Legislator Case Law & Legislation
1444/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where minor's guardian filed appeal after minor reached majority age.

Case Number 1444/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a father acting as guardian for his daughter after she had reached the age of majority. The court held that upon the minor's adulthood, the guardian's representative authority ceased automatically, making the appeal inadmissible if filed in the guardian's name. Consequently, the lower court's finding of joint liability for the traffic accident was upheld, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon a minor reaching majority, the guardian's representative authority ceases automatically, rendering an appeal filed in the guardian's name after the minor's adulthood inadmissible.

Keywords

AI generated
minor reaching majority guardian representative authority inadmissible appeal automatic cessation of power joint liability traffic accident

Cited Legislation

AI generated
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 1510 of the Civil Code
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 5 of the Decree of the Government of 1911
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1444 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1444/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. (Ε. C.) του Ι., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανηλίκου θυγατρός του Ε. - Β. Τ. (Ε. - V. C.), o οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κουτσαντώνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Ε. - Β. Τ., της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια ο πατέρας της, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και παρίσταται με την ίδια.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η. Ε. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σκυλλάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανηλίκου θυγατρός του Ε. - Β. Τ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2838/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες της νόμιμης εκπροσώπησης της 2ης αναιρεσείουσας, της οποίας τη γονική μέριμνα, κατά την άσκηση της ένδικης από 17-3-2020 (αρ. κατ. 2999/353/2020) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2838/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ), ασκούσε ο πατέρας της, 1ος αναιρεσείων, προκύπτει ότι η 2η αναιρεσείουσα δήλωσε στο ακροατήριο παριστάμενη μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Άννας Κουτσαντώνη, ότι ενηλικιώθηκε. Προκύπτει δε, μη αμφισβητουμένου τούτου και από την αναιρεσίβλητη, ότι αυτή ενηλικιώθηκε στις 16-7-2021, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 21-5-2019 (όπως τούτο προκύπτει από την τελευταία σελίδα αυτής που επιτρεπτά επίσης επισκοπείται). Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, με την ενηλικίωση της 2ης αναιρεσείουσας έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου - πατέρα της (1ου αναιρεσείοντος) και συνεπώς, συνεχίζεται πλέον η αναιρετική διαδικασία με την συμμετοχή της ενήλικης ως άνω 1ης αναιρεσείουσας ατομικά στο όνομά της.

Η κρινόμενη από 17-3-2020 (αρ. κατ.2999/353/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2838/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29-6-2017 και με αρ. κατάθεσης 553650/2569/2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες Ε.

Τ. για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος την γονική μέριμνα της ήδη ενηλικιωθείσης θυγατέρας του Ε. - Β. Τ. στρεφόμενοι κατά α) του Ζ. Τ. και β) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η. E. Α.Ε.Ε.Γ.Α.", ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκαν, ότι την 23-9-2015 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της συζύγου και μητέρας των, αντίστοιχα, Μ.

Τ. που κινείτο πεζή και επί της οποίας επέπεσε με το παραπάνω αυτοκίνητο και ζήτησαν, μετά την παραίτησή τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο, που έγινε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την μερική τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό α) να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς το ποσό των 185.000 ευρώ, να υποχρεωθεί δε αυτή να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο της συζύγου και μητέρας τους, αντίστοιχα β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 115.200 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω στέρησης των υπηρεσιών της θανούσας, που θα του παρείχε το υπόλοιπο του προσδόκιμου βίου της, δηλαδή για 32 έτη και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 35.000 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής, που θα της παρείχε η θανούσα μητέρα της από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την ενηλικίωσή της.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αρ.542/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (αγωγή), όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό της είναι η θανούσα Μ. Τ.. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 2-4-2018 και με αρ. κατάθεσης 36185/2535/2018 έφεση. Επί της παραπάνω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι συνυπαίτιοι στο ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός το αυτοκινήτου και η θανούσα, κατά ποσοστό 20% και 80%, αντίστοιχα, έκανε δεκτή την προβληθείσα από την εφεσίβλητη ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας στο ένδικο ατύχημα, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχτηκε μερικά την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Κατά το άρθρο 5 ν.ΓΠΝ/1911 "της κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημιώσεως ουδείς των ενόχων απαλλάσσεται εξ οιουδήποτε λόγου, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε εξ ανωτέρας βίας ή εξ υπαιτιότητος του θύματος, ή εκ πταίσματος τρίτου προσώπου μη ανήκοντος εις την υπηρεσία του αυτοκινήτου. Ωσαύτως απαλλάσσεται και ο οδηγός αποδεικνύων τα γεγονότα ταύτα, καθ` ην δε περίπτωσιν το ατύχημα επήλθεν εξ ελαττώματος του αυτοκινήτου, απαλλάσσεται εάν αποδείξει ότι μεθ` οιανδήποτε επιμέλεια δεν ηδύνατο να γνωρίσει το ελάττωμα".

Με την απόδειξη ενός από τους λόγους που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη ανατρέπεται η αντικειμενική ευθύνη των υποχρέων κατά τις διατάξεις του ν.ΓΠΝ/1911. Για να επέλθει πλήρης απαλλαγή του εναγομένου, σε περίπτωση ευθύνης του κατά τις διατάξεις του ν.ΓΠΝ/1911 και επίκλησης από αυτόν υπαιτιότητας του παθόντος, πρέπει να προβληθεί και αποδειχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού (παθόντος).

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Τέλος με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αρθ 559 αρ.19, Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα του περί συνυπαιτιότητας της θανούσας για το ένδικο ατύχημα διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα 1) αν και δέχεται ότι κατά το ένδικο ατύχημα δεν θα είχε επέλθει ο θάνατος της Μ.

Τ., αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είχε τροχοπεδήσει ή είχε αντιδράσει με αποφευκτικό ελιγμό ως ο μέσος συνετός οδηγός, ώστε σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συνυπαιτιότητα της θανούσας, αλλά αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου σε ότι αφορά στο επελθόν εκ του ένδικου ατυχήματος αποτέλεσμα (θάνατο), αφού η αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, εξαρτάτο αποκλειστικά από τις ενέργειες του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και συνεπώς δεν συνετέλεσε στην επέλευση της συγκεκριμένης ζημιάς η συμπεριφορά του θύματος, στην συνέχεια αντιφατικά αναγνωρίζει συνυπαιτιότητα για τον, λόγω του ένδικου ατυχήματος, θανάσιμο τραυματισμό της θανούσας και σε αυτή και μάλιστα σε ποσοστό 80%.

Με τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 Α.Κ. (δεύτερος λόγος) ως και την διάταξη του άρθρου 5 ν.ΓΠΝ/1911, (τρίτος λόγος), μη υπάγοντας ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε σε αυτές, κρίνοντας συνυπαίτια την θανούσα και όχι αποκλειστικά υπαίτιο του εκ ένδικου ατυχήματος επελθόντος θανάτου αυτής τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού η, κατά τις παραδοχές του, συμπεριφορά της θανούσας δεν μπορεί να υπαχθεί στο πραγματικό του άρθρου 300 Α.Κ.

ενώ, όπως δέχτηκε το δικαστήριο, μόνη η προσαρμογή της συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στους κανόνες της συνετής οδήγησης ήταν αρκετή για να αποφευχθεί ο θάνατος της Μ. Τ..

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2838/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 23 Σεπτεμβρίου 2015 και ώρα 21.45, ο Ζ. Τ. (πρώτος εναγόμενος, ως προς τον οποίο έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής) οδηγούσε το υπ' αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στο ..., επί της Λεωφόρου …, στο ρεύμα της με κατεύθυνση προς την ..., έναντι του εργοστασίου Β., με ταχύτητα που ανερχόταν σε 60 περίπου χιλ/ώρα. Η εν λόγω οδός έχει δύο ρεύματα πορείας και τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα, πλάτους κάθε μίας 3,5 μέτρων, ενώ τα δύο ρεύματά της χωρίζονται από κεντρική διαχωριστική νησίδα, πλάτους 3,6 μ., στην οποία υπάρχει μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας, ύψους 1 μέτρου, και φύονται δέντρα μεγάλου ύψους.

Ο ως άνω οδηγός εκινείτο στην δεύτερη από δεξιά (ως προς την πορεία του) λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου …, που στο συγκεκριμένο σημείο έχει ελαφρά καμπύλη προς τα δεξιά και είχε σκοπό να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό ..., η οποία τέμνει κάθετα τη Λεωφόρο …μετά από 70 περίπου μέτρα. Το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο της Λεωφόρου …είναι 60 χιλιόμετρα/ώρα και υπήρχε επαρκής φωτισμός.

Κατά τον ίδιο χρόνο, η Μ. Τ., ευρισκόμενη σε κατάσταση πλήρους μέθης (το οινόπνευμα που ανιχνεύθηκε στο αίμα της ήταν 3,03 g/Ι και μη έχοντας λόγω αυτής, αίσθηση του κινδύνου, επεδίωξε να διασχίσει πεζή τη Λεωφόρο …, εκκινώντας από το ρεύμα της προς …, στο ύψος του ως άνω εργοστασίου και εκτός διάβασης πεζών, η οποία βρισκόταν σε απόφαση 63 περίπου μέτρων από εκείνο το σημείο.

Ειδικότερα, αφού πέρασε το ρεύμα της Λεωφόρου …προς …, υπερπήδησε το μεταλλικό στηθαίο που υπήρχε στη διαχωριστική νησίδα και βαδίζοντας με γοργό βηματισμό επιχείρησε να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου προς ..., όπου εκινείτο το ως άνω αυτοκίνητο και από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του.

Κατά το χρόνο που η ανωτέρω κατέβηκε από τη διαχωριστική νησίδα και εισήλθε το ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου προς ..., το ως άνω όχημα βρισκόταν σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από αυτήν. Επειδή, όμως, ο οδηγός του δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση του (οχήματος), δεν αντιλήφθηκε αμέσως την κίνηση της πεζής στο οδόστρωμα, παρά μόνο, αφού αυτή είχε διασχίσει και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου στο ρεύμα της προς ...

και είχε εισέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποφυγή της σύγκρουσης ή μείωσης της σφοδρότητας και να την πλήξει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του, εκτινάσσοντας την 20 περίπου μέτρα μακριά και προκαλώντας έτσι τον θανάσιμο τραυματισμό της, ενώ το όχημά του, λόγω της σύγκρουσης, υπέστη βλάβες στον εμπρόσθιο προφυλακτήρα, στο πλαστικό προστατευτικό της μάσκας, στην πινακίδα, στο καπώ και στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα.

Το σημείο της παράσυρσης της πεζής σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι προανακριτικοί υπάλληλοι, που προσήλθαν άμεσα στον τόπο του ατυχήματος, στο οποίο επίσης, σημειώνονται οι κηλίδες αίματος της πεζής, που βρέθηκαν 20 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης, εκεί που προσγειώθηκε το σώμα της (πεζής) μετά την εκτίναξή του, ενώ η θέση του οχήματος που αποτυπώθηκε στο σχεδιάγραμμα είναι, όχι εκείνη στην οποία κατέληξε αυτό μετά την σύγκρουση, αλλά εκείνη στην οποία είχε μετακινηθεί, όπως αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε.

Όπως, δε, προκύπτει από την κατάθεση της Λ. Τ., οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εκινείτο ομόρροπα με το ως άνω ζημιόγονο όχημα και όπισθεν αυτού και έφθασε στο σημείο σύγκρουσης αμέσως μετά από αυτήν, το σώμα της θανούσας μετά την σύγκρουση και την συνεπεία αυτής εκτίναξή του, προσγειώθηκε επί του οδοστρώματος πίσω από το ζημιογόνο όχημα (ως προς την πορεία του) και όχι μπροστά από αυτό.

Κατά τα αναφερόμενα στην από 28-12-2015 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Μηχανολόγος Μηχανικός Χ. Λ. Σ., κατόπιν εντολής του τμήματος Τροχαίας …: α) η προαναφερόμενη ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος προκύπτει από το σημείο πρόσκρουσης του σώματος της ανωτέρω πεζής στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, που συνάγεται από το σημείο θραύσης του και με τη χρήση σχετικών υπολογιστικών μεθόδων, β) το ότι η πεζή βρισκόταν σε διαδικασία γοργού βηματισμού πιθανόν και τροχάδην, συνάγεται από το γεγονός ότι τα αποτυπώματα του σώματός της στο αυτοκίνητο βρίσκονται υπό γωνία σε σχέση με τον διαμήκη άξονα του αυτοκινήτου και όχι σε ευθεία γραμμή σχεδόν παράλληλη με αυτόν, όπως θα συνέβαινε εάν βάδιζε χωρίς να τρέχει, γ) οι ταχύτητες βαδίσματος-τροχάδην μιας γυναίκας με την ηλικία της πεζής, που είχε γεννηθεί το έτος 1974 ανέρχονται σε 1,70-2,96 αντίστοιχα μέτρα ανά δευτερόλεπτο, δ) ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν ενήργησε τροχοπέδηση του οχήματος του πριν από την σύγκρουση, αλλά μετά από αυτήν, όπως προκύπτει από την θέση που βρέθηκε το σώμα της πεζής μετά την πρόσκρουση, ήτοι όπισθεν του αυτοκινήτου, καθώς, σε περίπτωση που είχε διενεργηθεί τροχοπέδηση πριν από την σύγκρουση, το σώμα της πεζής, θα έπρεπε να καταλήξει έμπροσθεν του αυτοκινήτου με βάση τους νόμους της φυσικής και ε) ο μέσος νηφάλιος οδηγός σε συνθήκες νύχτας (όπως εν προκειμένω) αντιδρά σε χρόνο που ορίζεται σε 2 δευτερόλεπτα.

Με βάση τα ως άνω επιστημονικά δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η πεζή τελούσε σε καθεστώς πλήρους μέθης, συνεπεία της οποίας δεν μπορούσε να κινηθεί πολύ γρήγορα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο χρόνος που χρειάσθηκε η πεζή για να διασχίσει με γρήγορο βηματισμό την απόσταση από τη διαχωριστική νησίδα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης (που είναι 8,5 μέτρα) ήταν περίπου 3 δευτερόλεπτα και, συνεπώς ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος θα μπορούσε να προβεί:

α) σε αποφευκτικό ελιγμό (δεξιό ή αριστερό) που στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγούσε σε αποφυγή της σύγκρουσης και στην χειρότερη θα μείωνε την σφοδρότητα αυτής και την βαρύτητα των τραυμάτων που υπέστη η πεζή, τα οποία δεν θα προκαλούσαν έτσι τον θάνατο της, ή β) σε προσπάθεια ακινητοποίησης του οχήματός του που, ναι μεν, δεν θα οδηγούσε σε αποφυγή της σύγκρουσης, όπως αναφέρεται και στην ως άνω έκθεση, λόγω της απόστασης που έπρεπε να διανύσει το όχημά του πριν ακινητοποιηθεί, η οποία θα ήταν περίπου 4 μέτρα μετά το σημείο της σύγκρουσης, όμως θα μπορούσε να μειώσει τη σφοδρότητα αυτής και συνεπώς και την βαρύτητα των τραυμάτων της πεζής, καθιστώντας τα μη θανατηφόρα.

Ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, Ζ. Τ., κατά την απολογία του ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της ως άνω πεζής (για την οποία έχει κριθεί τελεσίδικα ένοχος) ισχυρίστηκε ότι οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου …στο ρεύμα προς ..., που διέσχισε η πεζή πριν την είσοδο της στη λωρίδα που εκινείτο το όχημά του, δεν φωτίζονταν επαρκώς και ήταν σκοτεινές και για τον λόγο αυτό καθυστέρησε να αντιληφθεί την παρουσία της στο οδόστρωμα και ότι τροχοπέδησε το όχημά του, αλλά δεν κατόρθωσε να το ακινητοποιήσει προς αποφυγή της σύγκρουσης.

Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται αληθής, διότι στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε, αναφέρεται ότι ο τεχνητός φωτισμός της Λεωφόρου στο επίδικο σημείο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν επαρκής, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι προσπάθησε να τροχοπεδήσει το όχημά του, αντίθετα, όπως αναφέρεται και στην ως άνω έκθεση, από το γεγονός ότι το σώμα της πεζής μετά την ένδικη σύγκρουση προσγειώθηκε πίσω από το ζημιογόνο όχημα, συνάγεται ότι δεν είχε προηγηθεί προσπάθεια ακινητοποίησής του.

Υπό τις συνθήκες αυτές το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή στις οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, αλλά και χωρίς να ασκεί, όπως θα έπρεπε, τον επιβαλλόμενο έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κάθε ενδεχόμενο (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση της ως άνω πεζής στο οδόστρωμα και να προβεί σε τροχοπέδηση του οχήματος του ή αποφευκτικό ελιγμό, που θα οδηγούσαν στην αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού της (πεζής).

Όμως υπαιτιότητα για το ατύχημα βαρύνει και την θανούσα πεζή, η οποία έγκειται στο ότι, ελλείψει της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός, επιχείρησε, μη κάνοντας χρήση της διάβασης πεζών (η οποία βρίσκεται 63 μέτρα μακριά από το σημείο της σύγκρουσης) κι έχοντας ήδη διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου … (μίας οδού ταχείας κυκλοφορίας των οχημάτων) προς …, να διασχίσει κάθετα και το έτερο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να πράξει τούτο ασφαλούς, ήτοι χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, δεδομένου ότι η κίνηση των αυτοκινήτων ήταν ορατή για την ίδια, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω αυτοκινήτου, παραβαίνοντας με την συμπεριφορά της αυτή τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 ΚΟΚ.

Συνεπώς το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ’ αυτό, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και πεζής, το ποσοστό δε αμέλειας εκάστου ανέρχεται, του μεν εναγομένου σε 20%, της δε πεζής σε 80% κατά τη νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ) και εν μέρει και ουσιαστικά βάσιμη ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος της πεζής, που προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει νόμιμα στην παρούσα δίκη η δεύτερη εναγομένη." Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σε αυτό, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα της θανούσας στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση του οχήματος και της πεζής πριν και μετά το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης του αυτοκινήτου και της πεζής επί της οδού, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού κατά τον πριν το ατύχημα χρόνο, ως και η υπαιτιότητα που αποδίδεται σε αυτόν και στην θανούσα και συγκεκριμένα α) όσον αφορά στον οδηγό ότι αυτός οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί να είναι σε θέση κάθε στιγμή να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κάθε ενδεχόμενο, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση της πεζής στο οδόστρωμα και να προβεί σε τροχοπέδηση του οχήματος ή αποφευκτικό ελιγμό, που θα οδηγούσαν στην αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού της (πεζής), δηλαδή σε αποτελεσματικές ενέργειες αποφυγής του ατυχήματος.

Όσον αφορά στην θανούσα ότι επιχείρησε μη κάνοντας χρήση της διάβασης πεζών να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου …προς ..., αφού είχε ήδη διασχίσει αυτό προς …, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια χωρίς να παρεμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του παραπάνω αυτοκινήτου και με συνέπεια το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό της.

Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του περί συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα και ειδικότερα περί συνυπαιτιότητας και της θανούσας, η συμπεριφορά της οποίας τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό της.

Με βάση όλα τα παραπάνω το δικαστήριο κατέληξε στο σαφές υπό τις συνθήκες που δέχτηκε πόρισμά του περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου και της θανούσας στο ατύχημα και τον επελθόντα από αυτό θανάσιμο τραυματισμό της πεζής και όχι στο πόρισμα ότι η αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού εξαρτάτο αποκλειστικά από τις ενέργειες του οδηγού (και επομένως ότι σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές δεν υφίσταται υπαιτιότητα της θανούσας για αυτό) όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιάσεις τους.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προυπόθεση. Στην συνέχεια πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, διότι ορθά το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 914 και 300 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, διότι ορθά το δικαστήριο δεν εφάρμοσε την διάταξη άρθρου 5 ν.ΓΠΝ/1911, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός λόγος απαραδέκτως προτείνεται ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού η διάταξη αυτή, όπως πιο πάνω αναφέρεται, αφορά στην απαλλαγή των ευθυνομένων, βάσει του ν.ΓΠΝ/1911, προσώπων και στην προκειμένη περίπτωση του οδηγού του αυτοκινήτου. Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2020 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 2999/353/2020) αίτηση για αναίρεση της 2838/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ