Legislator Case Law & Legislation
1445/2012 AI generated

1445/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1445/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1445/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πρώτη απ' αυτές ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 32.479,66 ευρώ, το οποίο κατέβαλε κατ' εντολή της εξ ιδίων αυτού χρημάτων για την απόκτηση απ' αυτήν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, άλλως το κατέβαλε λόγω εντόκου δανείου, επικουρικά δε ζήτησε την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Keywords

AI generated
gainful employment of spouse family and professional life permanent earning incapacity gainful inactivity living expenses financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1445 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Ε., τέως συζύγου Κ. Μ., κατοίκου Ρόδου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2004 και 20-1-2004 και 22-4-2002 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγου του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 2845/2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του αρμοδίου Τμήματος για την εκδίκαση της αίτησης, ορισμού Εισηγητή και δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Ο τελευταίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου τις από 14-1-2002 και 23-10-2004 αγωγές του.

Με την πρώτη απ' αυτές ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 32.479,66 ευρώ, το οποίο κατέβαλε κατ' εντολή της εξ ιδίων αυτού χρημάτων για την απόκτηση απ' αυτήν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, άλλως το κατέβαλε λόγω εντόκου δανείου, επικουρικά δε ζήτησε την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με τη δεύτερη αγωγή ο αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος ότι συνέβαλε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς του με την εναγόμενη στην αύξηση της περιουσίας της κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά για κάθε ακίνητο, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 372.646 ευρώ, άλλως το ποσό των 141.162 ευρώ που αντιστοιχεί στην κατά το 1/3 συμβολή του.

Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε την από 20-1-2004 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι η περιουσία του εναγόμενου συζύγου της αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής των με δική της συμβολή κατά ποσοστό 50%, άλλως κατά ποσοστό 1/3, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει σε χρήμα την αντιστοιχούσα στη συμβολή της αύξηση της περιουσίας του από 1.136,988, άλλως 586.494 ευρώ.

Οι τρεις αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 317/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία: 1) απέρριψε την πρώτη από 14-2-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά τις μεν κύριες βάσεις της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά δε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, 2) δέχθηκε εν μέρει και για το ποσό των 186.602,43 ευρώ την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και 3) δέχθηκε εν μέρει και για το ποσό των 94.000 ευρώ την από 23-10-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 106/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε στη συνέχεια την πρωτόδικη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην από 20-1-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της περί συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά ποσοστό 50% και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της περί συμβολής της ενάγουσας κατά το 1/3 και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 152.602,52 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής από τα αποκτήματα είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο (Α.Π. 1912/2009).

O χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν και της αξίας των. Ο ενάγων αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου με τη δική του συμβολή, την ύπαρξη αυτών κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της λύσεως ή ακυρώσεως ή συμπληρώσεως τριετούς διάστασης, καθώς και την αξία των κατά τον ίδιο χρόνο.

Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σ' αυτό (Α.Π. 1652/2003, Α.Π. 655/1998). Η εκποίηση αυτή, την οποία μπορεί να αγνοεί ο δικαιούχος σύζυγος, ιδίως στην περίπτωση που αυτή λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής.

Εφόσον με την αγωγή ζητείται η σε χρήμα απόδοση της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου στο μέτρο που αυτή επήλθε με τη συμβολή του δικαιούχου και από τις αποδείξεις προκύψει ότι το περιουσιακό στοιχείο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε ο ενάγων έχει εκποιηθεί και το τίμημα που εισπράχθηκε βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του χρηματικού ποσού στο οποίο ανέρχεται η συμβολή του δικαιούχου ( βλ.

Α.Π. 1652/2003 ). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες ή διαλαμβάνει αιτιολογίες ασαφείς ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 20.11.1982 από τον οποίο απέκτησαν δυο τέκνα. Από 1.8.2000 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση και λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος με την 237/2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η οποία κατέστη αμετάκλητη. Ο ενάγων κατά την τέλεση του γάμου διατηρούσε φυσιοθεραπευτήριο από την άνοιξη του 1980 σε ημιυπόγειο χώρο 50 τ.μ.

στην πόλη της Ρόδου και ήταν κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου και ενός δίκυκλου μοτοποδήλατου των οποίων η αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της ενάγουσας ήταν μηδαμινή. Δεν είχε δε στην κυριότητα του κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο. Η ενάγουσα- εναγομένη από το έτος 1977 εργαζόταν ως υπάλληλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο αεροδρόμιο της Ρόδου.

Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου εστερείτο περιουσιακών στοιχείων. Μετά την τέλεση του γάμου τους μίσθωσαν διαμέρισμα στην πόλη της Ρόδου πλησίον της επαγγελματικής στέγης του συζύγου. Η ενάγουσα τον ελεύθερο χρόνο της βοηθούσε το σύζυγο της στο φυσιοθεραπευτήριο, αφού είχε γνώσεις λογιστικής και είχε πτυχίο αισθητικού.

Εκτελούσε χρέη γραμματέα, αφού καθόριζε ραντεβού, ενημέρωνε τα λογιστικά βιβλία, εκτελούσε εξωτερικές εργασίες, επισκεπτόμενη τράπεζες, ταμεία, εφορεία κλπ και ακόμη καθάριζε τον επαγγελματικό χώρο, αφήνοντας ελεύθερο το σύζυγό της να εργάζεται απρόσκοπτα. Μάλιστα από την άνοιξη του 1984 μετατέθηκε από το αεροδρόμιο στα γραφεία της Ολυμπιακής αεροπορίας στην πόλη της Ρόδου για να έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να απασχολείται κοντά στο σύζυγο της.

Μετά τη γέννηση του πρώτου τέκνου στις 24.9.1984 το παρέδωσαν στη μητέρα της ενάγουσας, η οποία το είχε στο χωριό για τρία χρόνια ώστε να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου και οι οποίοι το επισκεπτόταν τα Σαββατοκύριακα. Μετά τη γέννηση και του δεύτερου τέκνου στις 27.8.1987 η μητέρα της ενάγουσας μετοίκησε από το χωριό στην οικία των διαδίκων και βοηθούσε στην ανατροφή των ανήλικων ώστε να μπορεί η ενάγουσα να βοηθά το σύζυγο της.

Η μητέρα της παρέμεινε στην οικία των διαδίκων μέχρι και το έτος 1994 όταν ασθένησε ο πατέρας της ενάγουσας και η μητέρα της γύρισε στο χωριό για να τον περιποιείται. Μετά το έτος 1994 η ενάγουσα σταμάτησε να βοηθά το σύζυγο της αφού είχε την αποκλειστική ευθύνη της ανατροφής των ανήλικων. Ο ενάγων παράλληλα με την εργασία του ίδρυσε μετά το γάμο την ετερόρρυθμη εταιρεία "Κ.

Μ. και Σία Ε.Ε" στην οποία συμμετείχαν η ενάγουσα και οι γονείς της κατά ποσοστό 60%. Το έτος 1984 ο ενάγων ίδρυσε επιχείρηση γυμναστηρίου την οποία εκμεταλλευόταν η παραπάνω εταιρεία. Το έτος 1986 απέκτησε ποσοστό 50% στην εταιρεία "Χ. Μ. - Κ. Μ. Ο.Ε." με αντικείμενο την πώληση αθλητικών ειδών και το έτος 1999 ίδρυσε νέο κατάστημα πωλήσεως αθλητικών ειδών.

Τα ετήσια εισοδήματα των διαδίκων με βάση τις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλαν ήταν για τον ενάγοντα - εναγόμενο για το έτος 1985 σε 883.460 δρχ., για το 1986 σε 1.013.200 δρΧ., για το 1989 σε 5.699.710 δρχ., για το έτος 2000 σε 35.269.887 δρχ. ... και της ενάγουσας για το έτος 1985 σε 1.164.545 δρχ., 1986...και 2000 σε 5.350.721 δρχ., τα οποία ποσά προερχόταν αποκλειστικά από το μισθό της ...

Ο ενάγων - εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου του απέκτησε: 1)...8) δυνάμει του 18.252/2001 πωλητηρίου συμβολαίου ... περιήλθε στη συγκυριότητα του το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυο οριζόντιων ιδιοκτησιών με στοιχεία Υ1Α (αποθήκη υπογείου) εκτάσεως 58,80 τ.μ. και ΙΙΑ κατάστημα στο ισόγειο εκτάσεως 68,80 τ.μ., εκτιμηθείσας αξίας του 1/2 28.500.000 δραχμές και κατά τον κρίσιμο χρόνο 94. 000 ευρώ.

Το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών περιήλθε στη συγκυριότητα της ενάγουσας εναγομένης δυνάμει του ιδίου συμβολαίου. Πριν τη σύναψη του παραπάνω συμβολαίου είχε συνταχθεί το 15.519/1997 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της ίδιας συμ/φου και καταβλήθηκε από τον ενάγοντα -ως αρραβώνας το ποσόν των 28.500.000 δραχμών.

Το προσύμφωνο είχε συνταχθεί κατά το χρόνο που διαρκούσε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων. Κατά δε τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου οι διάδικοι ήταν σε διάσταση. Όπως συνομολογεί και η ενάγουσα - εναγομένη ολόκληρο το τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε από τον ενάγοντα - εναγόμενο μαζί με. τα έξοδα μεταβίβασης.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν κατέβαλε χρήματα για την αγορά των ακινήτων αυτών, όμως μέρος των χρημάτων αυτών ήταν από το μισθό της και από τη συμβολή της στο συζυγικό οίκο και επαγγελματικό χώρο του εναγομένου. Όμως ως και η ίδια εκθέτει ο μισθός της κάλυπτε αποκλειστικά οικογενειακές ανάγκες. Μάλιστα από το 1994 και μετά δεν είχε καμία συμβολή στην επαγγελματική δραστηριότητα.

του συζύγου της, αφού δεν τον βοηθούσε στην εργασία του λόγω αντικειμενικής αδυναμίας εξ αιτίας της ανατροφής των ανήλικων τέκνων της. Το εισοδήματα του ενάγοντος. ήταν πολλαπλάσια της εναγομένης και για το λόγο αυτό καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον ίδιο το τίμημα και ο λόγος που η σύζυγος φερόταν ως συγκύρια ήταν για εξασφάλιση της, αλλά και για φορολογικούς λόγους, αφού ήταν ήδη κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Στη συνέχεια συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο με συγκύριους και τους δυο αν και οι διάδικοι ήταν σε διάσταση και τούτο έγινε, αφού αν συντασσόταν το συμβόλαιο στο όνομα του θα προέκυπτε πρόβλημα με τον πωλητή και επιπλέον ο φόρος μεταβίβασης θα ήταν πολύ. μεγαλύτερος από τον υπολογισθέντα αρχικά. Επομένως η συμμετοχή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης - ενάγουσας.

κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τελευταία ακίνητα επήλθε αποκλειστικά και μόνο από τη δική του συμβολή ενώ αντίθετα αυτή δεν είχε καμία συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του στα δικά του ποσοστά συγκυριότητας στα ακίνητα αυτά.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα με αριθμούς 13 και 14 ακίνητα στην αγωγή της ενάγουσας δεν υπήρχαν κατά το χρόνο συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης των διαδίκων (1.8.2003), αφού εκπλειστηριάστηκαν με επίσπευση της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν υπήρχαν μεν κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, αλλά ο εναγόμενος εισέπραξε το εναπομείναν υπόλοιπο ποσό των 153.397,88 ευρώ από τα πλειστηριασθέντα ακίνητα και στο οποίο ποσό πρέπει να συμμετέχει και η ίδια, ο οποίος νομότυπα επαναφέρεται με λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμος. Τα ίδια αφού έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και απορριπτέος κρίνεται ο λόγος αυτός της εφέσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε μετοχές σε διάφορες ανώνυμες εταιρείες, η αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσόν των 27.470,52 ευρώ και όχι τα ποσά τα οποία επικαλείται η ενάγουσα ... και προσκομίζει ... έγγραφα αφού τα έγγραφα αυτά αναφέρονται σε χρόνο προγενέστερο από τον κρίσιμο και στο μεταξύ διάστημα ή χάθηκαν από την γνωστή σε όλους πτώση του χρηματιστηρίου ή ρευστοποιήθηκαν από τον εναγόμενο ...

Τέλος, ο ενάγων - εναγόμενος συμμετείχε ως μέλος στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Κ-Τ. ΟΕ" κατά ποσοστό 50%, η αξία του μεριδίου του ανερχόταν σε 7.336,76 ευρώ το Νοέμβριο του 2003... Μετά από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε, ότι η υπάρχουσα περιουσία του εναγομένου ενάγοντος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της ενάγουσας και κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1.11.2003) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 457.807,58 ευρώ και όχι 559.807,28 ευρώ που δέχθηκε η εκκαλουμένη ..., στην απόκτηση δε αυτής συνέβαλε η ενάγουσα με την προαναφερόμενη συμβολή της κατά ποσοστό 1/3, αφού η ενάγουσα δεν απέδειξε μεγαλύτερη συμβολή απορριπτόμενου και του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην περιουσιακή του επαύξηση".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας για το ποσό των 186.602,43 ευρώ και δικάζοντας επί της ίδιας αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για την ανωτέρω αιτία το αντιστοιχούν στη συμβολή της ποσό των 152.602,52 ευρώ.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο: 1) διέλαβε στην απόφασή του σχετικώς με τα ουσιώδη ζητήματα: α) της αποκλειστικής συμβολής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στην απόκτηση από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα δυνάμει του 18.252/2001 συμβολαίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχ. ΥΙΑ και 11Α οριζοντίων ιδιοκτησιών και β) της αξίας του μεριδίου του εναγομένου στην εταιρία "Μ.

Κ. - Τ. ΟΕ", σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 του Α.Κ. Ειδικότερα, είναι επαρκής η αιτιολογία του Εφετείου ότι τα παραπάνω υπό στοιχ. ΥΙΑ και 11A ακίνητα αγοράσθηκαν αποκλειστικά με χρήματα του ενάγοντος, ο οποίος διέθετε πολλαπλάσια εισοδήματα σε σχέση με εκείνα της εναγομένης, η οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν συνέβαλε καθοιονδήποτε τρόπο στην απόκτηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου.

Η παραδοχή του Εφετείου ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος με τη μέχρι το έτος 1994 παροχή βοήθειας στις επαγγελματικές του δραστηριότητας και με την προσωπική εργασία της στον οικογενειακό οίκο μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης το έτος 2000, αναφέρεται στη συμβολή της αναιρεσείουσας στην απόκτηση από τον ενάγοντα των αναφερομένων στην αγωγή της αναιρεσείουσας περιουσιακών στοιχείων και δεν αντιφάσκει με την ως άνω παραδοχή επί της αντίθετης και αυτοτελούς αγωγής του αναιρεσιβλήτου ότι τα ως άνω υπό στοιχ.

ΥΙΑ και ΙΙΑ ακίνητα αποκτήθηκαν με χρήματα που διέθεσε αποκλειστικά ο ίδιος. Περαιτέρω, είναι σαφής και επαρκής η αιτιολογία του Εφετείου ότι η αξία του μεριδίου του εναγομένου στην παραπάνω εταιρία ανερχόταν στο ποσό των 7.336,76 ευρώ, κρίση την οποία σχημάτισε κυρίως από το από 10-11-2003 συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρίας, το περιεχόμενο του οποίου σαφώς υιοθέτησε.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, τέταρτος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. 2) παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 Α.Κ. όσον αφορά τα εξής ουσιώδη ζητήματα: α) ενώ δέχεται ως αποδεδειγμένο ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τα αναφερόμενα στην αγωγή της αναιρεσείουσας με αριθ. 13 και 14 ακίνητα (χρόνος κτήσης κατά την αγωγή 1998) και ότι τα ακίνητα αυτά δεν υπήρχαν κατά το χρόνο συμπλήρωσης τριετούς διάστασης (1-8-2003), καθόσον είχαν εκπλειστηριασθεί το έτος 2002, απέρριψε χωρίς καμία αιτιολογία ως μη νόμιμο τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ενάγουσας, όπως αυτός εκτιμάται, ότι είναι συνυπολογιστέο στην τελική περιουσία του εναγομένου και το ποσό των 153.397,88 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο εναγόμενος από το εναπομείναν μετά την ικανοποίηση των δανειστών εκπλειστηρίασμα και βρισκόταν στην κατοχή του κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο και έτσι δεν συνυπολόγισε το ως άνω χρηματικό ποσό στην τελική περιουσία του εναγομένου, χωρίς να διευκρινίζει (το Εφετείο) αν ο εναγόμενος εισέπραξε ή όχι το εν λόγω ποσό και αν αυτό βρισκόταν στην κατοχή του κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού σε καταφατική περίπτωση, το ως άνω χρηματικό ποσό υποκαθίσταται στα ακίνητα που εκποιήθηκαν και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, κατά τα προεκτεθέντα, β) ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος, εκτός από τις μετοχές αξίας 27.470,52 ευρώ που κατείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και άλλες μετοχές τις οποίες ρευστοποίησε (πώλησε), δεν προσδιορίζει το τίμημα που εισέπραξε ο εναγόμενος από τη ρευστοποίηση των μετοχών αυτών ούτε διευκρινίζει αν αυτό βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου κατά κρίσιμο χρόνο, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού σε καταφατική περίπτωση, το ως άνω χρηματικό ποσό υποκαθίσταται στις μετοχές που εκποιήθηκαν και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους) λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται την προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται παραπάνω και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 106/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και αφορά την από 17-1-2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ