Legislator Case Law & Legislation
1444/2015 AI generated

1444/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1444/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1444/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τόσο ο γενικότερος τρόπος απόδοσης της υπογραφής, όσο, ειδικότερα, ο τρόπος επιδιόρθωσης του εναρκτήριου "Θ" με την επαναχάραξή του με ζωγραφική κίνηση και με τον επιπρόσθετο καμπυλοειδή σχηματισμό στην κορυφή του, καταδεικνύουν την προσπάθεια του συντάκτη της για επιδιόρθωση του αρχικού υπογραφικού σχήματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1444 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1444/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Γ. Κ. του Θ., 2) Θ. Κ. του Γ., 3) Π. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 4) Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Αναστασόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Σ. Α. το γένος Θ. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νέστωρος Αποστολακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4945/2010, 3724/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 6861/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-4-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 2-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κλπ., όχι δε και αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [Ολ.

ΑΠ. 2/2008], επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία κατ’ είδος των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των αρ. 10 και 11γ’ του ΚΠολΔ. με το να δεχθεί ότι "η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί ούτε υπογραφεί από το θανόντα Θεόδωρο Κωνσταντακόπουλο. Στο συγκεκριμένο συμπέρασμα καταλήγει το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο κείμενο αυτής διαπιστώθηκαν από τους διενεργήσαντες γραφολογική έρευνα (πραγματογνώμονα και τεχνικό σύμβουλο) γραφολογικά σημεία, όπως κυρίως έλλειψη αυθορμητισμού και γραφικής συνέχειας, έλλειψη αρμονίας και ομοιογένειας στη γενική φυσιογνωμία του κειμένου και ετερογένεια των ανομοιοτήτων μεταξύ των γραφικών στοιχείων, καθώς και παρουσία πλήθους επιχαράξεων, επιδιορθώσεων και προσθετικών γραμμών κατά την αποτύπωση των γραφικών στοιχείων, στη δε υπογραφή, η οποία αποδίδεται στο συντάκτη της διαθήκης διακρίνεται διπλοχάραξη όλων των στοιχείων σύνθεσής της, ενώ στα γράμματα "Θ" και "π" εντοπίζονται και περισσότερες προσθετικές γραμμές.

Τόσο ο γενικότερος τρόπος απόδοσης της υπογραφής, όσο, ειδικότερα, ο τρόπος επιδιόρθωσης του εναρκτήριου "Θ" με την επαναχάραξή του με ζωγραφική κίνηση και με τον επιπρόσθετο καμπυλοειδή σχηματισμό στην κορυφή του, καταδεικνύουν την προσπάθεια του συντάκτη της για επιδιόρθωση του αρχικού υπογραφικού σχήματος.

Από την περαιτέρω συγκριτική αντιπαραβολή του κειμένου και της υπογραφής της ένδικης διαθήκης με το προς σύγκριση γραφολογικό υλικό, που έκαναν χρήση οι ως άνω γραφολόγοι, ήτοι φορολογικές δηλώσεις και αιτήσεις ενώπιον διαφόρων δημοσίων αρχών του διαθέτη, διαπιστώθηκε ότι 1) Η υπογραφή επί της διαθήκης διαφοροποιείται πλήρως σε σχέση με τις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη σε υπογραφικό τύπο, καθόσον η πρώτη αποτυπώνει ολογράφως το επώνυμο μαζί με το αρχικό γράμμα "Θ" του ονόματος, ενώ οι γνήσιες υπογραφές είναι συμβολικού και μονογραφικού τύπου. 2) Τόσο η ολόγραφη υπογραφή όσο και η υπό κρίση γραφή της επίδικης διαθήκης, διαφοροποιούνται στη γενική φυσιογνωμία, στο βαθμό αυθορμητισμού, στην ταχύτητα και στη γραφική δεξιότητα του φερόμενου ως διαθέτη.

Η εικόνα είναι διαφορετική, αποσπασματική, χωρίς γενική ομοιομορφία και αρμονία των γραφικών στοιχείων που τη συνθέτουν. Η ταχύτητα είναι διστακτική και ανομοιογενής, με συνεχώς διακοπτόμενη ροή, δίνοντας στο κείμενο μία σφιγμένη και αποσπασματική εικόνα χωρίς αυθορμητισμό και φυσικότητα των γραφικών κινήσεων.

Οι συνεχείς επιδιορθώσεις, επαναχαράξεις, προσθετικές γραφικές κινήσεις και κατατμημένες χαράξεις καταδεικνύουν την απουσία φυσικότητας και αυθορμητισμού, ο δε μεγάλος βαθμός ποικιλομορφίας κατά τη χάραξη των γραφικών στοιχείων επιβεβαιώνει την απουσία σταθερής ταυτότητας και προσωπικότητας στην κρινόμενη γραφή. 3) Οι διαφορές των ως άνω στοιχείων μεταξύ της επίδικης διαθήκης και των προς σύγκριση γνησίων εγγράφων, δεν δικαιολογούνται από την ηλικία ή την κατάσταση υγείας του διαθέτη, καθότι, ούτε η γραφή επί της διαθήκης, ούτε η προς σύγκριση γραφή και υπογραφές δεν παρουσιάζουν ανάλογα γραφολογικά γνωρίσματα, που να επιβεβαιώνουν αλλοιώσεις ή παραμορφώσεις της γραφικής κίνησης του φορέα τους και 4) όσον αφορά τις ομοιότητες σε κάποια επιμέρους γραφικά στοιχεία αφορούν μόνο τη μορφή κάποιων γραμμάτων και δεν συγκαταλέγονται στα ασυνείδητα γραφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής, αποτελώντας έτσι εικόνες, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο απομίμησης και αντιγραφής από τρίτο πρόσωπο", καθόσον, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά (κατάσταση υγείας διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης που επηρεάζει τον τρόπο γραφής και υπογραφής) χωρίς απόδειξη και τούτο συνέβη επειδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο μαζί με τις προτάσεις, ήτοι την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πρόταση της ήδη αναιρεσίβλητης, μάρτυρα Σ.

Α., συζύγου της αναιρεσίβλητης, καταγεγραμμένη στα υπ’ αριθμ. 211/2008 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου, που δίκασε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων αυτής (ήδη αναιρεσίβλητης) σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της άνω διαθήκης. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από αυτήν και ειδικότερα από την αναφορά της ότι οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης (οι εναγόμενοι δε γνωστοποίησαν μάρτυρα) που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου...

της με αριθμ. κατ. 156/20-5-2001 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας με την 4945/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Κ.-Π., γραφολόγου, της από 10-8-2007 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Ι. Δ., η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο... και των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τη φερόμενη ως αγνοηθείσα μαρτυρική κατάθεση, την οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, προκειμένου να συναχθεί το αποδεικτικό πόρισμα, όπως τα άρθρα 339, 340 εδ.

α’ και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, καθόσον από αυτήν (απόφαση) προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις άνω εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας γραφολόγου και του τεχνικού συμβούλου καθώς και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγική αξίωση που δίκασε κατ’ ουσία, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Α., που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στην κατ’ έφεση δίκη, αυτοί πράγματι επικαλέστηκαν και δήλωσαν ότι προσκόμισαν το έγγραφο αυτό, και συνεπώς δεν κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του χωρίς απόδειξη.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.ΑΠ. 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσαρμόστηκαν. Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα εκ της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει βάσει αυτών την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (Α.Π. 1025/2014).

Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1413/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 1 εδ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλεται ότι: α) ο μάρτυρας αποδείξεως Σ. Α., σύζυγος της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του ακροατηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), κατά τις συνεδριάσεις στις 11 και 13 Μαΐου 2010 (αριθμ. πρακτικών 211 και 4945/2008) κατέθεσε ενόρκως, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Τότε είχε πολύ καλή σχέση με τη γυναίκα μου, παρόλα αυτά την αδίκησε, της έδωσε αυτά που είχαν λιγότερη αξία.

Περιμέναμε μπας και έρθουνε τα κουνιάδια μου να τα βρούνε, με τα αδέλφια της πάλι. Να μη φτάσουμε στα δικαστήρια και για αυτό στείλαμε το εξώδικο και δεν παρουσιαστήκανε. Παρουσιαστήκατε εσείς (ο Δικηγόρος μας) μόνο, ενώ μπορούσαν άμα ήταν σωστοί και ήταν σωστή η διαθήκη να ‘ ρθουνε και αυτοί μαζί σας και να πούνε "έλα εδώ αδελφή να σου δώσουμε και το σπίτι, να σου δώσουμε το 1 εκατ.

ευρώ (σχήμα λόγου, γιατί δεν υπήρχε τέτοιο ποσό) και να μην πάμε στα Δικαστήρια. Δεν ήρθαν να το κάνουν...", ενώπιον δε του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη συνεδρίαση της 21-1-2013 (αριθμός πρακτικών 3724/2013) κατέθεσε ενόρκως, μεταξύ άλλων τα εξής: "Αμφισβητούμε ότι αυτή η διαθήκη είναι γνήσια, γιατί, σας λέω ότι στη διαθήκη, που την πήραμε εμείς, έγραφε μέσα δύο κτήματα τρία στη γυναίκα μου τέσσερα και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας".

β) Από τις ανωτέρω καταθέσεις σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αντίδικός μας και ο σύζυγός της απευθυνόντουσαν κρυφά από εμάς σε γραφολόγους (τεχνικό σύμβουλο και πραγματογνώμονα) και μας ενημέρωναν εκ των υστέρων, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ούτε η αντίδικός μας δεν πιστεύει ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι γνήσια.

Το μόνο που πιστεύει είναι ότι ο διαθέτης την αδίκησε. Στο συμπέρασμα αυτό δύναται να καταλήξει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας. Είναι λοιπόν προφανές ότι η αντίδικός μας θεωρεί ότι αδικήθηκε με τη διαθήκη και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να αποδείξει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο ότι η διαθήκη αυτή δεν ήταν γνήσια με απώτερο σκοπό να αποκομίσει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος από την κληρονομιαία περιουσία παρά τη βούληση του διαθέτη.

Και γ) Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προφανή αυτόν ισχυρισμό μας (που τον είχαμε προβάλει από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου. Έτσι, όμως, προσάπτεται πράγματι στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα λόγω μη χρησιμοποιήσεως του, φερόμενου ως υπάρχοντος, ανωτέρω διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, της γνησιότητας δηλαδή ή μη της από 29-10-1993 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος Θ.

Κ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παράβαση των κατά το άρθρο 559 αρ. 1 β’ ΚΠολΔ. διδαγμάτων κοινής πείρας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη των αναιρεσειόντων δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή τους προκύπτει αντίθετο πόρισμα που είχε ως αποτέλεσμα την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου, τους οποίους δεν αναφέρουν, δηλαδή, με το λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, με το πρώτο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 β’ και 11 γ’ ΚΠολΔ., ψέγεται το Εφετείο ότι "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιβεβαιώνονταν από τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν (τις ανωτέρω καταθέσεις του μάρτυρα - συζύγου της αναιρεσίβλητης - καταγεγραμμένες σε πρακτικά συνεδριάσεων Δικαστηρίου), είχε δε αυτό ως αποτέλεσμα την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου".

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για τη θεμελίωση των ανωτέρω πλημμελειών στοιχεία και ειδικότερα δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και το αποδιδόμενο στο Εφετείο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικανικού συλλογισμού του, δεν καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν από την κατάθεση του άνω μάρτυρα καθώς και ο λόγος για τον οποίον ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε, κυρίως, ποιον συγκεκριμένα αυτοτελή ισχυρισμό δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθινό χωρίς απόδειξη, αν αυτός ήταν νόμιμος και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τους αναιρεσείοντες το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η διάταξη του άρθρου 375 του ΚΠολΔ., η οποία ορίζει ότι "αντίγραφο της απόφασης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει" δεν έχει οριστεί με ποινή την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης κατά τις περιπτώσεις 1 και 2 του αρθρ. 159 του ίδιου Κώδικα, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αυτής στην περίπτωση 3 αυτού, δηλαδή αν το δικαστήριο κρίνει ότι η παραβίαση αυτή προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά.

Μόνο, όμως, ο μη διορισμός τεχνικού συμβούλου δεν αρκεί για να θεμελιώσει βλάβη, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 392 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ., ο διορισμός του μπορεί να γίνει και μετά την πραγματογνωμοσύνη έως τη συζήτηση της υπόθεσης και να αναπτύξει και τη γνώμη του για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου ή να την υποβάλει εγγράφως, να υποβάλει δε και ερωτήσεις στους πραγματογνώμονες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. του ΚΠολΔ. για την πραγματογνωμοσύνη, δεν απορρέει υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τους διαδίκους να του προσκομίσουν στοιχεία. Απεναντίας, από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και με άδεια του δικαστηρίου να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους ή να καταρτίσουν σχέδια ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να κάνουν επιτόπιο εφαρμογή τίτλων ή τεχνικές ενέργειες ή να εξετάσουν έγγραφα ή βιβλία εμπόρων ή επαγγελματιών.

Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα σύνταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου. Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 του ΚΠολΔ το δικαστήριο, από τη μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (Α.Π. 624/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 4945/2010 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς τους περί ακυρότητας της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, που είχαν προβάλει νόμιμα με τους δεύτερο και τρίτο (κατά το ένα σκέλος του) λόγους της έφεσής τους, τους οποίους επικαλέστηκαν για την κήρυξη της σχετικής ακυρότητας και συγκεκριμένα ότι "α) δεν τους επιδόθηκε η απόφαση που διέταξε τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, β) δεν κλήθηκαν να παραστούν κατά τη διεξαγωγή αυτής, με αποτέλεσμα να στερηθούν του δικαιώματος να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο σύμφωνα με το άρθρο 391 ΚΠολΔ.

προς άσκηση των δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 ιδίου Κώδικα, ενώ ούτε ειδοποιήθηκαν από την ορισθείσα πραγματογνώμονα να της προσκομίσουν τα στοιχεία τα οποία διέθεταν, γ) η πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη της ιδιωτικά έγγραφα και δ) η γνωμοδότηση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα", δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε από την ορισθείσα πραγματογνώμονα, Χ.

Κ. - Π., δικαστική γραφολόγο-φιλόλογο, χωρίς μέχρι τη διεξαγωγή της να έχουν λάβει γνώση της ως άνω 4945/2010 απόφασης, που διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη, με αποτέλεσμα να στερηθούν του δικαιώματος να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο σύμφωνα με το άρθρο 391 ΚΠολΔ. προς άσκηση των δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 του ίδιου Κώδικα, ενώ ούτε ειδοποιήθηκαν από την ορισθείσα πραγματογνώμονα να της προσκομίσουν τα στοιχεία τα οποία διέθεταν (έγγραφα - δειγματικό υλικό) ώστε να αποδείξουν την εγκυρότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, με το εξής σκεπτικό: "Ο ερευνώμενος αυτός λόγος έφεσης, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι εκκαλούντες υπό τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν υπέστησαν βλάβη, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, αφού και μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης μπορούσαν να ορίσουν τεχνικό σύμβουλο προς άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 ΚΠολΔ., πέραν άλλωστε του ότι 1) η υποχρέωση κοινοποίησης της απόφασης περί διορισμού της πραγματογνώμονα βάρυνε το Δικαστήριο και όχι την αντίδικο των εκκαλούντων, 2) ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων Μιχαήλ Αντωνόπουλος παραστάθηκε κατά την όρκιση της διορισθείσας πραγματογνώμονα, κατά την οποία μάλιστα η ενάγουσα διόρισε και τεχνικό σύμβουλο (βλ.

υπ’ αριθμόν 246/13-12-2010 έκθεση όρκισης του Πολ. Πρωτ. Αθηνών), 3) η πραγματογνώμονας δεν είχε υποχρέωση να τους ειδοποιήσει να της προσκομίσουν έγγραφα και να παρευρεθούν κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, 4) από την επισκόπηση της κατατεθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αποδεικνύεται ότι αυτή στηρίχθηκε σε δημόσια έγγραφα (φορολογικές δηλώσεις και αιτήσεις προς αρχές με ένδειξη Β1 έως Β12) που έφεραν την υπογραφή του διαθέτη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μπορούσε, εκτιμώντας ελεύθερα την πραγματογνωμοσύνη, εάν το είχε κρίνει σκόπιμο, να είχε διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα και 5) η εκπρόθεσμη υποβολή της έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 20-5-2011, ενώ η πραγματογνώμονας ορκίσθηκε την 13-12-2010 και έπρεπε κατά την απόφαση που τη διόρισε να την υποβάλει εντός μηνός από την όρκιση, δεν δημιουργεί ακυρότητα".

Οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι οι αναιρεσείοντες υπό τα επικαλούμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν υπέστησαν βλάβη, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, αφού μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης μπορούσαν να ορίσουν τεχνικό σύμβουλο προς άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 ΚΠολΔ., πέραν άλλωστε του ότι η πραγματογνώμονας δεν είχε υποχρέωση να τους ειδοποιήσει να της προσκομίσουν τα ως άνω στοιχεία και να παρευρεθούν κατά την όρκιση αυτής, διότι στις πράξεις που θα ακολουθούσαν προς επιτέλεση του έργου της δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται οι διάδικοι ή οι τεχνικοί τους σύμβουλοι και συνακόλουθα η παράλειψη κλητεύσεώς τους δεν επιφέρει ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων κατά την έννοια των άρθρων 382 παρ. 1 και 392 παρ.2 ΚΠολΔ. (Α.Π. 1025/2014) και ως εκ τούτου οι αναιρεσείοντες δεν αποκλείστηκαν από την αποδεικτική διαδικασία ώστε να προξενηθεί σ’ αυτούς δικονομική βλάβη, το δε Εφετείο μπορούσε, εκτιμώντας ελεύθερα την πραγματογνωμοσύνη εάν το είχε κρίνει σκόπιμο, να είχε διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από την ίδια ή άλλο πραγματογνώμονα.

Ειδικότερα, η αιτίαση, που αφορά στον ισχυρισμό παράλειψης κλητεύσεως των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτη, αφού η αφορώσα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης γραφολογική έρευνα δεν είναι διαδικαστική πράξη και για αυτό δεν υφίσταται παραβίαση των επικαλούμενων διατάξεων από τη μη κλήτευση για παράσταση σ’ αυτήν των αναιρεσειόντων και του τεχνικού τους συμβούλου και συνακόλουθα δεν συνέτρεχε περίπτωση απαγγελίας ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμη, αφού η ομολογούμενη παράσταση του δικηγόρου των αναιρεσειόντων, έστω μόνο, κατ’ αυτούς, για την υποβολή αιτήματος αναβολής της όρκισης, καταδεικνύει ότι αυτοί κλήθηκαν για να παραστούν κατά την όρκιση της πραγματογνώμονος προκειμένου να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο και να της παραδώσουν τα χρήσιμα για την πραγματογνωμοσύνη έγγραφα που κατείχαν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη ισχυρισμών ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης εξαιτίας της μη έρευνας των στοιχείων της δικογραφίας και για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου περιέχει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (επικυρωτική πρωτοβάθμιας αναγνωριστικής της ακυρότητας διαθήκης), παραβίασε το άρθρο 106 του ν.δ. 118/1973, που κυρώθηκε με το ν. 2961/2001, δια της μη αναστολής της προόδου της δίκης, που είχε αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του Θ.

Κ., παρά τη μη προσαγωγή πιστοποιητικού Οικονομικού Εφόρου για υποβολή από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα φορολογικής δηλώσεως ως προς την κληρονομία του άνω διαθέτη. Η περί αναστολής όμως της προόδου της δίκης, έως την προσαγωγή του πιστοποιητικού, διάταξη της παρ. 2 του προαναφερόμενου άρθρου, η οποία (σε συνδυασμό με εκείνη της προηγούμενης παραγράφου) φέρεται παραβιασθείσα, δεν συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου ώστε η παραβίασή της να δικαιολογεί αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ. (διάταξη που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται).

Η δε, διατυπούμενη στον ανωτέρω τέταρτο λόγο, αιτίαση υπερβάσεως από την προσβαλλόμενη απόφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων με το να επέμβει παρά το νόμο (άρθρο 2 ΚΠολΔ.) σε υπόθεση των φορολογικών αρχών (άρθρο 599 αρ. 4 ΚΠολΔ.), δεχόμενη εσφαλμένα ότι δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού επειδή "η αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας διαθήκης δεν αφορά ευθέως περιουσιακό στοιχείο, δεν ευσταθεί, αφού με την ένδικη αγωγή η αναιρεσίβλητη ζητούσε όχι μόνο να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης αλλά και να αναγνωριστεί ότι τυγχάνει, κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου, κληρονόμος εξ αδιαθέτου του διαθέτη πατέρα της Θ.

Κ.", είναι αβάσιμη. Όχι μόνο επειδή οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου, επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς και δεν καθιερώνουν δικονομικό απαράδεκτο υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ. (βλ. Ολ.Α.Π. 1331/1985), αλλά και διότι η αναστολή, προϋποθέτουσα δίκη που να αφορά ευθέως περιουσιακό στοιχείο κτώμενο αιτία θανάτου (βλ.

και άρθρα 1, 2, 5, 61 του ν.δ. 118/1973), δεν επιβάλλεται και στην περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης είναι η δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης, (Α.Π. 1512/1991), όπως εν προκειμένω, αφού το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 3724/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αυτήν ( απόφασή του) έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η από 21-10-1993 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος στις 4-1-2007 δεν είναι γνήσια.

Ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., περιέχει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο θα έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 462 ΚΠολΔ., κατά το οποίο αν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον ορισμένου προσώπου, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε να αναβάλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίκης, είτε να διατάξει αποδείξεις για την πλαστότητα και να αναβάλει τη δίκη μέχρι να αποφανθεί το ποινικό δικαστήριο επί της με Α.Β.Μ.

Δ2011/4061/2011 και με ημερομηνία 30-9-2011 μήνυσης, που υπέβαλε η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων για πλαστογραφία μετά χρήσεως, η οποία, εκκρεμεί ενώπιων του 31ου τακτικού ανακριτή Αθηνών, κάνοντας ουσιαστικά δεκτό το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους και όχι να τον απορρίψει.

Όμως, ανήκει στη δικαιοδοσία του Εφετείου να κρίνει για την εφαρμογή του άρθρου 462 ΚΠολΔ. περί του αν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας κατά ορισμένου προσώπου και γι’ αυτό ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος και απαράδεκτος, διότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, ναδιαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.,που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2015 αίτηση των: 1) Γ. Κ. του Θ., 2) Θ. Κ. του Γ., 3) Π. Κ. του Γ. και 4) Β. Κ. του Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6861/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ