Legislator Case Law & Legislation
1445/2009 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against Athens Court of Appeal decision regarding procedural defects and omitted compensation claim.

Case Number 1445/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision of 73/2004. The Court found that the lower court committed procedural errors by failing to properly define the scope of the appeal requests and by omitting a specific claim for compensation for ramp construction. Consequently, the judgment was annulled in part, the case was remitted to the Court of Appeal for further examination by different judges, and the opposing parties were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court's decision if it fails to adequately define the scope of appeal requests or omits a distinct claim, requiring remittal for retrial by different judges.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural defect omitted claim remittal for retrial legal costs appeal annulment different judges

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1445 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαγουρέτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/6/2003, 7/7/2003, 17/5/2003, 19/5/2003, 10/7/2003, 8/7/2003, 9/7/2003, 17/6/2003, 11/7/2003, 20/6/2003, 2/7/2003, 8/7/2003 αιτήσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 73/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/1/2005 αίτησή τους και τους από 10/9/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10/10/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος κατά το δεύτερο και κατά το τελευταίο μέρος του, τρίτος κατά το πρώτο μέρος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, να απορριφθεί δε η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση, μετά την 18/2008 πράξη του Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (νέα) δικάσιμο (28-11-2008) προς συζήτηση της από 13-1-2005 αίτησης αναίρεσης, λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, εξ αιτίας της αποχώρησης του Εισηγητή - Αρεοπαγίτη, μετά τη συζήτηση αυτής που είχε διεξαχθεί κατά τη δικάσιμο της 19-10-2007.

Από το προσκομιζόμενο, από ..., αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή των δικαστηρίων, του υπηρετούντος στον Άρειο Πάγο ... με την επ' αυτής υπό ίδια ημερομηνία απόδειξης παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου και την από 3-8-2008 απόδειξη παραλαβής συστημένης επιστολής των ΕΛΤΑ προκύπτει ότι αντίγραφο της ως άνω πράξης του Προέδρου (18/2008), με κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ..., ενώ, εξ άλλου, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι, επιμέλεια των αναιρεσειόντων, είχε επιδοθεί προς αυτόν, νομίμως και εμπροθέσμως, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 19-10-2007. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ

ΙΙ. Το άρθρο 13 του Ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη μειώνεται ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα, προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα, που απέμεινε στον ιδιοκτήτη.

Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, που ορίζει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του, μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνον εξαιτίας της, ούτε η ανατίμηση η προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη, στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και εξ αιτίαςαυτής.

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ήμείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το, κατά τοΣύνταγμα, πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου, δι' ο η απαλλοτρίωση (Ολ.

ΑΠ 31/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι τα αιτήματα της από 17-3-2003 αίτησης των νυν αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας α) για την απομείνασα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφική έκταση του ακινήτου τους, του οποίου αυτοί είναι συγκύριου, ο καθένας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και υπόχρεοι για την αποζημίωση οι αναιρεσίβλητοι και β) για τα επικείμενα επί της ως άνω εναπομείνασας έκτασης ελαιόδενδρα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, με την αιτιολογία (σχετικά με το πρώτο αίτημα), "ανεξάρτητα, και με την ενυπάρχουσα περί το αίτημα αυτό αοριστία της αίτησης, καθόσον στην αίτηση δεν αναφέρεται ότι πριν από την απαλλοτρίωση μπορούσε να ανεφερθεί κτίσμα και μάλιστα με αισθητικά αποδεκτό σχήμα, η αιτούμενη ζημία δεν αποκαθιστάται, καθόσον δεν συνάπτεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριούμενου και διότι η επικαλούμενη ζημία δεν προέρχεται από την απαλλοτρίωση, αλλά από το είδος του έργου, στο οποίο απέβλεπε αυτή", και με το δεύτερο αίτημα, "καθόσον δεν εκτίθεται στην αίτηση ο λόγος, για τον οποίο υφίσταται μείωση της αξίας τους τα επικείμενα ελαιόδεντρα".Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως μη νόμιμο το πρώτο αίτημα, παρεβίασε τις αναφερθείσες στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 ΚΑΑΑ, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τους βάσιμους περί τούτου, κατά το ένα μέρος τους, πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον μοναδικό του δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Επίσης, κατά το μέρος που απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, ως αόριστο, το ίδιο ως άνω πρώτο αίτημα, καθώς και το δεύτερο αίτημα, κρίνοντας ως μη επαρκή τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης, για το ορισμένο των αιτημάτων αυτών, στοιχεία, έσφαλε, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ δικογράφου της ως άνω αίτησης, περιλαμβάνονται σ' αυτήν, κατά τρόπο επαρκή και ορισμένο όλα τα αναγκαία για το ορισμένο των ως άνω αιτημάτων στοιχεία.

Επομένως, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά τους βάσιμους περί τούτου, κατ' ορθή εκτίμηση, κατά το άλλο μέρος τους πρώτο και τρίτο, λόγους αναίρεσης. Τέλος, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της ως άνω αίτησης, περί επιδίκασης στους αιτούντες - νυν αναιρεσείοντες, αποζημίωσης, για την κατασκευή ράμπας.

Ως προς το ζήτημα αυτό, από την επισκόπηση της αίτησης προκύπτει ότι, στο περιεχόμενο αυτής περιλαμβάνεται (αυτοτελές) αίτημα, περί επιδίκασης στους αιτούντες αποζημίωσης, εκ ποσού 61.277,58 ευρώ (το οποίο ποσό κατά τρόπο ορισμένο, αναλύεται στη σελίδα 21 της αίτησης), για την κατασκευή ράμπας, μήκους άνω των 60 μ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων είναι αναγκαία, για την προσπέλαση (είσοδο) εντός του απομένοντος, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματος του ακινήτου, λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς, που προέκυψε, μετά την εκτέλεση των έργων, μεταξύ της Λεωφόρου Μαραθώνος και του ως άνω ακινήτου.

Πλην όμως, το δικάσαν Εφετείο, ουδόλως αποφάνθηκε επί του τελευταίου αυτού αιτήματος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος από την πιο άνω πλημμέλεια λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την αίτηση των νυν αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα ως προς τα τρία αιτήματα αυτής, όπως ανωτέρω αναφέρονται, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 73/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ