1444/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1444/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1444 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1444/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βλαχογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) των ομορρύθμων μελών αυτής α) Ε. Δ. του Υ., κατοίκου ... και β) Μ. Γ. του Π., κατοίκου ... και 3) Μ. Ν. του Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με στοιχ. 2α, 2β και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τσιρώνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 1η των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμη εταιρεία έχει πλέον λυθεί.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1384/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1287/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 73 του αυτού Κώδικα εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 777, 778 του ΑΚ, 18 του ΕμπΝ και 62 και 286 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, ούτε επιφέρει τη βίαιη διακοπή αυτής, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες της και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.
Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας.
Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας, που έχει λυθεί, από τους εκκαθαριστές (ΑΠ 693/2008).
Κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔικ "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι' αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η μεταβολή της αναγνωριστικής σε καταψηφιστική αγωγή είναι ανεπίτρεπτη, γιατί έτσι διευρύνεται απαραδέκτως το κύριο αίτημα της αγωγής, αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφόρου είδους. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι περιέχεται αίτημα καταψηφιστικό, ρητώς ή εμμέσως, στο αναγνωριστικό αίτημα.? Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3853/ 2010, στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό, "1.
Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης. 2.
Το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 (ΦΕΚ 30 Α'), έχει ο μισθωτής ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995. Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής είχε παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα, θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου.
Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος, όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας... 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για καταγγελίες που θα γίνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και αφορούν μισθώσεις ακινήτων, που έχουν συναφθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".
Ήδη η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/2010 (Α' 90) παρατάθηκε μέχρι την 31.12.2013 με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π., ΦΕΚ Α' 246/12.12.2012. Ήτοι, λόγω της διαφαινόμενης ήδη οικονομικής κρίσης όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και παγκοσμίως, ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποιήσεις των διατάξεων μεταξύ άλλων και της εμπορικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 17 § 1 του ν. 3853/ 2010 (ΦΕΚ Α' 90/17.6.2010), τροποποιήθηκε το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, που ρύθμιζε το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή λόγω μεταμέλειας, από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, η μισθώτρια είχε παραιτηθεί με ρητή συμφωνία. Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο), όσο και του χρόνου που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι).
Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων. Ταυτόχρονα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου).
Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 17 προβλέφθηκε ότι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή, ισχύει για όσες καταγγελίες γίνουν μέχρι την 31.12.2012 (και ήδη πλέον μέχρι 31.12.2013) και αφορούν μισθώσεις που έχουν συναφθεί πριν από τη δημοσίευση του ν. 3853/2010.
Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη σε γεγεννημένες έννομες σχέσεις αιτιολογήθηκε με την ανάγκη διευκόλυνσης της επαναδιαπραγμάτευσης των μισθώσεων στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας που έχει διαμορφωθεί (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3853/2010). Περαιτέρω, σε σχέση προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γένεσης του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την τρίμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημίωσης μεγαλύτερο του ενός μηνιαίου μισθώματος ή άλλη ποινή ή οικονομική επιβάρυνση του μισθωτή που ασκεί το δικαίωμα της καταγγελίας λόγω μεταμελείας (βλ.
ΑΠ 103/2015, 203/2012). Τέλος, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την νομιμότητα ή μη της από 18-10-2011 έγγραφης καταγγελίας της μεταξύ του αναιρεσείοντος εκμισθωτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης Ο.Ε. με την επωνυμία "... ΟΕ" μισθώσεως και των εξ αυτής έννομων συνεπειών, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της έφεσης, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ο ενάγων πλήττει την εκκαλουμένη κατά τα απορριφθέντα, ως νομικά αβάσιμα και απαράδεκτα λόγω αοριστίας, ως άνω αιτήματα (με στοιχ.
α' και ε') της αγωγής του. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, τα ως άνω αιτήματα είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμα (εκτός του πιο κάτω με στοιχ. Α αιτήματος). Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια της επίμαχης από 22-11-2010 επαγγελματικής μίσθωσης, με την επιδοθείσα στον ενάγοντα στις 18-10-2011 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε αυτήν λόγω μεταμέλειας, όμως τα αποτελέσματα της ως άνω καταγγελίας επήλθαν, μετά την πάροδο τριών μηνών (όχι από την ως άνω γνωστοποίησή της) αλλά από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας του έτους, στις 22-11-2011, που συμπληρώνονται δηλαδή τα στοιχεία του νόμου, με δεδομένο την ουσιαστική λειτουργία έναρξης της μίσθωσης στις 22-11-2010, αφού κατά τα εκτιθέμενα και πάλι, η μισθώτρια - πρώτη εναγομένη είχε την κατοχή και χρήση του μισθίου συνεχώς από το προηγούμενο μισθωτικό έτος σύμφωνα με το επικαλούμενο από 12-1-2009 μισθωτήριο, στο οποίο συμβαλλόμενοι ήσαν οι ίδιοι οι διάδικοι, οι οποίοι και συμφώνησαν την κατάργησή του με την κατάρτιση εκ νέου του επίμαχου ως άνω μισθωτηρίου, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα θ' απορριφθούν ως αβάσιμα.
Δηλαδή η επίμαχη μίσθωση λύθηκε στις 23-2-2012, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του π.δ./τος 34/1995, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/2010. Εξάλλου, η ως άνω (έγγραφη και αναιτιολόγητη) καταγγελία της μισθώτριας (πρώτης εναγομένης) είναι νόμιμη, καθόσον θεωρείται ότι ασκήθηκε με την επικουρία του άρθρου 69 παρ. 1Α ΚΠολΔ (ήτοι υπό αναβλητική προθεσμία) για το μετά την πάροδο του έτους χρονικό διάστημα, γιατί η καταγγελία παρά το διαπλαστικό της χαρακτήρα, όπως γίνεται πάγια δεκτό είναι έγκυρη και όταν ασκείται με αναβλητική προθεσμία, αφού η προθεσμία δεν δημιουργεί αβεβαιότητα, δεδομένου ότι η απλή πάροδος της προθεσμίας αποτελεί γεγονός που βρίσκεται ευχερώς με τη χρήση του ημερολογίου και, επομένως, είναι βέβαιο ότι δικαίωμα έχει αποκτηθεί αλλά δεν είναι απαιτητό, ούτε δε είναι απαραίτητο να δηλώνεται ρητά στην καταγγελία, αφού η λειτουργία αυτής ρυθμίζεται από τον ίδιο το νόμο, τον οποίο αυτεπάγγελτα, εφαρμόζει το Δικαστήριο.
Εφόσον λοιπόν η επίμαχη μίσθωση, κατά τα προαναφερόμενα, έληξε λόγω της έγκυρης καταγγελίας του μισθωτή στις 23-2-2012, είναι μη νόμιμο το υπό στοιχείο α' αγωγικό αίτημα (περί αναγνώρισης δηλαδή της ακυρότητας της καταγγελίας της πρώτης εναγομένης - μισθώτριας λόγω της άσκησής της πριν την παρέλευση του έτους από την έναρξη της μίσθωσης).
Περαιτέρω, Α) το αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί η κατάπτωση του παραβόλου ως ποινική ρήτρα υπέρ του ενάγοντα - εκμισθωτή, λόγω της παραβίασης από την πρώτη εναγομένη - μισθώτρια του ουσιώδους (11ου) όρου της μίσθωσης συνιστάμενου στην ανακατασκευή των τοίχων του μισθίου και την καλή χρήση αυτού χωρίς πρόκληση σ' αυτό ζημιών, ι) της καταβληθείσας από την πρώτη εναγομένη κατά την κατάρτιση της μίσθωσης εγγύησης των 10.200 ευρώ και ιι) των ίσων με τα συμφωνηθέντα (μελλοντικά) μηνιαία μισθώματα (χωρίς χαρτόσημο και συμπληρωματικού φόρου) για το χρονικό διάστημα, από την 1-2-2012 μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου στις 31-12-2027, χρηματικών ποσών (ύψους συνολικού 743.349 ευρώ), ελέγχεται απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθόσον άπτεται της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω σχετικού αιτούμενου κονδυλίου της αποζημίωσης λόγω φθορών και μη ανακατασκευής των τοίχων του μισθίου, που κατά τα αμέσως προαναφερόμενα απορρίφθηκε ως αόριστο και με το οποίο συνδέεται ως παρεπόμενο αυτού και Β) τα αγωγικά αιτήματα 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως ποινική ρήτρα, λόγω παραβίασης του όρου του επίμαχου μισθωτηρίου που συνίσταται στην καθυστέρηση καταβολής των μηνιαίων μισθωμάτων, επιπλέον αυτών (οφειλομένων μισθωμάτων) και το χρηματικό ποσό των 30 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης κατά το αναφερόμενο διάστημα, ήτοι συνολικά τα ποσά των 3.630 ευρώ και 8.400 ευρώ, και 2) να αναγνωριστεί ότι κατέπεσε υπέρ του ενάγοντα ως ποινική ρήτρα το ποσό της καταβληθείσας κατά την σύναψη της ένδικης μίσθωσης εγγυοδοσίας των 10.200 ευρώ, είναι μη νόμιμα και συνεπώς απορριπτέα, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, οι σχετικοί 4ος και 11ος όροι του ως άνω μισθωτηρίου περί καταπτώσεως του προαναφερόμενου ποσού των 30 ευρώ ημερησίως και της εγγυήσεως, ως ποινική ρήτρα, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων αυτών της μίσθωσης για την εμπρόθεσμη καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, είναι αυτοδικαίως άκυροι κατά το υπερβάλλον του θεμιτού τόκου υπερημερίας, που ζητείται με την αγωγή.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 293 εδ. β', 294, 345, 404 επ. και 407 ΑΚ, σκοπός των οποίων είναι να αποτρέψει την καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, διά τον συνυπολογισμόν στο ποσοστό του τόκου όλων των πρόσθετων παροχών, οι οποίες, υπό διάφορο του τόκου νομική μορφή, επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη συνάγεται ότι, επί χρηματικής, κυρίως, οφειλής, ως κύριας παροχής, η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωσή της, επί πλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας, αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και, είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω ποινικής ρήτρας, είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 ΑΚ.
Επομένως, επί οφειλόμενων μισθωμάτων, σε περίπτωση υπερημερίας του μισθωτή, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του αυτής, όπως εν προκειμένω, ο εκμισθωτής - ενάγων δικαιούται να ζητήσει την καταβολή των οφειλών αυτών εκ μέρους της οφειλέτριας - μισθώτριας, καθώς και τον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας, όχι δε και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα, που για το λόγο αυτόν έχει συμφωνηθεί με τον οφειλέτη, ως ποινική ρήτρα και 2) το αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί ότι λόγω καθυστέρησης και μη πληρωμής των συμφωνημένων μηνιαίων μισθωμάτων, εκτός των άλλων συνεπειών, κατέπεσε υπέρ αυτού (ενάγοντα), ως ποινική ρήτρα, το συνολικό ποσό των 743.349 ευρώ για τα μη δεδουλευμένα μηνιαία μισθώματα του υπολοίπου χρόνου της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης που καθίστανται πλέον για τον λόγο αυτό ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, ελέγχεται απορριπτέο ως μη νόμιμο για τους εξής λόγους:
Ο 11ος όρος της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης, ότι δηλαδή σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την πληρωμή του μισθώματος ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα σωρευτικά να καταγγείλει τη σύμβαση και να ζητήσει την καταβολή, πέραν των ήδη ληξιπρόθεσμων και των μελλοντικών μισθωμάτων μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, ο οποίος φέρει το χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (άρθρο 404 ΑΚ), συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, παραίτηση από τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 δικαιώματα του μισθωτή, ως περιέχων επαχθείς συνέπειες για την μισθώτρια - πρώτη εναγομένη, που άσκησε δικαίωμα καταγγελίας λόγω μεταμελείας και δεν δεσμεύει αυτήν, αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης του άρθρου 45 του π.δ. 34/1995 αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου, δεδομένου ότι ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διάταξης αυτής όπως μεταξύ άλλων και όταν συμφωνήθηκε ποινή ή οικονομική επιβάρυνση του μισθωτή που άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας λόγω μεταμελείας, κατά τα προαναφερθέντα (ΑΠ 1013/2015, ΑΠ 213/2012 ό.π).
Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κρίνοντας όμοια με τα παραπάνω, απέρριψε τα ως άνω αιτήματα ως μη νόμιμα (εκτός του με στοιχ. Α που απορρίφθηκε ως απαράδεκτο), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα.
V.- Με τον έβδομο λόγο της έφεσής του ο ενάγων παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη του υπό στοιχείο στ' αγωγικού αιτήματός του, ήτοι τη σε βάρος των εναγομένων καταψήφιση μόνο των ποσών 2.400 και 2.544 ευρώ που αντιστοιχεί στα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 αντίστοιχα, κάνοντας εν συνεχεία δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και την προβαλλόμενη από τους εναγομένους ένσταση συμψηφισμού των ποσών αυτών με ανταπαίτηση της πρώτης εναγομένης ποσού 10.200 ευρώ που κατάβαλε η ίδια ως εγγύηση στον ενάγοντα κατά την κατάρτιση της μίσθωσης και την οποία ο τελευταίος έπρεπε να επιστρέψει μετά τη λύση της μισθωτικής σύμβασης κατά τα συμφωνηθέντα με σχετικό όρο του ως άνω μισθωτηρίου.
Από τις ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων, Κ. Τ. και Μ. Ν., που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων, τα οποία χρησιμεύουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποδεικνύονται τα εξής περιστατικά:
Δυνάμει του από 22-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης με το οποίο ο ενάγων εκμίσθωσε εκ νέου στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, εκπροσωπούμενη νομίμως από την Ε. Δ., το ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 78,40 τ.μ. με πατάρι επιφάνειας 45 τ.μ., που βρίσκεται επί της ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας με τη μέθοδο franchise της αλυσίδας καταστημάτων με το διακριτικό τίτλο "5a' sec" και συγκεκριμένα ως χώρο στεγνού καθαρισμού και πλύσης ρούχων, πώλησης συναφών ειδών και επιδιόρθωσης ενδυμάτων.
Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγόμενη είχε την κατοχή και χρήση του μισθίου από 12-10-2009 συνεχώς, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με την ίδια ημερομηνία μισθωτήριο που καταρτίστηκε από την ίδια με τον ενάγοντα, εκμισθωτή και το οποίο καταργήθηκε ρητά με συμφωνία των διαδίκων με το ως άνω επίμαχο μισθωτήριο, όπως άλλωστε και συνομολογείται.
Η διάρκεια της μίσθωσης, ορίστηκε σε δέκα έξι έτη (από 1-1-2011 έως 31-12-2027) και το αρχικά συμφωνηθέν μίσθωμα, που ήταν προκαταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μηνός, ορίστηκε σε 2.284 ευρώ για το πρώτο έτος, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε ετησίως κατά ποσοστό 6%, επιπλέον δε, συμφωνήθηκε να βαρύνεται η πρώτη εναγόμενη με ολόκληρο το τέλος χαρτοσήμου (3,6%) και το συμπληρωματικό φόρο (1,5%) και έτσι ανήλθε, συμπεριλαμβανομένων των ως άνω επιβαρύνσεων, για το πρώτο μισθωτικό έτος σε 2.400 ευρώ μηνιαίως και από 1-1-2012 σε 2.544 ευρώ.
Αποδείχθηκε επίσης αλλά και συνομολογείται, ότι η πρώτη εναγομένη - μισθώτρια κατά την κατάρτιση της μίσθωσης κατέβαλε στον ενάγοντα εκμισθωτή το ποσό των 10.200 ευρώ ως εγγυοδοσία για την "ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης" σύμφωνα με τον (5ο) όρο του επίμαχου μισθωτηρίου, ενώ ρητά ακόμη συμφωνήθηκε ότι δεν επιτρέπεται να συμψηφιστεί αυτό με οφειλόμενα μισθώματα.
Για εγγύηση δε της καταβολής των μισθωμάτων και την εν γένει τήρηση των όρων της μισθωτικής σύμβασης συνεβλήθη σ' αυτήν και ο δεύτερος εναγόμενος (Μ. Ν.), σύζυγος της ως άνω νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, όπως προκύπτει σαφώς από την υπογραφή του στο επίμαχο μισθωτήριο και κάτω από τη λέξη "εγγυητής", αλλά και δεν αμφισβητείται.
Ωστόσο, καίτοι η πρώτη εναγομένη έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου, στις 18-10-2011 κοινοποίησε στον ενάγοντα την με ίδια ημερομηνία έγγραφη εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατήγγειλε λόγω μεταμέλειας νόμιμα την ένδικη μίσθωση υπό τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως είχε δικαίωμα, ακολούθως δε αποχώρησε από το μίσθιο και παρέδωσε, στις 2-2-2012, τα κλειδιά αυτού και συνακόλουθα τη χρήση του στον ενάγοντα - εκμισθωτή, ο οποίος και τα παρέλαβε με κάθε επιφύλαξη.
Κατόπιν αυτών η ένδικη μίσθωση λύθηκε, με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, κατά τα προαναφερθέντα, στις 23-2-2012 σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 1 του ανωτέρου άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3853/2010. Ενόψει αυτών η ασκηθείσα με την κρινόμενη αγωγή καταγγελία κατ' άρθρο 597 του ΑΚ της ένδικης μίσθωσης από τον ενάγοντα εκμισθωτή λόγω υπερημερίας της μισθώτριας - πρώτης εναγομένης ως προς την καταβολή μισθωμάτων, δεν είναι έγκυρη, εφόσον στην περίπτωση αυτή προϋποτίθεται ύπαρξη έγκυρης μίσθωσης, που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού η ένδικη μίσθωση έχει ήδη λυθεί από 23-2-2012 κατά τα προαναφερθέντα, λαμβανομένου δε υπόψη και ότι η ως άνω καταγγελία (ΑΚ 597) επιφέρει τα αποτελέσματά της μετά την πάροδο μηνός, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων υποστηρίζει ο ενάγων.
Όμως η μισθώτρια πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και του Ιανουαρίου 2012, τα οποία αντιστοιχούν στο μετά την καταγγελία και μέχρι την, κατά νόμο, επέλευση των αποτελεσμάτων της χρονικό διάστημα των τριών μηνών, ύψους αντίστοιχα 2.400 και 2.544 ευρώ, τα οποία οφείλει η ίδια ως πρωτοφειλέτρια και ο δεύτερος εναγόμενος ως εγγυητής, ενώ το μίσθωμα του τρίτου μηνός Φεβρουαρίου δεν ζητεί ο ενάγων να του επιδικαστεί ούτε επίσης ζητείται η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του ενός μηνός, ίσης με το καταβαλλόμενο μίσθωμα του τελευταίου μηνός (χωρίς τέλη χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου) πριν την λύση της μίσθωσης.
Δηλαδή συνολικά οι εναγόμενοι οφείλουν για την ως άνω αιτία να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 4.944 ευρώ (2.400 + 2.544). Ωστόσο, μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη της ένδικης μίσθωσης και σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα, ο ενάγων όφειλε να επιστρέψει την καταβληθείσα σ' αυτόν και ήδη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή εγγυοδοσία των 10.200 ευρώ, την οποία οι εναγόμενοι μετά ταύτα παραδεκτά πρότειναν, με δήλωσή τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συμψηφισμό με την ως άνω απαίτηση του ενάγοντα, ακόμη και από οφειλόμενα μισθώματα.
Επομένως η ένσταση αυτή συμψηφισμού με την εν λόγω ανταπαίτηση είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, άγει δε στο αποτέλεσμα ότι αποσβέννυνται όσο καλύπτονται (ήτοι κατά το ποσό των 4.944 ευρώ) οι αντίστοιχες γεννημένες και ομοειδείς ως άνω χρηματικές απαιτήσεις του ενάγοντα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης...".? Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο ενάγων εκμισθωτής και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-11-2014 (και με αριθμό κατάθ. 7357/6-11-2014) ασκηθείσα έφεσή του κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά των δεύτερης και τρίτου των εφεσίβλητων, Ε.
Δ. και Μ. Γ., αντιστοίχως, ομορρύθμων εταίρων της πρώτης εφεσίβλητης Ο.Ε. με την επωνυμία "Ε. Δ. και ΣΙΑ Ο.Ε." με την αιτιολογία ότι δεν είχαν την ιδιότητα των εναγομένων στην από 1-2-2012 (και με αριθμό κατάθ. 502/3-2-2012) ένδικη αγωγή του και συνακόλουθα δεν ήταν αντίδικοι στην πρωτόδικη δίκη. Ο αναιρεσείων, ειδικότερα, αιτιάται ότι λόγω της λύσης και του πέρατος της εκκαθαρίσεως της προαναφερομένης πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας παραδεκτώς άσκησε την ως άνω έφεση κατά της λυθείσας και εκκαθαρισθείσας ομορρύθμου εταιρίας - πρώτης εναγομένης και κατά των μόνων ομορρύθμων μελών αυτής ως μόνων διαδόχων αυτής Ε.
Δ. και Μ. Γ.. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ως προς τα προαναφερόμενα ομόρρυθμα μέλη της α' εναγομένης και ήδη α' αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας λείπει η παθητική νομιμοποίηση διότι δεν ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη και κατά συνέπεια η εναντίον τους ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη, αφού οι ομόρρυθμοι εταίροι της δεν ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη και δεν αποτελούν καθολικούς διαδόχους αυτής ώστε, κατά το άρθρο 517 παρ. 1 ΚΠολΔ, ν' ασκηθεί παραδεκτά εναντίον τους η από 5-11-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίοι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, θα μπορούσαν να εναχθούν αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα των εκκαθαριστών της λυθείσας προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας η νομική προσωπικότητα λογίζεται υφιστάμενη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, λόγω υφισταμένης εκκρεμότητας και συγκεκριμένα των ένδικων απαιτήσεων, με αποτέλεσμα οι εργασίες εκκαθάρισης να επαναλαμβάνονται και να συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας, που έχει λυθεί από τους εκκαθαριστές.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Επομένως, η από 27-4-2016 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 1287/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά των με στοιχείο 2α Ε.
Δ. και 2β Μ. Γ. του Π., οι οποίοι κατά τα εκτιθέμενα αμέσως ανωτέρω, δεν ήταν διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη, θα πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπει την αναίρεση, όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 558/2008). Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή του αιτήματος της αγωγικής αξίωσης της κατάπτωσης της εκ 10.200,00 ευρώ εγγυήσεως υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό και ειδικότερα, ενώ με την από 1.2.2012 ένδικη αγωγή ζήτησε επί λέξει "...Να διαπιστωθεί δικαστικώς η εις βάρος της μισθώτριας κατάπτωση της ανά χείρας μου εγγύησης των 10.200,00 ευρώ...", με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο μετά το πέρας της συζήτησης διευκρίνισε και συμπλήρωσε την ως άνω αγωγή με το εξής αίτημα: "...Ως προς το τρίτο αγωγικό αίτημα ζητώ και την επιδίκαση του ποσού των 10.200,00 ευρώ της εγγύησης και όχι μόνο την αναγνώριση της κατάπτωσής της...".
Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, την εν λόγω μεταβολή του αιτήματος της ως άνω αγωγικής αξίωσης από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό, έκρινε απαράδεκτη, δεν έσφαλε, διότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ η μεταβολή της αναγνωριστικής αγωγής σε καταψηφιστική, είναι ανεπίτρεπτη, γιατί έτσι διευρύνεται απαράδεκτο το κύριο αίτημα αυτής, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται αίτημα καταψηφιστικό ρητώς ή εμμέσως στο αναγνωριστικό αίτημα (ΑΠ 566/2005).
Επομένως ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση ευθέως της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 εκ του ότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκμισθωτού, η από 18-10-2011 έγγραφη καταγγελία της ένδικης μίσθωσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια είναι άκυρη, διότι έγινε πριν την συμπλήρωση του έτους και συγκεκριμένα μετά την πάροδο εννέα και ήμισυ (9,5) μήνες από την έναρξη αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον η καταγγελία μεταμέλειας, που γίνεται δηλαδή πριν από την συμπλήρωση του έτους ισχύει για το μετά την πάροδο του έτους χρονικό διάστημα, τα δε αποτελέσματα αυτής επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την παρέλευση του έτους. Ο μισθωτής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση προ της παρόδου έτους, κατ' άρθρο 69 παρ. 1α του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010, αλλά η καταγγελία αυτή θα ισχύσει αφότου θα συμπληρωθεί ο αξιούμενος από το νόμο χρόνος.
Εξάλλου εναρκτήριο σημείο του έτους δεν είναι ο χρόνος σύναψης της μισθωτικής σύμβασης ή ο χρόνος παραχώρησης της χρήσης, αλλά ο χρόνος από τον οποίο άρχισε να λειτουργεί η μίσθωση. Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι η πρώτη εναγομένη μισθώτρια της επίμαχης από 22-1-2010 επαγγελματικής μίσθωσης, με την επιδοθείσα στον ενάγοντα στις 18-10-2011 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε αυτήν, λόγω μεταμέλειας, όμως τα αποτελέσματα της ως άνω καταγγελίας επήλθαν μετά τη πάροδο τριών μηνών από την λήξη της νόμιμης προθεσμίας του έτους στις 22-11-2011, που συμπληρώνονται δηλαδή τα στοιχεία του νόμου, με δεδομένο την ουσιαστική λειτουργία έναρξης της μίσθωσης στις 22-11-2010 και ότι η μισθώτρια - πρώτη εναγομένη είχε την κατοχή και χρήση του μισθίου από το προηγούμενο μισθωτικό έτος, σύμφωνα με το επικαλούμενο από 12-1-2009 μισθωτήριο, στο οποίο συμβαλλόμενοι ήσαν οι ίδιοι διάδικοι, β) ότι δηλαδή η επίμαχη μίσθωση λύθηκε στις 23-2-2012, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 και γ) ότι η, ως άνω έγγραφη και αναιτιολόγητη καταγγελία της μισθώτριας - πρώτης εναγομένης, είναι νόμιμη, καθόσον θεωρείται ότι ασκήθηκε με την επικουρία του άρθρου 69 παρ. 1 ΚΠολΔ (ήτοι υπό αναβλητική προθεσμία) για το μετά την πάροδο του έτους χρονικό διάστημα, γιατί η καταγγελία παρά το διαπλαστικό της χαρακτήρα, είναι έγκυρη και όταν ασκείται υπό αναβλητική προθεσμία.
Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η καταγγελία αυτή προ της παρόδου του έτους, κατ' άρθρο 69 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 είναι νόμιμη αλλά η καταγγελία αυτή θα ισχύσει αφότου συμπληρωθεί το έτος, τα δε αποτελέσματά της θα επέλθουν μετά την παρέλευση του τριμήνου από της συμπληρώσεως του έτους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και κατά συνέπεια ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Οι αιτιάσεις δε που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο, ότι το εναρκτήριο χρονικό σημείο της ένδικης μισθωτικής σχέσης δεν είναι η 22-11- 2010, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά η 1-1-2012 και ότι η ένδικη καταγγελία δεν έγινε υπό την αναβλητική αίρεση του άρθρου 69 παρ. 1 ΚΠολΔ αφορούν την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και επομένως ο ίδιος λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση ως προς την αιτίαση δε ότι η καταγγελία δεν συντελέστηκε με την αναβλητική αίρεση του άρθρου 69 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 18-10-2011 έγγραφης καταγγελίας της πρώτης αναιρεσίβητης μισθώτριας προκύπτει ότι στην εν λόγω καταγγελία εμπεριέχεται και δήλωση της καταγγέλουσας μισθώτριας ότι τα αποτελέσματα αυτής (δηλαδή της καταγγελίας), θα επέλθουν εντός της νόμιμης προθεσμίας από την γνωστοποίησή της προς τον ενάγοντα εκμισθωτή - αναιρεσείοντα.
Με τον τέταρτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 597 και 574 περ. β' ΑΚ και του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 4853/2010, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων δέχθηκε ότι η λόγω δυστροπίας της αναιρεσίβλητης μισθώτριας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου -Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 καταγγελία της ένδικης μίσθωσης που έγινε από τον ίδιο στις 3-2-2012 με την από 1-2-2012 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατέθεσε την ίδια ημερομηνία (3-2-2012) δεν ήταν έγκυρη, διότι η ένδικη μίσθωση είχε λυθεί από 23-2-2012, χρόνο κατά τον οποίο η εν λόγω καταγγελία του αναιρεσείοντος δεν είχε επιφέρει τα αποτελέσματά της, λόγω μη παρελεύσεως του μηνός (άρθρο 597 ΑΚ) από την καταγγελία στις 3-2-2012, που ο ίδιος είχε προβεί, καίτοι δέχθηκε ότι μέχρι την 3η Φεβρουαρίου 2012 υφίσταντο οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 597 ΑΚ, ήτοι ύπαρξη έγκυρης μίσθωσης και καθυστέρησε μισθώματα εκ δυστροπίας.
Ο λόγος αυτός εκτός του ότι δεν είναι νόμιμος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο χρόνος, κατά τον οποίο επιδόθηκε η ανωτέρω από 1-2-2012 αγωγή του αναιρεσείοντα - ενάγοντα εκμισθωτή προς την πρώτη αναιρεσίβλητη - εναγομένη μισθώτρια, παρά μόνο ο χρόνος καταθέσεώς της (3-2-2012), ώστε να επέλθουν τα αποτελέσματα της ασκήσεως της εν λόγω αγωγής, είναι και αβάσιμος, καθόσον κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εν λόγω μίσθωση είχε καταγγείλει η μισθώτρια - αναιρεσίβλητη στις 18-11-2011 υπό την αναβλητική αίρεση της παρέλευσης του έτους, τα δε αποτελέσματα αυτής με εναρκτήριο χρόνο της ένδικης μίσθωσης την 22-11-2011 και επέλευση των αποτελεσμάτων της εν λόγω καταγγελίας μετά την παρέλευση του τριμήνου από της συμπληρώσεως του έτους στις 23-2-2012 είχαν επέλθει πριν την επίδοση της από 1-2-2012 αντίθετης αγωγής του εκμισθωτή ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αφού κατά το άρθρο 597 ΑΚ, που έχει εφαρμογή στην εν λόγω καταγγελία του εκμισθωτή, τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας επέρχονται μετά την παρέλευση μηνός από την καταγγελία.
Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι στις 3-2-2012 υφίσταντο οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του άρθρου 597 ΑΚ, ήτοι ύπαρξη έγκυρης μίσθωσης και καθυστερούμενα μισθώματα. Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον πέμπτο από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων 847, 404, 405 και 407 ΑΚ ως προς το ουσιώδες και κρίσιμο για την υπόθεση ζήτημα της κατάπτωσης ή μη της εκ 10.200 ευρώ εγγυήσεως υπέρ του εκμισθωτού αναιρεσείοντος.
Μετά την, κατά τα ανωτέρω παραδοχή, ότι η ένδικη μίσθωση έληξε με την από 18-11-2011 έγγραφη καταγγελία λόγω μεταμέλειας του μισθωτή (άρθρα 43 π.δ. 34/1995 και 10 του ν. 3853/2010), ότι η από την μισθώτρια καταβολή κατά την κατάρτιση της μίσθωσης του ποσού των 10.200 ευρώ ως εγγυοδοσία για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης κατά τον 5ο όρο του επίμαχου μισθωτηρίου κα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη της ένδικης μίσθωσης όφειλε να επιστρέψει την καταβληθείσα σ' αυτόν εγγύηση των 10.200 ευρώ προκύπτει ανενδοιάστως ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της κατάπτωσης υπέρ του αναιρεσείοντος εκμισθωτού της εν λόγω χρηματικής εγγυήσεως για λόγους δυστροπίας του μισθωτή, κατάπτωση η οποία όπως προελέχθη, συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη ακριβής εκπλήρωσης των όρων της μίσθωσης, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.
Αναφορικά δε με την αιτίαση, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί συμψηφισμού της εν λόγω εγγυοδοσίας στην απαίτηση του ενάγοντος εκμισθωτού των οφειλομένων από την πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια μισθωμάτων των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012, (μετά την παραίτηση του αναιρεσείοντος από τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων είχε εισπράξει με την έκδοση της 29106/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Ωστόσο, μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη της ένδικης μίσθωσης και σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα, ο ενάγων όφειλε να επιστρέψει την καταβληθείσα σ' αυτόν και ήδη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή εγγυοδοσία των 10.200 ευρώ, την οποία οι εναγόμενοι μετά ταύτα παραδεκτά πρότειναν με δήλωσή τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε συμψηφισμό με την ως άνω απαίτηση του ενάγοντα, ακόμη και από οφειλόμενα μισθώματα.
Επομένως η ένσταση αυτή συμψηφισμού με την εν λόγω ανταπαίτηση είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, άγει δε στο αποτέλεσμα ότι αποσβέννυνται όσο καλύπτονται (ήτοι κατά το ποσό των 4.944 ευρώ) οι αντίστοιχες γεννημένες και ομοειδείς ως άνω χρηματικές απαιτήσεις του ενάγοντα...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως αλλ' ούτε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις καθόσον το καταβαλλόμενο κατά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης χρηματικό ποσό (συνήθως ίσο με ένα ή δύο μηνιαία μισθώματα) ως εγγυοδοσία, η οποία αποκαλείται "εγγύηση", μετά τη λήξη της μίσθωσης, μπορεί να προτείνεται σε συμψηφισμό απαιτήσεων του εκμισθωτή ακόμη και από μισθώματα, όπως στην προκειμένη υπόθεση (ΑΠ 236/2010).
Ενόψει αυτών ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013 - Κώδικα Δικηγόρων, η αμοιβή σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: ...γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 63 του ιδίου νόμου, εάν το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το Παράρτημα I του Κώδικα, κατά δε το ανωτέρω Παράρτημα I Κεφάλαιο Β Κατηγορία Α', με τίτλο Διαδικασία μισθωτικών διαφορών στοιχ. β', εδ. 2 και 3, κατά το οποίο όταν το μίσθωμα είναι πάνω από 1.501 ευρώ, η αμοιβή του Δικηγόρου για παράσταση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ανέρχεται σε 268 ευρώ και για τη σύνταξη των προτάσεων σε 268 ευρώ, κατά δε την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ιδίου νόμου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, η αμοιβή του Δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το προαναφερόμενο Παράρτημα I του ν. 4194/2013 - Κώδικα Δικηγόρων
εφαρμόζεται, όταν κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 του προαναφερθέντος νόμου, το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα του ηττηθέντος πρωτοδίκως εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον έκτο λόγο της από 5.11.2014 ασκηθείσας εφέσεώς του, που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, παρά το γεγονός ότι το αντικείμενο της δίκης ήταν αποτιμητό σε χρήμα και συγκεκριμένα στο ποσό των 765.123 ευρώ και επικυρώνοντας την εκκληθείσα 1384/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ως προς την διάταξη της επιβολής εξόδων σε βάρος του ενάγοντος εκμισθωτού, μετά την απόρριψη της από 1-12-2012 αγωγής του με αντικείμενο δίκης 765.123 ευρώ από μισθωτική διαφορά, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας ή λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας της διάταξης που εφαρμόστηκε κατ' άρθρο 178 παρ. 1 και 179 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 19/2014 δημ.
ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο και τελευταίο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ως ηττηθείς πρωτοδίκως ενάγων πλήττει την περί δικαστικών εξόδων διάταξη της εκκαλουμένης, η οποία επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα τα οποία καθόρισε στο ποσό των 16.750 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι είναι αναιτιολόγητη και υπερβολική.
Ο λόγος αυτός της έφεσης, που παραδεκτά προβάλλεται κατ' άρθρο 193 ΚΠΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, η εκκαλουμένη που απέρριψε την αγωγή ως και κατ' ουσία αβάσιμη, κατ' ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης (176 ΚΠολΔ) προέβη στην επιβολή της δικαστικής δαπάνης στον ενάγοντα που νικήθηκε, χωρίς να έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας καθόσον είναι συνέπεια της αρχής της ήττας...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την αμοιβή του Δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων για την παράσταση και σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ), την από 1.2.2012 (και με αριθμό κατάθ. 502/3.2.2012) αγωγή του αναιρεσείοντος εκμισθωτού, με αντικείμενο μισθωτικής διαφοράς 765.123 ευρώ, την οποία όρισε σε 16.750 ευρώ, που αφορούσε την μεταξύ του ιδίου και της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης μισθώτριας Ο.Ε.
με την επωνυμία "... Ο.Ε.", αγωγή, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 εδ. iγ' και 68 παρ. 1 του ως άνω Ν. 4194/2013, διότι δεν απάντησε αιτιολογημένα στους αφορώντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εκκαλούντα ένατο (με στοιχείο ΣΤ') και τελευταίο λόγους της από 5-11-2014 εφέσεως του αναιρεσείοντος, οι οποίοι έπλητταν την περί επιβολής δικαστικών εξόδων διάταξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για τον λόγο ότι η επιβληθείσα σε βάρος του με την εκκαλουμένη απόφαση δικαστική δαπάνη των 16.750 ευρώ ήταν αναιτιολόγητη και υπερβολική.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο, που αφορά την διάταξη της δικαστικής δαπάνης, που με την ανωτέρω 1384/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την οποία ο εκκαλών - ενάγων εξεκάλεσε με τους ένατο (στοιχείο ΣΤ') και τελευταίο λόγους της από 5-11-2014 εφέσεώς του, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς την τυπική και ουσιαστική βασιμότητά τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα, καθ' ο μέρος αφορά την διάταξη περί επιβολής της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων - εναγομένων μισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος του εκκαλούντος - ενάγοντος εκμισθωτού και ήδη αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η από 5-11-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1384/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνον ως προς τους ένατο (στοιχείο ΣΤ') και τελευταίο λόγους αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ενώ ο εν λόγω αναιρεσείων ως εκκαλών έχει καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της έφεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014),
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, αναφορικά με την δικαστική δαπάνη που επιβάλλεται κατά την εκδίκαση των μισθωτικών διαφορών, στην προκειμένη περίπτωση η δικαστική δαπάνη των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης, ομόρρυθμης εταιρείας και τρίτου, Μ. Ν., των αναιρεσιβλήτων, μετά την απόρριψη της από 1-2-2012 αγωγής του αναιρεσείοντος με αντικείμενο δίκης αποτιμητό σε χρήμα, ήτοι 765.123 ευρώ, από μισθωτική διαφορά ανέρχονταν, κατά τα άρθρα 63 παρ. 1 εδ. iγ' και 68 του ν. 4194/2013, σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της δίκης και συγκεκριμένα σε 7.652 ευρώ για τη σύνταξη των προτάσεων, και συνολικά σε 8.000 ευρώ μαζί με τα λοιπά έξοδα παράστασης κ.λπ.
Επομένως το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που καταδίκασε τον ενάγοντα - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα μετά την απόρριψη της ανωτέρω αγωγής του στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων από 16.750 ευρώ, έσφαλε και θα πρέπει ο ένατος (στοιχείο ΣΤ') και ο τελευταίος λόγοι της από 5-11-2014 έφεσης να γίνουν δεκτοί και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη 1384/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την διάταξη της δικαστικής δαπάνης.
Ακολούθως αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση κατά το εκκληθέν τμήμα θα πρέπει να καταδικασθεί ο ενάγων στην δικαστική δαπάνη των παραπάνω εναγομένων, την οποία ορίζει στο ποσό των 8.000 ευρώ. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι πρώτη και τρίτος αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, κατά ένα μέρος στην αναιρετική δίκη, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 27-4-2016 αίτηση αναίρεσης της 1287/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους με αριθμό 2α και 2β, αντιστοίχως, αναιρεσίβλητους, Ε. Δ. του Υ. και Μ. Γ. του Π..
Αναιρεί εν μέρει την 1287/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα, ήτοι κατά το κεφάλαιό της που αφορά την δικαστική δαπάνη που επέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στον ενάγοντα - ήδη αναιρεσείοντα.
Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο το τμήμα αυτό.
Δέχεται τυπικά την από 5-11-2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1384/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται κατ' ουσία τους ένατο (στοιχείο ΣΤ') και τελευταίο λόγους της ως άνω έφεσης.
Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία κατά τούτο.
Εξαφανίζει την 1384/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει τους πρώτη (ομόρρυθμη εταρεία) και τρίτο (Μ. Ν.) αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, ως προς την αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ