1444/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1444/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την κακουργηματική μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, κατά την παρ. 3, και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εφόσον, το όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000 ευρώ, ή στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/1950 το ποσό των 150.000 ευρώ, που ο δικαστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει, αφού πλέον συνιστά ουσιώδες στοιχείο της πράξης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1444 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1444/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βουδούρη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.1655/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγον το ‘ Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζίμα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2015 αίτησή του, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2 Σεπτεμβρίου 2015 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ "Υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων, ή οποιωνδήποτε εσόδων, ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, τη δημοτική ή κοινοτική περιουσία της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται:
α)...β)....γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών αν: α)...β)...γ) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ". Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπομένου σ’ αυτή εγκλήματος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου είναι πάντοτε υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, απαιτείται εκτός άλλων, η ελάττωση της δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας της οποίας η διαχείριση είναι διαπιστευμένη σ’ αυτόν, να επέρχεται κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή διαχείριση φόρων τελών ή άλλων φορολογημάτων, ή οποιωνδήποτε εσόδων.
Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι: α) ιδιότητα υπαλλήλου του δράστη που συμπίπτει με την έννοια που αναφέρεται παραπάνω αναφορικά με τη διάταξη του άρθρο 256 Π.Κ. β) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του δράστη, όπως καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη, ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και γ) δόλος που συνίσταται στη θέληση του δράστη να παραβεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και υπό σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομα υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον.
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 Π Κ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση, ψευδώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου 242 ΠΚ όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με το Ν. 2408/4.6.1996 και το Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος και της πράξεως της παρ. 1 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ (όπως το ποσό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ζ’ του Ν. 4055/2012).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α! και 263α! ΠΚ, αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ’ ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, και δ) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ( ΑΠ 43/2013, ΑΠ 859/2011).
Για την κακουργηματική μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, κατά την παρ. 3, και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εφόσον, το όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000 ευρώ, ή στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/1950 το ποσό των 150.000 ευρώ, που ο δικαστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει, αφού πλέον συνιστά ουσιώδες στοιχείο της πράξης.
Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος, δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος αυτός σκοπός ή να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ’ αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της ψευδούς βεβαιώσεως σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την ψευδή βεβαίωση οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή, μετά την τέλεση της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης, άλλων ενεργειών του δράστη ή τρίτου, υπέρ του οποίου ο σκοπός οφέλους, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη.
Οι τυχόν επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη ή του τρίτου δεν αναιρούν την προσφορότητα της ψευδούς βεβαίωσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί, όταν μάλιστα ο δράστης παρακινείται στη διάπραξη της ψευδούς βεβαίωσης από τον τρίτο, υπέρ του οποίου ο σκοπός προσπορισμού του αθεμίτου οφέλους, και παραδίδει σ’ αυτόν τη ψευδή βεβαίωση προς χρήση και επίτευξη του οφέλους.
Επί της κατ’ εξακολούθηση ως άνω κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης που στρέφεται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη, το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953 που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 ν. 2721/1999 και 98 παρ. 2 Π.Κ.
ως ειδική διάταξη που κατισχύει της νεότερης γενικής του άρθρου 98 παρ.2 Π.Κ.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ως προς το αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ’ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μη στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.
Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απλή επανάληψη του διατακτικού στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό), καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής.
Όταν δε ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της (ΑΠ 985/2008).
Κατά συνέπεια αν δεν αναφέρεται κανένα εκ των περιστατικών αυτών στο αιτιολογικό, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι’ αυτού στο διατακτικό δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως. Η αναφορά εξάλλου των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των εμπιπτόντων στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γεγονότων.
Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί δε να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση αλλ’ απαιτείται να διαλαμβάνονται οντολογικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα με αναφορά τους (έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό) κατά την ουσία, το ποσό, το ποιόν, τον τόπο, το χρόνο και τις σχέσεις τους (ΑΠ 1518/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη, υπ’ αριθ. 1655/2015 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα Κ. Δ. ένοχο παραβάσεως των άρθρων: α) 256 παρ. 1 περ.γ β! ΠΚ, τετελεσμένη και εν απόπειρα κατ’ εξακολούθηση και β) 242 παρ.1,2,3 ΠΚ, τετελεσμένη και εν απόπειρα κατ’ εξακολούθηση, του επέβαλε, συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων τριών (3) ετών, και επιδίκασε στο παρασταθέν ως πολιτικώς ενάγον, Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", το ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις σε βάρος του τελεσθείσες αδικοπραξίες. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία του κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά-κατά πιστή μεταφορά-:"Ο κατηγορούμενος, ως υπάλληλος του Ι.Κ.Α.
στο υποκατάστημα της …, υπέπεσε στην ποινική παραβατικότητα των κακουργηματικών αδικημάτων της κατ’ εξακολούθηση και επίσης (εξακολουθητικής) ψευδούς βεβαιώσεως. Η εν θέματι ποινική εκτροπή του κατηγορουμένου εμπεριέχεται και στα αναγνωσθέντα έγγραφα της από 1-9-2003 εκθέσεως ελέγχου, του από 13-11-2003 πορίσματος ελέγχου, της από 17-12-2003 εκθέσεως ελέγχου, του πορίσματος της διενεργηθείσης Ε.Δ.Ε.
του Σ. Σ., του πορίσματος της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε του Ι.Σ., του πορίσματος της Ε. Π., και της 136 αποφάσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, έγγραφα τα οποία ως εκ της κομβικής τους σημασίας, ενσωματώνονται στο παρόν σκεπτικό και έχουν ως εξής: Ακολουθεί συρραφή των ακολούθων εγγράφων σε φωτοτυπικά αντίγραφα, από σελ 63-329, ήτοι:
α) η από 1-9-2003 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. Ι. Π., Σ. Β. - Θ., Μ. Τ., απευθυνόμενη προς την Διεύθυνση Ασφάλισης Εσόδων του Ι.Κ.Α. (υπ’ όψη του διευθυντή Χ.Χ.), β) το από 13-11-2003, πόρισμα ελέγχου των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. Α. Α., Μ. Τ., Γ. Χ., Ι. Π., Σ. Θ., απευθυνόμενο προς τη διοίκηση του Ι.Κ.Α., τμήμα πειθαρχικού ελέγχου, αποτελούμενο από έξι (6) ενότητες, (1.
ασφάλιση μη ανταποκρινόμενη σε πραγματική απασχόληση χορήγηση δωροσήμου, 2.ακυρώσεις γραμματίων είσπραξης, 3. ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφάλισης, 4.παράνομες ενέργειες σε οικοδομοτεχνικά έργα, 5.εκκαθαρίσεις ιδιωτικών έργων και 6. γενικές παρατηρήσεις, γ) η από 17-12-2003 έκθεση ελέγχου του τμήματος οικοδομών υποκαταστήματος …, του διευθυντή του διοικητικού προσωπικού Δημοσθένους Γραμμένου, απευθυνόμενο προς την διεύθυνση ασφάλισης και εσόδων, τμήμα ελέγχου οικοδομοτεχνικών έργων, δ) το από 14-9-2004 πόρισμα Ε.Δ.Ε.
του Σ. Σ., Προϊσταμένου ΠΕ/Α/Ι.Κ.Α. που διενεργήθηκε σε εκτέλεση της υπ’ αρ. .../15.1.2004 διαταγής της διοίκησης του Ι.ΚΑ., ε)συμπληρωματικό πόρισμα σε εκτέλεση της υπ’ αρ. .../16-5-2005 διαταγής της διοίκησης του I.K.A., στ) το από 19-9-2005 συμπληρωματικό πόρισμα της Ε. Π., υπαλλήλου του Ι.Κ.Α. ζ) η υπ’ αρ. 136/2007 απόφαση του Α! Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ι.Κ.Α.
Μετά τη συρραφή των φωτοτυπικών αντιγράφων των ανωτέρω εγγράφων διαλαμβάνονται τα εξής: Οι ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας ήταν άκρως κατατοπιστικοί, ενώ οι ευκρινείς καταθέσεις τους δεν εμβολίζονται και ούτε κλονίζονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που ασκήθηκαν στις παρυφές γενικολογιών και ασαφειών.
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του δια της άνευ πιστευτότητος (αιτιολογημένης) αρνήσεως του, επεδίωξε την "σεισάχθεια" της ενοχής του, αδοκίμως όμως. Οι ισχυρισμοί του παρέμειναν έωλοι αποδεικτικού αντικρύσματος, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του άχθους των κατηγοριών όπως θα διατυπωθούν και στο διατακτικό προς εξουδετέρωση του οποίου (κατωτέρω διατακτικού), τα όσα ο κατηγορούμενος προέβαλε τίθενται εκποδών, κατά τα άνω εκτιθέμενα, κρινόμενα ως ατεκμηρίωτα και απορριπτέα. (Παρατίθεται σκεπτικό απορρίψεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που αιτήθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ).
Κατά συνέπεια των παραδοχών αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος συμφώνως προς το διατακτικό που ακολουθεί, (μετ’ απόρριψιν, κατά τα άνω των βαλλόντων το κατωτέρω διατακτικό ισχυρισμών, απορριπτομένων δε και των αιτουμένων ελαφρυντικών, κατά τα άνω εκτιθέμενα" Με βάση τα ανωτέρω κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι:
Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-1999 μέχρι 3-10-2002, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: 1) Έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση δημοσίων εγγράφων και ειδικότερα την ιδιότητα του υπαλλήλου του τμήματος οικοδομών στο Ι.Κ.Α. ..., βεβαίωσε με πρόθεση περιστατικά ψευδή που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και νόθευσε δημόσια έγγραφα, προκειμένου να αποκομίσει στον εαυτό του και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), το δε όφελος που αποκόμισε ο ίδιος και τρίτοι, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα:
Α) Το χρονικό διάστημα από 30-9-1999 έως 3-10-2002 κατάρτισε εξαρχής λεπτομερώς αναφερόμενες στον κατωτέρω πίνακα διορθωτικές καταστάσεις εντολών ασφαλίσεως κατηγορίας "Ε", στις οποίες εμφάνιζε τους οικοδόμους που αναφέρονται σε αυτές ότι απασχολήθηκαν στα αντίστοιχα οικοδομικά έργα, έχοντας πραγματοποιήσει τις αναγραφόμενες ημέρες εργασίας, ώστε να δικαιούνται και τα ποσά δωροσήμου που αναγράφονται σε αυτές.
Τα ανωτέρω όμως δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθώς οι οικοδόμοι αυτοί δεν είχαν απασχοληθεί στα οικοδομικά έργα και οι ημέρες εργασίας που αναγράφονται, στις καταστάσεις δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματική απασχόληση, ούτε είχαν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές. Στην ενέργεια του αυτή προέβη για να εμφανίσει ότι οι ίδιοι οικοδόμοι υπάγονταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ και δικαιούνταν δωροσήμου, το οποίο εισέπραξε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αλλά και οι ίδιοι οι οικοδόμοι.
Από την ενέργειά του αυτή το ΙΚΑ ζημιώθηκε κατά το ποσό των 4.618.583 δραχμών [ (13.554,62) ευρώ ], το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό δωροσήμου που κατέβαλε αχρεωστήτως, ενώ οι αναλογούσες εισφορές ανέρχονταν στα Στην περίπτωση του ασφαλισμένου Α. Ν. στις 30.10.2002 νόθευσε με διορθωτικό τις ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις βάσει των οποίων συντάχθηκαν οι με αρ. .../3-10-02 διορθωτικές καταστάσεις Έ".
Επιπλέον, στις 15-9-1999 νόθευσε την με αρ. …/13-7-99 έκθεση επιτόπιου ελέγχου, βάσει της οποία συντάχθηκε η με αρ. .../15-9-99 Διορθωτική Κατάσταση Έ" και ειδικότερα, ενώ στην χρονική περίοδο της ανωτέρω έκθεσης αρχικά αναγράφετο …/97 και …/98 όπως άλλωστε έχει καταχωρηθεί και στην πινακίδα του έργου, στη συνέχεια παραποίησε τη χρονική περίοδο από …/98 σε …/99, προκειμένου να αναγνωρισθούν 64 συνολικά ημερών ασφάλισης, β) Εμφάνισε ότι οι οικοδόμοι Π.
Α. και Χ. Ν. είχαν πραγματοποιήσει επιπλέον 259 και 237 ημέρες εργασίας αντίστοιχα, ώστε να τους αναγνωρίζονταν ίδιες ημέρες εικονικής ασφάλισης, και δικαιούνται δωροσήμου ποσών 3.138,65 και 2.748,59 ευρώ αντίστοιχα (σύνολο 5.887,24 Ευρώ), βάσει ψευδών στοιχείων ασφάλισης, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του και δεν επήλθε ζημία στην περιουσία του ΙΚΑ, καθώς διενεργήθηκε υπηρεσιακός έλεγχος και διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω παρατυπίες.
Β) Κατά το χρονικό διάστημα από 30-09-1999 έως 28-02-2001 ως υπάλληλος του τμήματος οικοδομών του ιδίου υποκαταστήματος αρμόδιος γραμματίων εισπράξεως, βεβαίωσε ψευδώς ότι τα αναφερόμενα κατωτέρω γραμμάτια εισπράξεως, συντασσόμενα εις τετραπλούν είχαν ακυρωθεί, διαγράφοντας επιμελώς το τελευταίο αντίγραφο, χρώματος πρασίνου, που παρέμεινε στο στέλεχος, χωρίς να φαίνεται το ποσό του και σε ποιο οικοδομικό έργο αντιστοιχούσε, ενώ εξαφάνιζε το ροζ αντίγραφο το που πήγαινε στον κεντρικό ταμία.
Τα στελέχη του εργοδότη και της μηχανογράφησης, που είχε επίσης εκδώσει δεν θίγονταν κι έτσι φαινόταν ότι είχε πληρωθεί κανονικά το ποσό του γραμματίου στη μηχανογράφηση, ο δε εργοδότης που είχε το ένα από τα τέσσερα αντίτυπα του γραμματίου στα χέρια του σαν απόδειξη πληρωμής και ήταν οικονομικώς εντάξει.
Την ίδια δε ημέρα συνέτασσε ημερήσιες καταστάσεις συμφωνίας του τμήματος οικοδομών με το ταμείο, με βάση τα πράσινα στελέχη Γραμματίων Είσπραξης, που ακύρωνε, ώστε να φαίνεται ότι πράγματι τα γραμμάτια αυτά εισπράξεως είχαν ακυρωθεί. Στην ενέργεια του αυτή προέβη προκειμένου να προσπορίσει παράνομο περιουσία όφελος στον υποταμία Ι.
Μ., ο οποίος εισέπραττε το ποσό των γραμματίου εισπράξεως, καθώς, λόγω της ακύρωσης το ποσό του γραμματίου αποσυρόταν από το ταμείο και ενσωμάτωνε στην περιουσία του ο Ι. Μ.. Τα γραμμάτια αυτά εισπράξεως ήταν συνολικής αξίας 65.884.749 δραχμών (193.352,16 ευρώ) και είναι συγκεκριμένα τα εξής :
α/α ΓΡΑΜΜ.ΕΙΣΠΡΑ ΞΗΣ ΗΜΕΡΟΜ.
ΕΚΔΟΣΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΑΜΟΕ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡ.ΤΡΑΠ. ΕΠΙΤ.
ΤΡΑΠΕΖΑ
Γα) i) Στις 8/9/2000 νόθευσε την με α/α ... ανακεφαλαιωτική κατάσταση εντολών ασφάλισης που αφορούσε το οικοδομικό έργο "ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" (...) για την μήνα …/2000, στην οποία πρόσθεσε εκ των υστέρων τα ονόματα του Λ. Ν. για 22 ημέρες εργασίας με ποσά εισφορών υπέρ ΙΚΑ και ΕΛΔΕΟ 196.317 -82.500 δρχ. αντίστοιχα και του Ρ. Σ. για 15 ημέρες εργασίας με ποσά εισφορών υπέρ ΙΚΑ και ΕΛΔΕΟ 116.005 -48.750 δρχ. , ίί) Στις 11-12-2000 και 10-1-2001 νόθευσε τις με αρ. ... Ανακεφαλαιωτικές Καταστάσεις εντολών Ασφάλισης που αφορούσαν τους μήνες Νοέμβριο 2000 και Δεκέμβριο 2000 αντίστοιχα, προσθέτοντας στις 2 πρώτες το όνομα του οικοδόμου Μ. Α. για 10 ημερομίσθια τον Νοέμβριο 2000 με ποσά εισφορών υπέρ ΙΚΑ και ΕΛΔΕΟ 83.286 - 35.000 δρχ. αντίστοιχα, και 10 τον Δεκέμβριο 2000 με ποσά εισφορών υπέρ ΙΚΑ και ΕΛΔΕΟ ομοίως 83.286 - 35.000 δρχ, στην δε με αρ. .../2000 το όνομα του Ν. Λ. για 15 ημέρες με ποσά εισφορών υπέρ ΙΚΑ και ΕΛΔΕΟ 120.646 -50.700 δρχ. αντίστοιχα, με συνέπεια να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία συνολικού ποσού 733.204 δραχμών (196.317+82.500+116.005+48.750+83.286+35.000+120.646 + 50. 700), ήτοι 2.151,73 ευρώ κι επιπλέον τα ανωτέρω 20 ημερομίσθια να προσμετρηθούν κατά την απονομή σύνταξης στον ασφαλισμένο Α. Μ., σύμφωνα με την αρ. 2684/9-11-01 απόφαση του Υποκαταστήματος ... του ΙΚΑ, με την οποία του απονεμήθηκε σύνταξη γήρατος.
Γβ) Στις 29-11-2000 νόθευσε με διορθωτικό το Γραμμάτιο Είσπραξης No .../29-11-00 ποσού 7.576.602δρχ. (22.235,075 ευρώ), το οποίο αφορούσε το με ... έργο της εταιρείας ..., η οποία το είχε εξοφλήσει κανονικά, με την αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ώστε να φαίνεται ότι το γραμμάτιο αυτό εισπράξεως είχε εκδοθεί στην περίπτωση του έργου ... του ιδιοκτήτη Ζ. Δ., διώροφη πολυκατοικία της οποίας εργολάβος κατασκευαστής ήταν ο Γ. Δ., το οποίο στη συνέχεια εστάλη στο ... για επεξεργασία, σε πίστωση του ανωτέρω ιδιοκτήτη. Με την ενέργειά του αυτή σκόπευε να προσπορίσει ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος (22.235,075 ευρώ) στον άνω ιδιοκτήτη και εργολάβο κατασκευαστή, ο οποίος με τον τρόπο αυτό φαινόταν ότι είχε καταβάλει το αντίστοιχο ποσό στην πραγματικότητα.
Με την ανωτέρω ενέργεια (υπό Γβ) σκόπευε να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον εργολάβο κατασκευαστή Γ. Δ., σε βάρος της περιουσίας του ΙΚΑ, ποσού 22.235,08 ευρώ.
Γγ) Στις 2-4-2003, ενώ είχε συντάξει τις με αρ. ... με τις οποίες αναγνωρίζονταν στον καταγγέλοντα Μ. Μ. 47 ημέρες εργασίας για τη χρονική περίοδο 9/2001-12/2001, με βάση την από 15/4/2002 καταγγελία του ανωτέρω κατά του οικοδομικού έργου με στοιχεία: ... - Μ. Π., στη συνέχεια ακύρωσε αυτές και αλλοίωσε την πινακίδα του έργου, στην οποία καταχώρησε ΑΠΔ χρονικής περιόδου 3/2002 για 1 ημέρα εργασίας με βάση την με αρ. ..., με συνέπεια να μην οφείλονται εισφορές ποσού 1.334,69 ευρώ που απώλεσε το ΙΚΑ. Στην δε ενέργειά του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος στους άνω κυρίους του έργου.
Γδ) Στις 1-6-2001 στην περίπτωση του έργου με ... των ιδιοκτητών Τ. Α. και Μ., ενώ παρέλαβε στις 11-6-2001 μόνο μία ανακεφαλαιωτική Κατάσταση Εντολών Ασφάλισης, που αφορούσε τους μήνες 9/00 και 10/00, όπως προκύπτει από το Ημερολόγιο Χρέωσης Εργοδοτών Οικοδομικών Έργων, την καταχώρησε με αριθμό αρ. ..., θέτοντας ημερομηνία παραλαβής προγενέστερη, δηλαδή 10/10/2000, την οποία αλλοίωσε μεταγενέστερα σε 11.6.2001. Επιπλέον, στις 10-10-2000 καταχώρησε μία επιπλέον (δεύτερη) ανακεφαλαιωτική κατάσταση εντολών Ασφάλισης μηνός Οκτωβρίου 2000, η οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε υποβλήθηκε. Στις ανωτέρω ενέργειές του προέβη με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στους ιδιοκτήτες του έργου, οι οποίοι απέφυγαν την καταβολή πρόσθετης επιβάρυνσης 202.776 δρχ, ήτοι 595 ευρώ.
Γε) Τον Ιανουάριο του 2001 στην περίπτωση του έργου ... Ζ. Α. (...), αλλοίωσε (νόθευσε) στην πινακίδα του έργου την καταχώρηση της με αρ. ... Ανακεφαλαιωτικής Κατάστασης Εντολών Ασφάλισης μηνός Φεβρουαρίου 2000, ως προς το είδος εργασιών από εργασίες επιχρισμάτων σε "λοιπά" και στη συνέχεια σε μεταγενέστερο χρόνο έθεσε το έργο στο αρχείο, με συνέπεια να μην καταλογισθούν 33 ημερομίσθια επιχρισμάτων και να υποστεί οικονομική ζημία το ΙΚΑ κατά ποσό 2.245 ευρώ, προσπορίζοντας ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των ιδιοκτητών του έργου.
Γστ) Τον Μάρτιο του 2002, στην περίπτωση του έργου με ... Σ. Σ. αλλοίωσε (νόθευσε) στην πινακίδα του έργου την ανακεφαλαιωτική κατάσταση υπ’ αρ. ..., που αφορούσε απασχόληση και έθεσε στο αρχείο το οικοδομικό έργο, με συνέπεια να μην καταλογισθούν 20 ημερομίσθια για μπετά, και να υποστεί οικονομική ζημία το ΙΚΑ ποσού 1.451,43 ευρώ, με ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος των ιδιοκτητών του έργου.
Το ποσό της ζημίας που επήλθε αλλά και οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της περιουσίας του ΙΚΑ από τις ανωτέρω ενέργειες [Α+Β+Γ] του κατηγορουμένου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 242.806, 95 ευρώ (13.554,62 + 2.748,59 + 3.138,65 + 193.352,16 + 2.151,73 + 22.235,08 + 1.334,69 + 595 + 2.245 + 1.451,43).
2) Έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου του ΝΠΔΔ με την με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), υπηρετώντας στο Τμήμα Οικοδομών, κατά τον προσδιορισμό είσπραξη και διαχείριση εσόδων, ελάττωσε με πρόθεση και αποπειράθηκε να ελαττώσει την περιουσία του ως άνω ΝΠΔΔ, της οποίας είχε τη διαχείριση, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος και τρίτοι παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει αυτό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα:
α) Με τις πράξεις που περιγράφηκαν ανωτέρω υπό το στοιχείο (Α) του παρόντος, κατά τον προσδιορισμό και είσπραξη των εσόδων του υποκαταστήματος ΙΚΑ ... ζημίωσε με πρόθεση την περιουσία του άνω ΝΠΔΔ και αποπειράθηκε να ζημιώσει αυτή, προσπορίζοντας στον ίδιο και σε τρίτους συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος 242.806, 95 ευρώ.
β) Κατά το χρονικό διάστημα από 10-3-2000 έως 10-9-2001, παρόλο που παρέλαβε τις κατωτέρω αναφερόμενες ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφάλισης του έτους 2000 και 2001, για το έργο ... Δημόσιο έργο ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ οδός ..., παρέλειψε σκοπίμως να καταχωρήσει αυτές στην πινακίδα, με αποτέλεσμα να μην χρεώνεται με τα αντίστοιχα ποσά η ανάδοχος εταιρεία ... και η πινακίδα να μην δίδει την πραγματική εικόνα χρέωσης - πίστωσης, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον κύριο του έργου ίσο με τις εισφορές υπέρ του ΙΚΑ ποσού 5.609.148 δραχμών και ΕΛΔΕΟ 2.357.375 δραχμών και συνολικά 7.966.523 δραχμών (23.379,37 ευρώ) που θα απέφευγε να καταβάλει, όπως ειδικότερα προκύπτει από τον κατωτέρω πίνακα: Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθώς τελικά ο εργοδότης αποδέχθηκε και κατέβαλε το ποσό που του καταλογίσθηκε εκ των υστέρων με ΠΕΕ.
γ) Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως 2002 έθεσε στο αρχείο τα κατωτέρω οικοδομικά έργα χωρίς για αυτά να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία εκκαθάρισης, με συνέπεια την οικονομική ζημία του ΙΚΑ. Ειδικότερα: 1)σε χρόνο που δε διακριβώθηκε, εντός πάντως του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του οικοδομικού έργου ...
Κ. Α., χωρίς να έχει γίνει επιτόπιος έλεγχος, να τεθεί επί της πινακίδας σφραγίδα και ημερομηνία εκκαθάρισης, με συνέπεια να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία 385,67 ευρώ, 2) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ... Τ. Μ., χωρίς να έχει γίνει επιτόπιος έλεγχος, να τεθεί επί του έργου σφραγίδα και ημερομηνία εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία 82,71 ευρώ. 3) στον ίδιο χρόνο έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Ι. Μ., χωρίς να έχει γίνει επιτόπιος έλεγχος, να τεθεί σφραγίδα και ημερομηνία εκκαθάρισης, και ενώ υπήρχε στο έργο υπόλοιπο προς καταλογισμό 2 ημερομισθίων (για τοιχοποιία και επιχρίσματα), τα οποία δεν καταλόγισε, με αποτέλεσμα την οικονομική ζημία του ΙΚΑ κατά ποσό 81,92 ευρώ. 4) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Γ. Φ., χωρίς να καταχωρήσει την ημερομηνία στην πινακίδα κι ενώ το έργο όφειλε 10 ημερομίσθια της Β’ φάσης με συνέπεια την ζημία του ΙΚΑ κατά ποσό 737,16 ευρώ. 5) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ... Σ. Σ., στην οποία έθεσε την σφραγίδα "εκκαθάριση οικοδομικού έργου" χωρίς ημερομηνία καταχώρησης στην πινακίδα κι ενώ οφείλονταν 22 ημερομίσθια για εργασίες τοιχοποιίας και επιχρισμάτων, τα οποία δεν είχε καταλογίσει την 28/6/2001, όταν συνέταξε τις ..., για εργασίες δαπέδων και χρωμάτων, ώστε λόγω παρέλευσης δεκαετίας να παραγραφούν οι εισφορές και να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία 955,95 ευρώ. 6) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Κ. Σ., στην οποία έθεσε την σφραγίδα "εκκαθάριση οικοδομικού έργου" χωρίς ημερομηνία καταχώρησης στην πινακίδα κι ενώ το έργο όφειλε 28 ημερομίσθια για χρωματισμούς, τα οποία δεν είχαν καταλογισθεί με τις ... με συνέπεια, λόγω παρέλευσης δεκαετίας να παραγραφούν οι εισφορές και να υποστεί το 1ΚΑ οικονομική ζημία 1.396,65 ευρώ, 7) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Κ. Θ., στην οποία έθεσε την σφραγίδα "εκκαθάριση οικοδομικού έργου" χωρίς ημερομηνία καταχώρησης στην πινακίδα και ενώ το έργο όφειλε 5 ημερομίσθια για χρώματα, τα οποία δεν είχε καταλογίσει με τις ..., με συνέπεια, να υποστεί το 1ΚΑ οικονομική ζημία 315,62 ευρώ 8) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Β. Γ., στην οποία έθεσε την σφραγίδα "εκκαθάριση οικοδομικού έργου" χωρίς ημερομηνία καταχώρησης στην πινακίδα κι ενώ το έργο όφειλε 15 ημερομίσθια για χρώματα υπογείου και ισογείου, χρονικής περιόδου 6/1999, τα οποία δεν είχαν καταλογισθεί με τις ... με συνέπεια να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία 1.247,21 ευρώ, 9) τον Μάρτιο του 2002 έθεσε στο αρχείο την πινακίδα του έργου με ...
Π. Ε., στην οποία έθεσε την σφραγίδα "εκκαθάριση οικοδομικού έργου" χωρίς ημερομηνία καταχώρησης στην πινακίδα κι ενώ το έργο όφειλε 10 ημερομίσθια Β’ φάσης, τα οποία δεν είχε καταλογίσει με τις ... με συνέπεια, να υποστεί το ΙΚΑ οικονομική ζημία από απώλεια εισφορών ποσού 389,90 ευρώ.
Ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον ίδιο και στους κυρίους των έργων με ζημία του ΙΚΑ το οποίο υπέστη συνολική ζημία από απώλεια εισφορών ποσού 5.592,79 ευρώ (385,67 + 82,71 + 81,92 + 737,16 + 955,95 + 1.396,65 + 315,62 + 1.247,21 + 389,9).
Με τις ανωτέρω ενέργειές του, όπως αναφέρθηκαν ειδικότερα ανωτέρω υπό τα στοιχεία (Α), (Β) και (Γ), ο κατηγορούμενος ζημίωσε και οπωσδήποτε απείλησε πρόκληση ζημίας στην περιουσία του ΝΠΔΔ ΙΚΑ κατά τα ανωτέρω ποσά των 242.806, 95 ευρώ, καθώς επίσης και ευρώ: 23.397,37 και 5.592,79, κατά την ανωτέρω ενδελεχή ανάλυση".
Η διαληφθείσα ως άνω αιτιολογία, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αλλά τυπική, καθ’ όσον στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης δεν περιελήφθη ίδιο σκεπτικό στο οποίο να περιέχονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, έστω και με μερική παραπομπή στο διατακτικό, αλλά έγινε απλή παράθεση φωτοτυπικών αντιγράφων μερικών από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία σημειωτέον δεν αφορούσαν αποκλειστικά τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, αλλά και άλλους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.
του υποκαταστήματος της ..., γενικές και αόριστες κρίσεις για την αξιοπιστία ή μη των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, χωρίς κανένα νομικό ή πραγματικό συλλογισμό. Οι ως άνω ελλείψεις του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ισοδυναμούν με καθολική παραπομπή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το οποίο διαλαμβάνει το υποκειμενικό και τα αντικειμενικά στοιχεία των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να συμπληρώσει στο σύνολό του το αιτιολογικό αυτής, δεδομένου ότι αυτό παραθέτει απλώς τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, χωρίς ειδικότερες σκέψεις και συλλογισμούς για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν στο ακροατήριο από τα εισφερθέντα σ’ αυτό αποδεικτικά μέσα με γνώμονα τα οποία, και υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας στην καταφατική περί ενοχής κρίση του.
Συνεπώς, η άνω ουσιαστικά, ολική παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 74/2016,1150/2014), και ο σχετικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής.
Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο σύνολό της, στο ίδιο δικαστήριο ( άρθρο 519 του ΚΠΔ),αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 1655/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ