1445/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4455/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3351/2004 προδικαστική, 7644/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Οκτωβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1445/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και στην ουσία με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος που διατηρούσε ταβέρνα με τον τίτλο ...... στην περιοχή .....
Full text
Απόφαση 1445 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1445/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρή Χαραλαμποπούλου .
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4455/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3351/2004 προδικαστική, 7644/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Οκτωβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Το άρθρο 924 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου" Ως κάτοχος, με την έννοια της άνω διάταξης θεωρείται εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι πρόσκαιρο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και στην ουσία με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος που διατηρούσε ταβέρνα με τον τίτλο ...... στην περιοχή .....
Αττικής ήταν κάτοχος του σκύλου, που επιτέθηκε στην αίγα του ενάγοντα στις 14/3/2000 και την τραυμάτισε στον αυχένα με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος της. Συγκεκριμένα από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο εναγόμενος ήταν κάτοχος του ζημιογόνου ζώου υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και δη ότι για το δικό του συμφέρον είχε την φροντίδα του ζώου με την παροχή σ' αυτό στέγης και τροφής, όχι όμως προσωρινά αλλά για ορισμένη διάρκεια χρόνου και επί πλέον ότι είχε την εξουσία να αποφασίζει περί της υπάρξεως του ζώου, αλλά αποδείχθηκε ότι ο σκύλος αυτός ήταν αδέσποτος, περιφερόταν ελεύθερος στην περιοχή και τον έτρεφαν οι φιλόζωοι πελάτες του.
Στην κρίση του αυτή άγεται το παρόν Δικαστήριο από την ανωμοτί κατάθεση του ιδίου του ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε αυτολεξεί πως "ο εναγόμενος έχει μια ταβέρνα και έχει αδέσποτα σκυλιά εκεί, στην ταβέρνα", αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση προσκομίζει ο εναγόμενος, όπου ο αδελφός του Ψ2 και ο Ζ1 κατηγορηματικά βεβαιώνουν πως ο εναγόμενος δεν είχε ποτέ σκύλο και πως στην περιοχή της .....
έχει πολλές ταβέρνες όπου κυκλοφορούν αδέσποτοι σκύλοι. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από όσα βεβαιώνουν στις ένορκες βεβαιώσεις οι μάρτυρες του ενάγοντος και δη πως ο εναγόμενος είχε 4 σκύλους, τρεις δεμένους και τον τέταρτο, που επιτέθηκε στην αίγα και ήταν λυκόσκυλο και ήταν φόβος και τρόμος των κατοίκων λόγω της αγριότητας του, πως τον είχε χωρίς λουρί, αφού έρχονται σε πλήρη αντίθεση και με όσα ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, όπως ότι ένας από τους τρεις σκύλους που είχε στην κατοχή του ο ενάγων στο χώρο της ταβέρνας για την προστασία της περιουσίας του, στις 14/3/2000 και περί ώρα 16.30, έκοψε το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένος και επιτέθηκε στην αίγα που είχε δεμένη σε παρακείμενο οικόπεδο.
Άλλωστε, από το με ημερομηνία 16/3/2004 απόσπασμα της με αριθμό 37111/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν της παράβασης του άρθρου 7 και 1 και 14 ΠΔ 400/83 σε συνδ. με άρθρο 6 Ν. 829/78, για το επίδικο περιστατικό". Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 924 ΑΚ και η απόφαση του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και δικαιολογούντα τη μη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, ενώ δεν απαιτείτο η παράθεση και ετέρων.
Κατ' ακολουθία, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τις γενόμενες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β1 και Β2 . Επομένως λήφθηκαν υπόψη και αυτές. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των εν λόγω αποδείξεων. Γι' αυτό, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.4.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 7644/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ