Legislator Case Law & Legislation
1444/2017 AI generated

1444/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1444/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 564/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2014 του Εφετείου Πατρών.

Legislator headnote

AI generated

1444/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
delayed endorsement action for performance untimely reasoned statement time of offence disciplinary offence authorization for criminal prosecution
AI generated
316/2020
Η από 11-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης 47/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 699/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...
416/2021
Ο ενάγων με την από 10-5-2017 αγωγή, καθώς και με την από 27-7-2017 παρεπίμπτουσα αγωγή του, εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο φιλανθρωπικό σωματείο στις 15.1.2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί σε διευθυντική θέση, με τα ειδικότερα καθήκοντα της επίλυσης θεμάτων διοικητικής φύσης και κοινωνικής πρόνοιας και προκειμένου να οργανώσει και εποπτεύσει τις αντίστοιχες υπηρεσίες του εναγομένου με σκοπό την ανεύρεση χρηματοδότησης του τελευταίου μέσω κοινοτικών προγραμμάτων.
2386/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
2217/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1861/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1444 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1444/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 564/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2014 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/11/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της 94/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των αρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του αρθρ. 226§4εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ. 575§1εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του> χωρίς εναντίωσή του;

καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1507/2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /20.3.2015 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγίου Κ.

Α., ότι αυτός που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 94/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου … τη δικάσιμο της 19-10-2015, κατά την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί (άρθρ 122 §1, 123, 126§1α, 230§2, 498, 568§4 ΚΠολΔ).

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, στην οποία δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7.3.2016 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 19-12-2016 (υπ’ αριθμ. Πιν. …), κατά την οποία όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.

Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 94/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε κατ’ ουσία την από 21-12-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 564/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε απορρίψει την από 9-4-2003 αγωγή του, λόγω απόσβεσης του αιτούμενου με αυτή δικαιώματος, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης δικηγόρου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, που καθιερώνουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων στην πρώτη από αυτές προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, ορίζουν αντιστοίχως ότι: "1. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο... 4.

Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. 5. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων". Εξάλλου, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στο νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων ή σχέσεων, ή καταστάσεων, ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς (ΑΠ 1744/2008).

Παράλληλα, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία.

Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.

Καθίσταται, όμως, υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας που ζημιώθηκε.

Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 20/2000).

Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου. Αντίθετα, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251 /1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", από πράξεις η παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες (ΑΠ 1057/2009). Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ν. 2251/1994 εξαγγέλλεται η μέριμνα της Πολιτείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και για την οργάνωση και λειτουργία του καταναλωτικού κινήματος. Στην παράγραφο 4β’ ορίζεται ότι προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον κατά την έννοια της παρ. 4α του ίδιου άρθρου "καταναλωτή". Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 εδάφ. β’ "ως παρέχων υπηρεσίες, θεωρείται, όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσίες στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας", ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ιδίου νόμου "καταργείται κάθε άλλη διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 8 παρ. 1, 3 και 4, 10, 11 και 14 παρ. 3 του ν.2251/1 994 προκύπτει ότι τα άρθρα 1 παρ. 4 περ. β: και 8 παρ. 2 εδάφ. β’ του ν. 2251/1994 καθορίζουν με ευρύτητα την έννοια του παρέχοντος υπηρεσίες, αφού σ’ αυτήν εμπίπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση όμως της συλλογικής προστασίας των καταναλωτών περιορίζει την ίδια έννοια. Εξ’ άλλου, η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ανάγεται στην οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης και στην εμπέδωση της έννομης τάξης με παράλληλη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου.

Για το λόγο αυτό, η μεν είσοδος στο δικηγορικό σώμα ακολουθεί το πρότυπο της εισόδου σε δημόσια υπηρεσία (διαγωνισμός, ορκωμοσία, προαγωγή), η δε άσκηση της δικηγορίας διέπεται από ειδικούς κανόνες (ασυμβίβαστα, πειθαρχική ευθύνη, εκπτώσεις, αμοιβές). Το σύστημα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών που θεσπίζει ο νόμος 2251/1994, είτε με τη μορφή του φιλικού διακανονισμού των διαφορών από τις επιτροπές που συγκροτεί ο Νομάρχης, είτε με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από τον Υπουργό εμπορίου, είναι ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του δικηγόρου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, εκτιμώμενη τόσο από την πλευρά των σκοπών που επιδιώκει ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών, όσο και από την άποψη της ειδικής φύσης του δικηγορικού λειτουργήματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 2251/94, από τον οποίο και δεν καταργήθηκε η ειδική για τους δικηγόρους ρύθμιση της ευθύνης τους κατά το άρθρο 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 18/1999).

Συνακόλουθα τούτων, η θέσπιση της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας με την παράγραφο 5 του άρθρ. 73 Εισ.Ν.ΚΠολ. Δ., α) υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη της προθεσμίας αυτής τοποθετείται στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως ή της παραλείψεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε στο άρθρο ό παρ. 1 ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε δικαστήριο, β) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαίτερων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος, από τους οποίους επιβλήθηκε και γ) ενόψει του κατά τα άνω σκοπού της θεσπίσεως της εν λόγω προθεσμίας, υπόκειται σε αυτήν η αποζημιωτική αγωγή, λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που κατ’ άρθρο 73 παρ. 4 ΕισΝ.ΚΠολΔ συνιστούν την κακοδικία (ΑΠ 1744/2008, ΑΠ 1911/2013).

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της. που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα", οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκού μεν ου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (Ολ.ΑΠ 12/1991. ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης από 9-4-2003 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης δικηγόρου, τα εξής:

"Ο ενάγων στις 26-5-1997 άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά α) της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για την επιδίκαση αποζημίωσης εξ εργατικού ατυχήματος ποσού 24.280.990 δραχμών, η οποία απερρίφθη με την 679/3-7-1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.

Μετά απ’ αυτό ο ενάγων απευθύνθηκε στην εναγομένη - δικηγόρο Πατρών για την άσκηση εφέσεως και την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό., Η τελευταία αποδέχθηκε τη σχετική εντολή και έλαβε προκαταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, ουδέποτε όμως άσκησε έφεση στο χρονικό διάστημα από την ανάθεση της εντολής μέχρι και την ανάκληση αυτής στις 18-12-2001 καθώς, όπως προκύπτει από το .../21-12-2001 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών, δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της παραπάνω απόφασης από τη δημοσίευση της και μέχρι την 21-12-2001, με αποτέλεσμα ο ενάγων να απολέσει το σχετικό δικαίωμα του και να υποστεί ηθική βλάβη από την ανωτέρω άδικη πράξη της εναγομένης, η οποία συνιστά το αδίκημα απιστίας δικηγόρου όπως κρίθηκε με την 44-45/27-1-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, Ωστόσο, η υπό κρίση από 9-4-2003 αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας από την γνώση εκ μέρους του ενάγοντος της παραπάνω ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης - δικηγόρου, όπως συνομολογεί στο δικόγραφο της αγωγής του.

Συνομολογεί δηλαδή ότι έλαβε γνώση της μη άσκησης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης στις 21-12-2001, αφού είχε παρέλθει ήδη τριετία από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, ενώ η ένδικη αγωγή του κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 16-4-2003 ήτοι μετά παρέλευση δεκαέξι (16) περίπου μηνών από της γνώσεως της υπαιτίου και παράνομης συμπεριφοράς, δηλαδή διάστημα πολύ μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, που είναι η αποσβεστική προθεσμία προς άσκηση της αγωγής κακοδικίας, που προβλέπεται στη διάταξη που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, το αιτούμενο με την αγωγή δικαίωμα του ενάγοντος τυγχάνει αποσβεσθέν και η αγωγή απορριπτέα ως υποπεσούσα στην αποσβεστική αυτή προθεσμία. Ενόψει τούτων, με το να δεχθεί τ’ ανωτέρω και να απορρίψει την αγωγή, ουδόλως έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλ’ αντιθέτως, ορθά το νόμο εφήρμοσε και εξετίμησε το εν γένει αποδεικτικό υλικό".

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο α) δεν παραβίασε ευθέως τα άρθρα 20 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝ.ΚΠολΔ που εφήρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1 και 14 παρ. 1 του ν. 2251/1994, 390 του Π.Κ., 297, 298, 914 και 937 του ΑΚ κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, β) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους, αναφερόμενους στη σκέψη που προηγήθηκε, κανόνες δικαίου των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, σχετικά με το χρόνο της γνώσεως της περιγραφόμενης σε αυτή ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης δικηγόρου και την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας των έξι μηνών από αυτή (γνώση).

Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, ενόψει των εκτεθέντων, αβάσιμος είναι και ο τρίτος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι οι διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝ.ΚΠολΔ έχουν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2251/1994, καθώς και ότι η διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, που καθιερώνει βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών, είναι αντισυνταγματική, γιατί περιέχει ανεπίτρεπτο περιορισμό άσκησης του δικαιώματος των πολιτών και αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει, άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ που προτέθηκε το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων, μολονότι νικήθηκε, δεν θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, αφού αυτή δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2014 αίτηση του Π. Β., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 94/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου