αίτηση αναίρεσης, εκτός αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διατάξεις ευνοϊκές γι' αυτούς και βλαπτικές για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15-16/1996, ΑΠ 785/2010).
Επίσης, επί αναγκαστικής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης του αναγκαίου ομοδίκου θεωρείται ότι ασκήθηκε από όλους τους ομοδίκους και δεν απευθύνεται παραδεκτά κατά των λοιπών αναγκαίων ομοδίκων, οι οποίοι μπορούν να μετάσχουν στην αναιρετική δίκη, ασκώντας αυτοτελή αίτηση αναίρεσης ή εμφανιζόμενοι σ' αυτή ως διάδικοι.
Κατ' εξαίρεση, η αίτηση αναίρεσης ασκείται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον ομόδικο και βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ή όταν, λόγω της φύσης της διαφοράς, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων, όπως συμβαίνει σε δίκη διανομής ή σε δίκη επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μετά την κατακύρωση, όπου υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ υπερθεματιστή και επισπεύδοντος (Ολ.ΑΠ 15-16/1996, ΑΠ 837/2007, ΑΠ 124/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η 2η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Τσιανάκας - Χατζηαναστασίου Εφαρμογές Προηγμένης Τεχνολογίας ΑΕ", ο 3ος αναιρεσίβλητος Ν. Τ. και ο 4ος αναιρεσίβλητος Π. Α. δικάστηκαν ερήμην κατά την εφετειακή δίκη ως εφεσίβλητοι επί της έφεσης του 1ου αναιρεσίβλητου - ενάγοντος Κ.
Χ. και επί της έφεσης των αναιρεσειόντων - εναγομένων Ν. Τ., Α. συζ. Ν. Τ., Α. Μ. και Α. Τ., ενώ δεν προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να κινηθεί η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής και να επέλθει η τελεσιδικία της. Επίσης από την εφετειακή απόφαση προκύπτει ότι ως προς τον 4ο αναιρεσίβλητο είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της πρώτης από τις δύο προαναφερόμενες εφέσεις που συνεκδικάστηκαν.
Επιπλέον οι 2η, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων ήταν απλοί ομόδικοι - συνεναγόμενοι των αναιρεσειόντων κατά την πρωτόδικη δίκη και κατά τη δίκη επί της έφεσης του 1ου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, η δε εφετειακή απόφαση δεν περιέχει ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των αναιρεσιβλήτων 2ης, 3ου και 4ου και βλαπτικές για τους αναιρεσείοντες, ώστε να νομιμοποιούνται οι αναιρεσείοντες να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης και κατά των αναιρεσιβλήτων αυτών.
Επομένως και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει αν απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους αναιρεσίβλητους 2η, 3ο και 4ο αφού, ως προς αυτούς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, ούτε οι αναιρεσείοντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν αναίρεση κατ' αυτών, ενώ, ως προς τον 4ο αναιρεσίβλητο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ούτε οριστική κατά το κεφάλαιο της έφεσης του 1ου αναιρεσίβλητου - ενάγοντος.
Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε μετά από άσκηση ενδίκου μέσου ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Με αυτόν τον αναιρετικό λόγο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα περιστατικά που δέχτηκε συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στις έννομες συνέπειες που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και η κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Εξάλλου, το δεδικασμένο, παρότι λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ. Από αυτό παρέπεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του οικείου λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη ή μη δεδικασμένου να είναι νόμιμος και να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ότι, για την πληρότητα και το παραδεκτό αυτού, πρέπει η σχετική επίκληση να αναφέρεται στο αναιρετήριο, η δε σιωπηρή απόρριψη μη νόμιμου ισχυρισμού ύπαρξης ή μη δεδικασμένου από το δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης, αφού αυτός δεν μπορούσε να έχει έννομη επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, ερευνώντας και αναγνωρίζοντας ακυρότητα των δικαιοπραξιών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη δεδικασμένο, το οποίο προέκυπτε από τις τελεσίδικες αποφάσεις 222/2001, 223/2001 και 50/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και τις διαταγές πληρωμής με ισχύ δεδικασμένου 179/2003 και 215/2003 του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχαν εκδοθεί όλες σε βάρος της 2ης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "Τσιανάκας - Χατζηαναστασίου Εφαρμογές Προηγμένης Τεχνολογίας Α.Ε." και επιδίκασαν αξιώσεις προερχόμενες από τις ίδιες δικαιοπραξίες που κρίθηκαν ως άκυρες από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου) είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, επειδή ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου στο δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών προτάσεων και του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων, ούτε αναφέρεται σχετική επίκληση προβολής δεδικασμένου στο αναιρετήριο, όπου απλώς αναφέρεται ότι οι προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις ήταν σε γνώση του Εφετείου και μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1δ' του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ισχύει, η γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρίας είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει για τη διάθεση των ετησίων κερδών. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 44α' παρ. 2 και 3 του ίδιου νόμου, το προς διανομή ποσό καθαρών κερδών καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο μήνες από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης, που ενέκρινε τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, στη δε έννοια της διανομής περιλαμβάνεται ιδίως η καταβολή μερισμάτων και των τόκων από μετοχές.
Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 2190/1920, από τα καθαρά κέρδη αφαιρείται πρώτα το ποσό που προβλέπει το άρθρο 44 ή το καταστατικό για τακτικό αποθεματικό, μετά κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του μερίσματος που προβλέπεται από το άρθρο 3 του α.ν. 148/1967 και το υπόλοιπο διατίθεται όπως ορίζει το καταστατικό.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η νόμιμη απαίτηση των μετόχων για καταβολή μερίσματος έναντι της ανώνυμης εταιρίας, προϋποθέτει για τη γέννησή της σύννομη απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης, που εγκρίνει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και την καταβολή μερίσματος και γίνεται ληξιπρόθεσμη μετά παρέλευση δύο μηνών από τη λήψη της σχετικής εγκριτικής απόφασης.
Αντίθετα, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας δεν έχει καμία αποφασιστική αρμοδιότητα σε ζητήματα διάθεσης των ετησίων κερδών και, συνεπώς, η τυχόν παράνομη συγκρότηση αυτού και η ακυρότητα των αποφάσεών του δεν θίγει την ύπαρξη και το κύρος της απαίτησης των μετόχων για καταβολή του μερίσματος, που έχει εγκριθεί νόμιμα από την τακτική γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρίας.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 44 και 44α' του ν. 2190/1920, κρίνοντας ως άκυρες τις απαιτήσεις για καταβολή μερίσματος ποσού 52.751,28 ευρώ στον 1ο αναιρεσείοντα - εναγόμενο και 52.751,28 ευρώ στη 2η αναιρεσείουσα - εναγόμενη για τις οικονομικές χρήσεις των ετών 1995 και 1996, η οποία καταβολή είχε εγκριθεί από τις τακτικές γενικές συνελεύσεις της 18ης/6/1996 και της 21ης/6/1997, με την αιτιολογία ότι η σχετική απαίτησή τους θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία μεταξύ αυτών και της 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, η οποία είναι άκυρη, επειδή κατά τη σύναψή της η τελευταία εκπροσωπήθηκε από άκυρο διοικητικό συμβούλιο.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι οι προδιαλαμβανόμενες απαιτήσεις θεμελιώνονται σε δικαιοπραξίες, μη χαρακτηριζόμενες ως προς το είδος και το περιεχόμενο της αντίστοιχης αξίωσης αλλά και μη συνδεόμενες, κατά τις εφετειακές παραδοχές, με αξιώσεις καταβολής μερίσματος μεταξύ των εν λόγω αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και ότι οι αντίστοιχες απαιτήσεις είναι άκυρες, επειδή αυτή εκπροσωπήθηκε από άκυρο (λόγω παράνομης εκλογής) διοικητικό συμβούλιο κατά τη σύναψη των σχετικών δικαιοπραξιών.
Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ, κατά την οποία σύμβαση εργασίας, που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, λύνεται με καταγγελία καθενός από τα μέρη, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, κατά την οποία σιωπηρή ανανέωση χωρεί μόνο σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, υπολαμβάνοντας ότι και η αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας μεταξύ του 3ου αναιρεσείοντος και της 2ης αναιρεσίβλητης, που καταρτίστηκε πριν από την παράνομη εκλογή του διοικητικού συμβουλίου αυτής, υπόκειται σε σιωπηρή ανανέωση, και κρίνοντας ότι η σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης είναι άκυρη λόγω εκπροσώπησης της εργοδότριας από άκυρο διοικητικό συμβούλιο.
Επίσης, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης από τους αρ. 10 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες 1ος, 2η και 3ος προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και ότι στερείται νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου κατάρτισης των σχετικών δικαιοπραξιών, οι οποίες κρίθηκαν ως άκυρες και οι οποίες αφορούν τις απαιτήσεις των δύο πρώτων για καταβολή μερίσματος ποσού 52.751,28 ευρώ σε καθέναν από κέρδη των οικονομικών χρήσεων 1995 και 1996 και του τρίτου για αποδοχές εργασίας της χρονικής περιόδου από 1-5-2001 έως 25-6-2003 και για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συνολικού 43.883,82 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος που εδώ ενδιαφέρει, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι φέρεται ότι απόκτησαν απαιτήσεις εναντίον της εταιρίας, για την ικανοποίηση των οποίων επέτυχαν να εκδοθούν διαταγές πληρωμής εναντίον της εταιρίας.
Συγκεκριμένα: ι) Ο 1ος εναγόμενος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση αξίωσής του, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751,28 ευρώ, εναντίον της εταιρίας, επέτυχε να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η διαταγή πληρωμής αριθμ. 564/06.10.2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια, για να εγγράψει στις 21.11.2000, προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, υπέρ αυτού και σε βάρος της ακίνητης.
περιουσίας της εταιρίας. Στη συνέχεια η συγκεκριμένη προσημείωση υποθήκης τράπηκε σε υποθήκη στις 29.07.2002 με την τελεσίδικη απόφαση αριθμ. 222/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρία συναίνεσε στην εγγραφή της ανωτέρω προσημείωσης υποθήκης ή ότι υφίσταται σχετική απόφαση του μη σύννομου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, είναι όμως προφανές ότι η δημιουργία αξίωσης, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751.28 ευρώ, του 1ου εναγομένου εναντίον της εταιρίας, θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εταιρίας.
Η δικαιοπραξία αυτή πάσχει από ακυρότητα, διότι κατά τη σύναψή της η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί άκυρα, και ο 1ος εναγόμενος γνώριζε το γεγονός αυτό.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και παρέλειψε να αναγνωρίσει την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, η οποία είχε ως συνέπεια να δημιουργήσει αξίωση, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751,28 ευρώ, του 1ου εναγομένου εναντίον της εταιρίας, για εξασφάλιση της οποίας επέτυχε ο 1ος εναγόμενος να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η διαταγή πληρωμής αριθμ. 564/06.10.2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ο ενάγων με τον 2ο λόγο της ένδικης έφεσής του, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή του αντίστοιχου σκέλους αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και σε παραδοχή του αντίστοιχου αιτήματος της ένδικης αγωγής, ιι) Η 2η εναγομένη προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση αξίωσής της, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751,28 ευρώ, εναντίον της εταιρίας, επέτυχε να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η διαταγή πληρωμής αριθμ. 572/17.10.2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια, για να εγγράψει στις 21.11.2000 προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, υπέρ αυτής και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας.
Στη συνέχεια η συγκεκριμένη προσημείωση υποθήκης τράπηκε σε υποθήκη στις 29.07.2002 με την τελεσίδικη απόφαση αριθμ. 223/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρία συναίνεσε στην εγγραφή της ανωτέρω προσημείωσης υποθήκης ή ότι υφίσταται σχετική απόφαση του μη σύννομου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, είναι όμως προφανές ότι η δημιουργία αξίωσης, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751,28 ευρώ, της 2ης εναγομένης εναντίον της εταιρίας, θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία που καταρτίστηκε μεταξύ της 2ης εναγομένης και της εταιρίας.
Η δικαιοπραξία αυτή πάσχει από ακυρότητα, διότι κατά τη σύναψή της η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί άκυρα, και η 2η εναγομένη γνώριζε το γεγονός αυτό.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και παρέλειψε να αναγνωρίσει την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, η οποία είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί αξίωση, ποσού 17.975.000 δραχμών, ήδη 52.751,28 ευρώ, της 2ης εναγομένης εναντίον της εταιρίας, για εξασφάλιση της οποίας επέτυχε η 2η εναγομένη να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η διαταγή πληρωμής αριθμ. 572/17.10.2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ο ενάγων με τον 2° λόγο της ένδικης έφεσής του, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή του αντίστοιχου σκέλους αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και σε παραδοχή του αντίστοιχου αιτήματος, της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω, στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας φέρεται ότι προσέλαβε και απασχόλησε τους Α. Μ. ήδη 3° εναγόμενο, Κ. Σ. και Ά. Κ. ως εργαζομένους της εταιρίας, αλλά η εταιρία παρέλειψε να καταβάλει σ' αυτούς τις αποδοχές της εργασίας τους, με συνέπεια να υφίστανται απαιτήσεις των εργαζομένων, εναντίον της εταιρίας.
Για την ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων οι εργαζόμενοι επέτυχαν να εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις εναντίον της εταιρίας, τις οποίες χρησιμοποίησαν στη συνέχεια, προκειμένου να εγγράψουν προσημειώσεις υποθήκης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας. Συγκεκριμένα: ι) Ο Α. Μ., προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση αξίωσής του, ποσού 43.883,82 ευρώ, εναντίον της εταιρίας, η οποία αποτελεί αποδοχές εργασίας της χρονικής περιόδου από 01.05.2001 έως 25.06.2003 και αποζημίωση εξαιτίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επέτυχε να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η απόφαση αριθμ. 538/09.03.2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια, για να εγγράψει στις 16.03.2004, στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτού και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, για το ποσό των 60.000 ευρώ.
ιι) Ο Κ. Σ., προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση αντίστοιχης αξίωσής του εναντίον της εταιρίας, επέτυχε να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η απόφαση αριθμ. 539/09.03.2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια, για να εγγράψει στις 16.03.2004, στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτού και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, για το ποσό των 45.000 ευρώ.
ιιι) Ο Ά. Κ., προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση αντίστοιχης αξίωσής του εναντίον της εταιρίας, επέτυχε να εκδοθεί εναντίον της εταιρίας η απόφαση αριθμ. 540/09.03.2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια, για να εγγράψει στις 16.03.2004, στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτού και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, για το ποσό των 45.000 ευρώ.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη των πιο πάνω εργαζομένων πραγματοποιήθηκε (για πρώτη φορά) στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, ήτοι μετά τις 06.11.1999 από το μη σύννομο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, ή ότι υφίσταται σχετική απόφαση αυτού του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, είναι όμως προφανές ότι η παροχή της εργασίας των πιο πάνω εργαζομένων προς την εταιρία στη διάρκεια του πιο πάνω χρονικού διαστήματος βασιζόταν σε σχετικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν (πιθανώς σιωπηρά) μεταξύ των εργαζομένων και του ανωτέρω διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας.
Οι συμβάσεις αυτές πάσχουν από ακυρότητα έναντι της εταιρίας και του ενάγοντος, διότι κατά τη σύναψή τους η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί άκυρα. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι ο εργαζόμενος Α. Μ., διάδικος σε τούτη τη δίκη ως μέλος του μη σύννομου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, δεν γνώριζε το ανωτέρω γεγονός ή ότι συμβλήθηκε με το νόμιμο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας.
Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι ο εργαζόμενος αυτός γνώριζε ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας του που εμπίπτει στο επίδικο χρονικό διάστημα, η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί άκυρα".
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι, ως προς τις απαιτήσεις του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων για καταβολή μερίσματος, το Εφετείο δέχτηκε ότι "... είναι όμως προφανές ότι η δημιουργία αξίωσης ποσού...52.751,28 ευρώ .... εναντίον της εταιρίας θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού (αυτής) και της 2ης εναγόμενης εταιρίας.
Η δικαιοπραξία αυτή πάσχει από ακυρότητα, διότι κατά τη σύναψή της η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί...". Επίσης, ως προς την απαίτηση του 3ου αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχτηκε ότι "... στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας φέρεται να προσέλαβε και απασχόλησε τους Α.
Μ., ήδη 3ο εναγόμενο, Κ. Σ. και Ά. Κ. .... αλλά η εταιρία παρέλειψε να καταβάλει τις αποδοχές της εργασίας τους .... Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχτηκε ότι η πρόσληψη των πιο πάνω εργαζομένων πραγματοποιήθηκε (για πρώτη φορά) στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, ήτοι μετά τις 6-11-1999, από το μη σύννομο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ή ότι υφίσταται σχετική απόφαση αυτού του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, είναι όμως προφανές ότι η παροχή εργασία των πιο πάνω εργαζομένων προς την εταιρία στη διάρκεια του πιο πάνω χρονικού διαστήματος βασιζόταν σε σχετικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν (πιθανώς σιωπηρά) μεταξύ των εργαζομένων και του ανωτέρω διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας.
Οι συμβάσεις αυτές πάσχουν από ακυρότητα .... διότι κατά τη σύναψή τους η εταιρία εκπροσωπήθηκε από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί άκυρα.....". Δεν διαλαμβάνεται, όμως, στην εφετειακή απόφαση καμία παραδοχή σχετικά με τον χρόνο σύναψης και το περιεχόμενο των δικαιοπραξιών που αναφέρει ως δικαιοπαραγωγικές αιτίες των απαιτήσεων του 1ου και της 2ης των αναιρεσειόντων (που αβάσιμα, κατά το αναιρετήριο, συνδέονται από την προσβαλλόμενη απόφαση με αξιώσεις καταβολής μερισμάτων), ούτε σχετικά με τον χρόνο σύναψης και το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας μεταξύ του 3ου αναιρεσείοντος και της 2ης αναιρεσίβλητης ΑΕ και τον νομικό χαρακτήρα αυτής ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αλλά, αντίθετα, εκτιμάται σαν προφανής η σιωπηρή σύναψη αυτής, χωρίς να εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία αντλήθηκε η σχετική εκτίμηση "του προφανούς".
Με την κρίση αυτή το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την αιτία γένεσης των αξιώσεων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, ποσού αντίστοιχα 52.751,28, 52.751,28 και 43.883,82 ευρώ αλλά και δέχτηκε κατάρτιση των σχετικών δικαιοπραξιών σε χρόνο μετά την άκυρη εκλογή του διοικητικού συμβουλίου της 2ης αναιρεσίβλητης και συνάπτοντας την ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών με τον χρόνο κατάρτισής τους, κατά τον οποίο η τελευταία δεν είχε σύννομη εκπροσώπηση, χωρίς να εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την παραδοχή αυτή.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Επίσης βάσιμοι είναι ο 4ος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τον 3ο αναιρεσείοντα και ο συναφής με αυτόν δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο μέρος του από τον αρ. 19 (και όχι 1) του ίδιου άρθρου, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της σύναψης σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και της 2ης αναιρεσίβλητης, του χρόνου σύναψής της και του είδους αυτής ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών διατάξεων.
Αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τον 1ο και τη 2η των αναιρεσειόντων, για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 44 και 44α' του ν. 2190/1920, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στήριξε το σκεπτικό της σε αξιώσεις των αναιρεσειόντων αυτών για καταβολή μερίσματος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2η, 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της που αφορούν τις πιο πάνω απαιτήσεις καθενός των τριών πρώτων αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το προσβαλλόμενο και αναιρούμενο μέρος της, από το ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση.
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο 1ος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 160/2012 του Εφετείου Λάρισας, ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Τσιανάκας - Χατζηαναστασίου Εφαρμογές προηγμένης Τεχνολογίας ΑΕ", τον 3ο αναιρεσίβλητο Ν. Τ. και τον 4ο αναιρεσίβλητο Π. Α..
Αναιρεί την απόφαση 160/2012 του Εφετείου Λάρισας, ως προς τους λοιπούς διαδίκους κατά τα εις το σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον 1ο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ