Supreme Court partially allows appeal against unfair salary promotion discrimination and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a public utility employee's salary promotion. The court found the lower court's ruling on constitutional discrimination against the plaintiff's post-employment degree invalid, while also identifying a procedural defect in the original lawsuit's lack of specific salary figures. Consequently, the appeal regarding the discrimination claim was upheld, but the case was remanded for retrial on the procedural issue.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of the Constitution; Art. 4 para. 3 of the Public Service Statute: Discrimination based on post-employment degrees violates constitutional equality unless justified by social reasons, requiring application of the more favorable regulation to the disadvantaged group.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1445 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1445/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ Α.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Του αναιρεσίβλητου: ......... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό-Ανδρόνικο Βλαστό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2030/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5892/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 29-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5 παρ. 3, 23 παρ. 4, 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ – ΔΕΗ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει, ότι το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο προσωπικό. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών της επιχειρήσεως, μπορεί δε να ενταχθεί μετά διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό.
Το τελευταίο τούτο κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που και αυτές υποδιαιρούνται σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κλάδος των τεχνιτών περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατηγορία Τ2 –πτυχιούχοι θετικών επιστημών- στην οποία εντάσσονται εκείνοι που έχουν δίπλωμα θετικών επιστημών ανώτατης σχολής ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής.
Ειδικά για την κατηγορία Τ2 προβλέπεται η ένταξη σε κλιμάκιο ανώτερο κατά ένα ή δύο του εισαγωγικού αν ο εντασσόμενος, εκτός από το δίπλωμα θετικών επιστημών, έχει επιπλέον και τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών θετικών επιστημών διετούς τουλάχιστον διάρκειας σε κύκλο σπουδών θετικών επιστημών (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΚΠ/ΔΕΗ), χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη για προαγωγή σε ανώτερο κλιμάκιο του προσωπικού της παραπάνω κατηγορίας, αν ο τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών αποκτήθηκε μετά την ένταξη.
Με τον τρόπο όμως αυτό, δηλαδή με την κατά τον Κανονισμό εξαίρεση από την προαγωγή σε ανώτερο του κατεχόμενου μισθολογικό κλιμάκιο των μισθωτών που απέκτησαν τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών θετικών επιστημών ανώτατης σχολής ημεδαπής ή αλλοδαπής, μετά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό, καθιερώνεται δυσμενής εις βάρος τους διάκριση, έναντι εκείνων που εντάσσονται στο τακτικό προσωπικό και δικαιούνται εξαρχής να ενταχθούν σε κλιμάκιο ανώτερο κατά ένα ή δύο του εισαγωγικού, χωρίς η ρύθμιση αυτή να δικαιολογείται από γενικότερους λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 4.Β παρ. 3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ που εξαιρεί από τη μισθολογική προαγωγή το προσωπικό της ανωτέρω κατηγορίας που απέκτησε τον ως άνω τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών μετά την ένταξή του, είναι κατά τούτο ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, και πρέπει για την αποκατάσταση της ισότητας να εφαρμοσθεί γενικώς, ήτοι και ως προς εκείνους που απόκτησαν τον τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών μετά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΔΕΗ την 17-10-1988 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως έκτακτος μισθωτός και την 1-11-1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην κατηγορία Τ2 (πτυχιούχοι θετικών επιστημών) του κλάδου Τεχνιτών, στο εισαγωγικό 8ο μ.κ.
της ε βαθμίδας. Στη συνέχεια προήχθη στις 1-10-1991, στο 7ο μ.κ., στις 17-10-1991 στο 6ο μ.κ., στις 17-19-1994 στο 5ο μ.κ., στις 17-10-1997 στο 4ο μ.κ. και την 17-10-2000 στο 3ο μ.κ., ενώ από την 1-11-1994 ασκεί καθήκοντα Οργανωτή Υποτομεάρχη στη Διεύθυνση Οργάνωσης. Το έτος 1998 απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα τριετούς διάρκειας σε κύκλο σπουδών θετικών επιστημών και στις 27-7-1998 διδακτορικό δίπλωμα με βαθμό άριστα, ως ερευνητής, στο Τμήμα Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Κρήτης, με εξειδίκευση στην τεχνητή νοημοσύνη-νευρωτικά δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών (εφαρμογή σύγχρονων μαθηματικών-στατιστικών μεθόδων).
Παρά ταύτα η εναγομένη δεν χορηγεί στον ενάγοντα το 2ο μ.κ., με την αιτιολογία ότι δεν κατείχε τα παραπάνω μεταπτυχιακό και διδακτορικό διπλώματα κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της, δηλαδή την 1-11-1990. Έκρινε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, κατά το μέρος της που αφορά στην ένταξη σε ανώτερο μ.κ.
των υπαλλήλων της ως άνω κατηγορίας, βάσει του τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγουσα αδικαιολογήτως δυσμενή διάκριση εις βάρος των υπαλλήλων της εναγομένης, που έχουν αποκτήσει το πτυχίο τους μετά την ένταξή τους, και, συνεπώς ότι, ενόψει των μεταπτυχιακών τίτλων που απέκτησε ο ενάγων, όχι νομίμως δεν χορηγήθηκε σ' αυτόν η αιτηθείσα μισθολογική προαγωγή από 1-10-1998 στο 2ο μ.κ.
και στη συνέχεια, από 17-10-2000, στο 1ο μ.κ. Με την κρίση του αυτή για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 4. παρ.3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του Συντάγματος, 281, και 288 του ΑΚ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προσδιοριζόμενη μόνο με τον αριθμό της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει: α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή…β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ)ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε επιπλέον την επιδίκαση της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ των ανωτέρω μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία έπρεπε να είχε προαχθεί, και του κατεχόμενου από 1-10-1998 έως 30-11-2001. Την εν λόγω διαφορά προσδιόρισε ο ίδιος στην αγωγή του σε 25.000 δρχ.
γενικά για όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, χωρίς να αναφέρει το σύνολο των αποδοχών που του κατέβαλε η αναιρεσείουσα και εκείνων που έπρεπε να του καταβάλει, αν του είχε χορηγήσει τις μισθολογικές προαγωγές που δικαιούται. Λόγω όμως τη ελλείψεως των στοιχείων αυτών η αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, ήταν αόριστη και έπρεπε γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη από το Εφετείο, κατ' αποδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε ότι η αγωγή είναι και κατά τούτο ορισμένη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5.892/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αντίστοιχο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ