Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation due to lack of admissibility and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by co-owners against a lower court's determination of expropriation compensation. The appellants argued for a higher valuation based on property quality and requested a new assessment of evidence, but the court found their arguments inadmissible for vagueness and unfounded. The court ruled that the lower court had properly considered the submitted topographic map and that the appellants' request for a new evaluation violated the principle of finality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, item 11; Article 561, paragraph 2: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to substantiate the alleged procedural errors, and the court must not re-evaluate facts already decided.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1444 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1444/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Α. του Ε., κατοίκου ... και 2) Α. χας Δ. Μ., συνιδιοκτητριών της με αριθμό ... ιδιοκτησίας σε ποσοστό 50% η κάθε μία εξ αδιαιρέτου, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λύρο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. χα Δ. Μ. (2η) απεβίωσε στις 2-7-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι της α) Ζ Μ. του Σ. και ) Ε. Μ. του Σ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2016 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 74/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 18-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών και του Β. Π. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 24/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσείουσας και των υπεισελθουσών κληρονόμων της αποβιωσάσης 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών Α.
Λ., με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο της δεύτερης των αναιρεσειουσών Α. χήρας Δ. Μ., που έλαβε χώρα την 2-7-2018, δήλωσε δε ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εκπροσωπούμενες από αυτόν (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-5-2022 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αττικής Ελένης Παναγιώτου Παπαθανασίου), νόμιμες κληρονόμοι της θανούσας, Ζ.
Μ. του Σ. και Ε. Μ. του Σ.. Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ .../31-10-2018 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μαραθώνος, με έδρα το Καπανδρίτι, Θεοδώρας Αθανασίου του Ιωάννη, συζύγου Εμμανουήλ Λεβογιάννη και τα αναφερόμενα, προσαρτημένα σ' αυτή, έγγραφα και δη: 1) το υπ' αριθμ. …/2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος της Δημοτικής Ενότητας Ωρωπίων του Δήμου Ωρωπού Αττικής, 2) το υπ' αριθμ. .../20-7-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου και 3) το υπ' αριθμ. .../22-10-2018 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι στις 2-7-2018, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης από 30.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 14/30.3.2018 αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στη Νέα Ιωνία Αττικής, η αρχικώς 2η αναιρεσείουσα Α.
Μ. του Σ., η οποία κατέλιπε μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τις αδελφές της Ζ. Μ. του Σ. και Ε. Μ. του Σ., γεγονός που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενες, παραδεκτά συνεχίζουν τη δίκη, υπεισερχόμενες στη δικονομική θέση της ως άνω θανούσας αρχικώς δεύτερης αναιρεσείουσας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του, ακόμη και αν η ζημία αυτή οφείλεται στην εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005, Α.Π. 833/2021, Α.Π. 759/2020, Α.Π. 696/2020, Α.Π. 272/2018).
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (Α.Π. 833/2020, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 273/2019).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού της (Α.Π. 759/2020, Α.Π. 696/2020, Α.Π. 465/2020, Α.Π. 121/2020).
Εξάλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι για το ορισμένο της αιτήσεως καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το ακίνητο που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να διαλαμβάνονται σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 (και 118 εδάφ. 4) του Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά εκείνα, με βάση τα οποία μειώθηκε σημαντικά η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο.
Περαιτέρω, στο π.δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ., ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται:
ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π. δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν:
αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν) αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι, ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1279/ 2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010).
Ωστόσο, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ. 24/1985, σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού ή η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για την συγκρότηση του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 979/2021, Α.Π. 1277/2020, Α.Π. 856/2020, Α.Π. 484/2018). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 841/2017).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π.
Ολομ. 15/2000, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017). Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 94/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2022, 1/2016, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 1076/2020, Α.Π. 672/2020).
Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 258/2021, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 1285/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 927/2020).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, 2/2021, 3/2020, Α.Π. 1111/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 500/2020).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1274/2020, Α.Π. 329/2020, Α.Π. 42/2020). Κατά την ίδια διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο όμως εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται, πλην άλλων, στη μεν πρώτη περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή παραβιάσθηκε ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, στη δε δεύτερη περίπτωση τα συγκεκριμένα διδάγματα, που φέρονται ως παραβιασθέντα κατά την ερμηνεία (επίσης συγκεκριμένου) κανόνα δικαίου ή κατά την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 1252/2020).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 764/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 663/2020, Α.Π. 426/2020).
Σε κάθε περίπτωση, για την πληρότητα του από τον αριθμό 19 λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, να προσδιορίζονται δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.Α.Π. 1485/2017, 20/2005, Α.Π. 638/2021, Α.Π. 1100/2020, Α.Π. 663/2020 Α.Π. 759/2019, Α.Π. 1311/2018).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφιο γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Α.Π. Ολομ. 25/2003, Α.Π. 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημιώσεως (Α.Π. 171/2020 Α.Π. 209/2019, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 2062/2017).
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, για την θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π. 549/2020, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 1014/2019, Α.Π. 936/2019).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η εντοπιζόμενη στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίφαση των διατάξεων αυτής, συνεπεία της οποίας εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, είναι αδύνατη η εκτέλεσή της (Α.Π. 366/2020, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 385/2017).
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικα¬στήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκρι¬ση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, 42/2002, Α.Π. 1244/2021, Α.Π. 1247/2020, Α.Π. 665/2020, Α.Π. 220/2019).
Καμιά, ωστόσο, διάτα¬ξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα απο¬δεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και ποοσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύ¬πτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έ¬χει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των απο¬δείξεων (Α.Π. 498/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως προκύπτει από την πληττόμενη 24/2017 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων α) την από 11-2-2016 αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και β) την από 18-12-2015 αίτηση των αναιρεσειουσών, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, με α.κ.π. ...
ακινήτου των αναιρεσεουσών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την εν λόγω απαλλοτριωμένη ιδιοκτησία που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Για την με Α.Κ.Π. ... ιδιοκτησία με εικαζόμενους δικαιούχους την Α.
Μ. του Ε. και Μ. Α. χήρα Δ. σε ποσοστό 1/2 κάθε μία. Η αρχική ιδιοκτησία είχε επιφάνεια 8.125,80 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 2.153,02 τ.μ. και απομένει υπόλοιπη έκταση 5.972,78 τ.μ. Η ίδια αρχική ιδιοκτησία ήταν άρτια αλλά μη οικοδομήσιμη, αφού όπως φαίνεται και στον προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Λ.
Ε. δεν είχε πρόσοψη σε κοινόχρηστο χώρο. Επομένως μετά την απαλλοτρίωση δεν μεταβάλλεται η πολεοδομική κατάσταση του ακινήτου που έχει αμιγώς γεωργικό προορισμό, η οποία εκμετάλλευση μπορεί να συνεχισθεί ανεμπόδιστα στην απομένουσα ως άνω σημαντική έκταση. Επομένως το ως άνω απομένον τμήμα δεν υφίσταται μείωση της αξίας του και το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί".
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και πέμπτο σκέλη αυτών, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις (όπως εκτιμάται) ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της ιδιοκτησίας τους, εκτάσεως 5.972,78 τ.μ., εξακολουθεί μεν να είναι άρτιο, πλην όμως δεν είναι (και δεν ήταν πριν από την απαλλοτρίωση) οικοδομήσιμο, λόγω του ότι δεν έχει (και δεν είχε) πρόσοψη σε κοινόχρηστο δρόμο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και 1 του π.δ. 24/31-5-1985, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τις οποίες διατάξεις, αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αρχική ιδιοκτησία τους ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ενώ το απομένον τμήμα αυτής καθίσταται μη οικοδομήσιμο, λόγω του ότι βρίσκεται εντός της ζώνης της απόστασης των 60 μέτρων από το κέντρο του νέου κλειστού με μεταλλικά κιγκλιδώματα δρόμου και εντός της ζώνης των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προέχοντος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν τούτου δε διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 18-12-2015 και με αρ.
κατ. 63/2015 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου αιτήσεως των ήδη αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (της κατά παρέκκλιση οικοδομησιμότητας της ιδιοκτησίας τους, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 24/31-5-1985), δεν είχε προβληθεί με την αίτησή τους, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.
Η επικαλούμενη αιτίαση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ότι δεν αναφέρονται καθόλου στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα που παραβιάστηκαν, ποιος ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.
Επίσης, απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι και ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την πληρότητα του σχετικού λόγου, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δεν προσδιορίζονται δηλαδή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, με τις παραπάνω κρίσεις του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ερμήνευσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε και συγχρόνως διέλαβε σαφείς και πλήρεις, έστω και συνοπτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεώς του και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 και 93 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ , τις οποίες εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΠΔ 24/1985, διότι τα περιστατικά, που έκρινε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτών, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και πέμπτο σκέλος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι. Με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τέταρτο σκέλη αυτών, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται, συλλήβδην, πλην εκείνων που κρίθηκαν παραπάνω, και παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 9 και 17 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς, όμως, αναφορά, πλην των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες.
Επομένως, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθενός των παραπάνω προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Υπό την εκδοχή δε ότι με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 9 του 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η (μη αναφερόμενη) αιτίαση της αφέσεως αδίκαστου του αιτήματος για ιδιαίτερη αποζημίωση, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ρητά, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), στην οποία ρητά αναφέρεται (βλ. 27ο φύλλο, οπίσθια όψη αυτής) το προσκομισθέν από τις αναιρεσείουσες -προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί αρτιότητας και οικοδομησιμότητας της ιδιοκτησίας τους πριν από την απαλλοτρίωση και τη μη οικοδομησιμότητα του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος αυτής - τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Λ., δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ως άνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου. Η άποψη δε των αναιρεσειουσών, ότι εάν το Δικαστήριο είχε εκτιμήσει διαφορετικά το παραπάνω έγγραφο, θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διατάξεως του άρθρου 561 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). Δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειουσών και υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δεν θα επιβληθούν, ενόψει του ότι το τελευταίο, το οποίο παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.3.2018 και με αριθμό καταθέσεως 14/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ