Legislator Case Law & Legislation
1444/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of standing after death and rejects statute of limitations defense as vague.

Case Number 1444/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed on behalf of a deceased individual, ruling that the court must examine standing sua sponte and reject such requests as inadmissible. The appellants argued they were barred from filing an appeal due to the statute of limitations expiring, claiming court delays constituted superior force. The court rejected this defense as vague because the appellants failed to prove they informed the judge of the risk or formally requested an expedited trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62(a), 73, 159(2), 160(1), 556(1) of the Code of Civil Procedure and Articles 34, 35, 1710 of the Civil Code; The court examines standing sua sponte and rejects appeals filed on behalf of deceased persons as inadmissible, while vague arguments regarding superior force suspending the statute of limitations are dismissed if the party fails to demonstrate specific efforts to expedite proceedings.

Keywords

AI generated
standing after death superior force defense statute of limitations inadmissible appeal expedited trial request

Cited Legislation

AI generated
Articles 62(a), 73, 159(2), 160(1), 556(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 34, 35, 1710 of the Civil Code
Article 255 of the Civil Code
Article 92(b) of Law 2362/1995
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 234/2018
Case 611/2014
Case 1497/2008
Case 1657/2008
Case 1052/2018
Case 546/2018
Case 949/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1444 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1444/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Α., 2) Κ. Κ. του Ε., 3) Ε. Μ. του Α., 4) Β. Π. του Α., 5) Δ. Ρ. του Α., 6) Ό. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Ε. Σ. του Α., κατοίκων ... και 8) Α. Φ. του Σ.. Οι 1ος έως 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 8ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Μ. Δ. του Α., χήρα Α. Φ., Σ. Φ. του Α. και Α. Φ. του Α., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3171/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/9/2017 αίτησή τους και τους από 12/12/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α, 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ και 34, 35, 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανότης του φυσικού προσώπου να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επομένως να είναι διάδικος, η οποία παύει με τον θάνατο αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά πάσα στάση της δίκης, οπότε, αίτηση αναιρέσεως, έχουσα ασκηθεί επ` ονόματι προαποβιώσαντος προσώπου ως αναιρεσείοντος, πάσχει ακυρότητα λόγω ελλείψεως της προαναφερομένης διαδικαστικής προϋποθέσεως και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, εκ τούτου δε αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ περί βιαίας διακοπής και επαναλήψεως της δίκης, αφού οι εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν νομίμως αρξαμένη εκκρεμή δίκη(ΑΠ234/2018).Μετά δε την απόρριψη ως απαράδεκτης της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι κατ` άρθρο 569 ΚΠΟΛΔ ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εφόσον προϋπόθεση του παραδεκτού αυτών (πρόσθετων λόγων) είναι η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Βαλαβάνης, ο οποίος εκπροσώπησε τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες, δήλωσε ότι ο όγδοος αναιρεσείων Φ. Α. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Μ. Δ. του Α., χήρα Α.

Φ., ) Σ. Φ. του Α. και ) Α. Φ. του Α. , οι οποίοι γνωστοποιούν το θάνατο προς το αναιρεσίβλητο, και δηλώνουν ότι συνεχίζουν ως κληρονόμοι αυτού την δίκη. Ο θάνατος του ως άνω όγδοου αναιρεσείοντος αποδεικνύεται από το με αριθ. πρωτ. .../13-7-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε Νέας Ιωνίας Δήμου Βόλου Μαγνησίας.

Η ιδιότης των προαναφερομένων ως εκ διαθήκης κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσείοντος αποδεικνύεται, από το με αρθ'πρωτ..../21-7-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Βόλου, το από 25ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικό δημοσιεύσεως διαθήκης του Ειρηνοδικείου Βόλου , τα με αριθ. πρωτ. ...18-12-2018 και με αριθ.

πρωτ..../17-12-2018 πιστοποιητικά μη αποποιήσεως κληρονομίας και μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Ειρηνοδικείου Βόλου. Όπως όμως προκύπτει από την ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου ,ο θάνατος του όγδοου αναιρεσείοντος Φ. Α. έχει συμβεί την 7-7-2015,προ της ασκήσεως την 29-9-2017 της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, ως προς αυτόν(8ο αναιρεσείοντα) η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πάσχει ακυρότητα, εκ τούτου δε και οι δηλώσεις των προαναφερομένων ως άνω κληρονόμων του ότι επαναλαμβάνουν την βιαίως διακοπείσα δίκη στερούνται εννόμων συνεπειών. Κατ` ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ογδοο αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη .Επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από τους παραπάνω κληρονόμους του αποβιώσαντος όγδοου αναιρεσείοντος, εφόσον προϋπόθεση του παραδεκτού αυτού (πρόσθετου λόγου),είναι η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης, που δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το από 12-12-2018 με αριθ. κατ.141/2018 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναίρεσης , κατά το μέρος που ασκείται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος όγδοου αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως αυτοτελής αναίρεση ,επειδή αφενός δεν κατατέθηκε κατά το άρθρο 495 ΚΠΟΛΔ στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,αλλά στην γραμματεία του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 569 ΚΠΟΛΔ., αφετέρου ασκήθηκε την 13-12-2018 ,μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση την1-10-2015 της μη επιδοθείσας προσβαλλόμενης απόφασης, , όπως προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΟΛ.ΑΠ18/2018).Περαιτέρω η κρινόμενη από 16-7-2017 με αριθ.κατάθεσης.500093/2017αίτηση αναίρεσης και ο από 12.12.2018 με αριθ.

κατάθεσης 141/13.12.2018 πρόσθετος λόγος αναίρεσης ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 παρ. 3 όπως προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες(άρθρο 577παρ.3 ΚΠΛΟΔ) Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 3171/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 10-2-2010 έφεση του δεύτερου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ,σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 283 Ν.3852/2010, ως καθολικός διάδοχος αυτού το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ" μετά δε εξαφάνιση της πρωτόδικης 165/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και εκδίκασης της από 26.10..2007 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων , απέρριψε την αγωγή κατ` ουσία.

2.Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016, ΑΠ 796/20180).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ),σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56ν.δ 496/1974,3ν.δ 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ,η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α` του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού (2362/1995), η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδάφιο α` του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου, από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.

α`, και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ` άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 του ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006) - και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (Ολ. 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ.

ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, που αφορά τον χρόνο παραγραφής - επίσης διετούς - των κατά του Ν.Π.Δ.Δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 31/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α` του αυτού ως άνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Κατά δε το άρθρο 92 εδ. β αυτού η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανώτερης βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά δε το άρθρο 94 εδάφ. δ` (τελευταίο) του ίδιου Ν. 2362/1995, η παραγραφή των κατά του Δημοσίου αξιώσεων των υπαλλήλων του λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 - ΦΕΚ Α` 74/20-3-2013), 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο, όσο και η εκ του άρθρου 92 εδ.β του Ν. 2362/1995 αναστολή συνιστούν αντενστάσεις, τις οποίες πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.

H αυτεπάγγελτη, κατ` άρθρο 94 εδάφ. δ` του Ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπαγγέλτου λήψεως) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ` υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ` αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (Ολ.ΑΠ 11/2003, ΑΠ1241/2018,ΑΠ666/2018, ΑΠ 766/2010, ΑΠ 1270/2003).

4. Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσα ως φυσική ή ατελής ενοχή.

Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. `Οριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν.

ΓΧΞ`/1910) "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διεκόπτετο με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. `Ετσι επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας.

Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.

Γι` αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Επί της εν λόγω βραχυπρόθεσμης παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Ως διαδικαστική πράξη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη η οποία κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, χρησιμεύει προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. Ομως για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, η οποία (νέα παραγραφή) είναι ισόχρονη με αυτή που διακόπηκε προϋποτίθεται, κατά το σκοπό της διάταξης, ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων.

Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 επ ΑΚ) αποτελεί την από το νόμο προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και γι` αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερα.

Ωστόσο ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία, ο δόλος του υποχρέου (άρθρο 255 ΑΚ) των οποίων κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, κατά την συναγομένη από τις ανωτέρω διατάξεις γενικότερη αρχή, η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του.

Εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, αν οι διάδικοι απρακτούν, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία αν δηλαδή μεταξύ δύο κατά σειρά διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ισόχρονο διάστημα με την παραγραφή που διακόπηκε. Μόνος, όμως, ο ορισμός δικασίμου σε χρόνο πέραν του χρόνου της παραγραφής λόγω αδυναμίας να οριστεί συντομότερη δικάσιμος εξαιτίας του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων, δεν συνιστά ανώτερη βία, αλλά πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν πράγματι εξαντλήθηκε εκ μέρους των διαδίκων κάθε δυνατότητα για την αποτροπή της συμπλήρωσής της ( ΑΠ611/2014,ΑΠ 1657/2008, ΑΠ 1285/2005, ΑΠ 1134/2005).

Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς ,υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.

Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.

Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.

Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".

Εξ ετέρου κατ`εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ`αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά την δημοσίευση του ν. 4139/2013, ήτοι την 20.3 2013(ΑΠ361/2019, ΑΠ1241/2018).

5.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26.10.2007( αριθ. κατ.1890/2007) αγωγή οι επτά πρώτοι ενάγοντες εξέθεσαν, ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας 11 μηνης διάρκειας, που συνήψαν κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή για τον καθένα ημεροχρονολογίες με την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, σε εκτέλεση των από 09.12.1999 και 05.01.2000 προγραμματικών συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της Ε.Ε.Τ.Α.Α.

στο πλαίσιο εφαρμογής της ΥΑ 34100/24.11.1999 για την κατάρτιση προγράμματος προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και παρατάθηκαν διαδοχικά με όμοια συμφωνητικά ορισμένης χρονικής διάρκειας μέχρι 15.10.2006, ανατέθηκε σε αυτούς η άσκηση καθηκόντων σχολικού φύλακα σε σχολικά συγκροτήματα του δευτέρου των εναγομένων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ" Ότι με βάση αυτά τα συμφωνητικά, παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως σχολικοί φύλακες στο δεύτερο των εναγομένων, επί 22 ημέρες το μήνα και 8 ώρες ημερησίως, σε εναλλασσόμενες βάρδιες, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 35,22 ευρώ την ημέρα.

Ότι κατά την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων τους τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι οφείλουν σε καθέναν από αυτούς τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, ως επιδόματα εορτών Πάσχα των ίδιων ετών και ως επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, συνολικού ποσού 10.962,22 ευρώ για τον καθένα.

Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον καθένα από αυτούς το ως άνω συνολικό ποσό με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο αυτού κατέστη απαιτητό κύρια από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας άλλως από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις άλλως από τις περί αδικοπραξίας διατάξεις.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η 165/2009 απόφαση, με την οποία το Ειρηνοδικείο Αθηνών, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείβλητο, επιδικάζοντας σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 10.962,22 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης έκρινε νόμιμη την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής . Κατόπιν ασκήσεως της από 10.02.2010 (αριθ. κατ.1315/2010) εφέσεως του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου , εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3171/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσία δεκτή η έφεση και ακολούθως μετ` εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και διακράτηση της υπoθέσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής εν επιδικία των ενδίκων αξιώσεων τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ενώ επίσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Με την υπ` αριθ. 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 2131 Β`), που εκδόθηκε μετά την υπ` αριθ. 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ` εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών.

Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 10 της ως άνω ΥΑ, ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης διάρκειας 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α..

Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ..των νομών ......... και ... , των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω ΥΑ ορίσθηκαν μεταξύ άλλων: α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρωνπρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ..

και επιλογή των .. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ..που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην Επιτροπή Παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερόμενων εμπλεκόμενων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτούς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους επτά συνεργαζόμενους φορείς, για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της ΕΕΤΑΑ και των ... , οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν ΕΕΤΑΑ της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας κι εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε Ο.Τ.Α της υποστήριξης για τον σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).

Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίστηκαν η από 9.12.1999 προγραμματική σύμβαση και στη συνέχεια η από 5.1.2000 τροποποιητική όμοιά της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις, προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων, όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ..

πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις βάρδιες, και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 07:00 έως 15:00, η δεύτερη βάρδια από 15:00 έως 23:00 και η τρίτη βάρδια από 23:00 έως 07:00 και ότι ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ...

Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι .., στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο δεύτερος εναγόμενος ήδη εκκαλών Δήμος Βόλου ως καθολικός διάδοχος του αρχικού δεύτερου εναγομένου "ΔΗΜΟΥ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ" και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός της ΕΕΤΑΑ, πρώτης εναγόμενης και του ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ δεύτερου εναγομένου και αφετέρου των εναγόντων στις19-02- 2001 συμβάσεις συνεργασίας ισχύουσες για έντεκα μήνες.

Σύμφωνα με αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες, σε βάρδιες επί 8 ώρες την ημέρα και 22 ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.

Με τις ίδιες συμβάσεις ο δεύτερος εναγόμενος ήδη εκκαλών Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την πρώτη εναγόμενη Ε.Ε.Τ.Α.Α και να κατανείμει τους ασκούμενους σ` αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει τον δεύτερο εναγόμενο ΔΗΜΟ, ενώ το στέλεχος του τελευταίου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της πρώτης εναγόμενης, να αποστείλει στην τελευταία αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων φυλάκων και στη συνέχεια, ανά δίμηνο, πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες, τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών" που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην πρώτη εναγόμενη, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην πρώτη εναγόμενη(Ε.Ε.Τ.Α.Α) Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν αλληλοδιαδοχικά με πολλά συμφωνητικά συνεργασίας επίσης ορισμένου χρόνου διάρκειας 'το τελευταίο των οποίων ίσχυσε μέχρι τις 16-10-2016, οπότε οι εργαζόμενοι ενάγοντες εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου κατ 'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 Π.Δ 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως του ΑΣΕΠ" Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι φορέας της εργασιακής σχέσης με τον οποίο συνδέονται οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α Δήμος Βόλου, δεύτερος των εναγομένων και ήδη εκκαλών, ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε επιμέρους φύλακα τόσο κατά τη σύσταση όσο και στην καθ `εαυτή λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, καθώς σ' αυτόν, το Δήμο, οι ενάγοντες προσφέρουν πραγματικά τις υπηρεσίες τους στις ως άνω θέσεις με τις παραπάνω συμβάσεις τους διαδοχικά ανανεούμενες μέχρι και κατά το χρόνο ένταξής τους στο τακτικό προσωπικό του Δήμου Βόλου, ως φύλακες, στα σχολικά κτίρια του τελευταίου, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον ίδιο τον Δήμο, απασχολούμενοι οκτώ ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε ημέρα κάτω από τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα οποία (όργανα) αναφέρονται για οποιοδήποτε πρόβλημα ανακύψει, τελούντες έτσι σε άμεση εξάρτηση και εποπτεία από τον εναγόμενο Δήμο ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχομένη εργασία τους, Αντίθετα, οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης από την πρώτη εναγομένη δεν υφίσταται, δεδομένου ότι, πέραν της συμβολής της τελευταίας στην δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του ως άνω προγράμματος, η συμμετοχή της περιορίζεται μόνο στην χρηματοδότηση αυτού (προγράμματος) στο πλαίσιο της δέσμευσής της από τα οριζόμενα της υπ' αρ. 34100/99 Υ.Α., ενώ λείπουν τα στοιχεία της ιδιότητας του εργοδότη στο πρόσωπό της, ήτοι η από μέρους της άσκηση διευθυντικού δικαιώματος στους εργαζομένους-ενάγοντες και η αντίστοιχη αποδοχή της εργασίας τους.

Μόνος εργοδότης επομένως των εναγόντων είναι ο Δήμος Βόλου, ο οποίος άλλωστε έχει και τα οφέλη της εργασίας αυτών. Περαιτέρω, σκοπός του νομοθέτη, με το παραπάνω πρόγραμμα, ήταν η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η ένταξη και απασχόληση σε αυτές των ενδιαφερομένων ανέργων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού οι ενάγοντες με την παρεχομένη εργασία τους καθ' όλο το παραπάνω διάστημα με το ίδιο ωράριο, τόπο, χρόνο παροχής εργασίας και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό τις εντολές και τις οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου, ανταποκρίθηκαν στην επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του Δήμου.

Το ίδιο αποφάνθηκε και το ΑΣΕΠ με απόφασή του, κρίνοντας ότι οι σχολικοί φύλακες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των Ο.Τ.Α. Άλλωστε η ανάγκη φύλαξης και προστασίας των σχολικών κτιρίων είναι σήμερα τόσο επιβεβλημένη που ο σκοπός του νομοθέτη, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ήταν να επιλύσει κατά το δυνατόν το πρόβλημα αυτό και όχι να το αντιμετωπίσει με προσωρινά μέτρα, ώστε να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να ειπωθεί ότι οι ενάγοντες καλύπτουν πρόσκαιρες και εποχικές ανάγκες του Δήμου.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αντικειμενικών λόγων ή συγκεκριμένων έκτακτων ή εποχιακών αναγκών, που να δικαιολογούν τη σύναψη των παραπάνω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, προκύπτει ότι η σύναψή τους έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και της θεσπισθείσας αρχής της μη διάκρισης της κατηγορίας αυτής των εργαζομένων με εκείνη την κατηγορία των εργαζομένων που διέπονται από σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων να αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από το δεύτερο εναγόμενο Δήμο και ήδη εκκαλούντα κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα 22 ημέρες μηνιαίως και 6 ημέρες εβδομαδιαίως, το δε ωράριο εργασίας αυτών ήταν σε τρεις βάρδιες ημερησίως των 8 ωρών καθεμία, συγκεκριμένα δε, η πρώτη βάρδια(πρωινή) από 07.00 έως 15.00, η δεύτερη βάρδια (απογευματινή) από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια (βραδινή) από 23.00 έως 7.00.

Καθ` όλη δε τη διάρκεια της απασχόλησής τους οι ενάγοντες ελάμβαναν μόνο ημερήσια αμοιβή ύψους 35,22 ευρώ, ενώ ουδέποτε καταβλήθηκαν σε αυτούς οι νόμιμες αποδοχές για επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά τα έτη 2001 έως και 2005. Πλην όμως, η ένδικη αξίωση των όλων των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων έχει ήδη παραγραφεί εν επιδικία, δεδομένου ότι η παραγραφή διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 4-12-2007 (βλ.

την υπ 'αριθ. .../2-12-2007 έκθεση επίδοσης της αγωγής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου, Β. Α.), διακόπηκε εκ νέου στις 23-10-2008 με την συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στις 30-1-2009 με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ενώ εν συνεχεία διακόπηκε ξανά με την κατάθεση της εφέσεως στην γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 11-2-2010 και με την επίδοση αυτής στις 3-5-2010 (βλ.

την υπ 'αριθ. .../3-5-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Βόλου Ε. Κ.), πλην όμως από την τελευταία ως άνω διαδικαστική πράξη μέχρι τη αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2012, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε αλλά και από την περί αναβολής αυτή συζήτηση μέχρι την εκ νέου ορισθείσα παρούσα δικάσιμο της 27-2-2015, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας και συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω η αξίωση των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων παραγράφηκε εν επιδικία, κάτι που σύμφωνα με το άρθρο 94 ν. 2362/95 περί δημοσίου λογιστικού λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις αξιώσεις των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και εκδικασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί- στο σύνολό της λόγω της προαναφερομένης συντελεσθείσας παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ,καθόσον οι αξιώσεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ υπόκεινται και αυτές στην ίδια διετή παραγραφή.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι επτά πρώτοι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠΟΛΔ, ισχυριζόμενοι με το να δεχθεί παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 Ν 4139/2013 (ΦΕΚ Α 7420.3.2013) και ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 104 του ίδιου νόμου από την 20/3/2013.

Έτσι κρίνοντας το δευτεροθάθμιο Δικαστήριο ουδόλως παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4139/2013 (20-3-2013), που ανέστειλε τον χρόνο παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία ή την περάτωση της δίκης και είχε εφαρμογή και επί των εκκρεμών υποθέσεων εφόσον δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, οι ένδικες αξιώσεις για επίδομα εορτών Πάσχα ,αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2002,2003,2004 και 2005,καθώς και για επίδομα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2001,2002,2003 2004 και 2005, για τα οποία τάσσεται από το νόμο καθορισμένη ημερομηνία καταβολής η 30η Απριλίου του οικείου έτους για το επίδομα εορτών Πάσχα και η 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας(άρθρα 10 της ΥΑ19040/1981,που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του Ν.1082/1980, 2 και 4παρ.1του Α.Ν 539/1945) είχαν ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή.

Τούτο γιατί από τον κατά τα παραπάνω χρόνο γένεσης αυτών για τα έτη 2001,2002,2003 και 2004 (30η Απριλίου του οικείου έτους για το επίδομα εορτών Πάσχα και 31η Δεκεμβρίου για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας του οικείου έτους) καθώς και του έτους 2005 κατά το μέρος που αφορούσαν το επίδομα εορτών Πάσχα, που ήταν καταβλητέο την 30-4-2005 , μέχρι την άσκηση της αγωγής την 4-12-2007 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας.

Οι υπόλοιπες δε αξιώσεις του έτους 2005 (επίδομα εορτών Χριστουγέννων και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, καταβλητέες την 31-12-2005) είχαν επίσης παραγραφεί εν επιδικία, εφόσον από την κατάθεση της έφεσης στην γραμματεία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου την 11-2-2010 και από την επίδοση αυτής την 3-5-2010 μέχρι την ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2012 είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας.

Και βέβαια ο νόμος αυτός περιέχει διάταξη περί αναδρομικής εφαρμογής του, όμως αυτό προϋποθέτει την μη προηγούμενη παραγραφή τους διότι άλλως παραβιάζονται προστατευόμενα Συνταγματικά δικαιώματα.

Συνεπώς ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε παραγραφή, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, γι` αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης, εφόσον το διατακτικό είναι ορθό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος(άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ). Με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης οι επτά πρώτοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠΟΛΔ, συνιστάμενη στο ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 255 σε συνδυασμό με το άρθρο 261 ΑΚ, διότι αυτοί δεν αδράνησαν από την 3-5-2010, οπότε επέδωσαν στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο την έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο για τη δικάσιμο της 2-11-2012 και μετ` αναβολή λόγω της αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο της 27-2-2015,οπότε και συζητήθηκε, καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να ενεργήσουν κάποια άλλη διαδικαστική πράξη.

Συνεπώς η πάροδος εν επιδικία του χρόνου πέραν της διετίας αρχικά από τις 3-5-2010 έως τις 2-11-2012 και εν συνεχεία από τις 2-11-2012 έως τις 27-2-2015 οφείλεται σε φόρτο εργασίας των δικαστηρίων, που συνιστά ανωτέρα βία, η οποία αναστέλλει την παραγραφή κατ` άρθρο 255 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην υπολογίζεται το χρονικό αυτό διάστημα της αναστολής στο χρόνο της παραγραφής.

Ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι κατά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ενημέρωσαν τον δικαστή για τον κίνδυνο παραγραφής εν επιδικία των αξιώσεών τους και ότι ζήτησαν από αυτόν τον ορισμό συντομότερης δικασίμου, αλλά δεν τους εδόθη καθώς και ότι στη συνέχεια εγγράφως ζήτησαν από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου συντομότερη δικάσιμο, εκθέτοντάς του τον κίνδυνο της παραγραφής και ότι το υποβληθέν εγγράφως αίτημά τους απερρίφθη, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ανώτερη βία, ως αντένσταση αναστολής της παραγραφής λόγω ανώτερης βίας, η οποία προβλέπεται από την ιδίου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 255 εδ.α ΑΚ διάταξη του άρθρου 92 εδ.β του Ν.2362/1995 για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, που εφαρμόζεται και επί των ΟΤΑ και σύμφωνα με την οποία "Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανώτερης βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής"( ΑΠ611/2014,ΑΠ1497/2008,ΑΠ1657/2008).

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος και ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα (ΑΠ1052/2018,ΑΠ546/2018,949/2017) ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠΟΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 500093/2017 αίτηση καθώς και τον από 12-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 141/2018 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 3171/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ