1444/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1444/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).
Full text
Απόφαση 1444 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1444/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1925/2006 και 1618/1996 προδικαστικές, 3170/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2001/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Μαρτίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 2001/2012 του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό, και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι έχει παραγραφεί η αγωγική αξίωσή της για αδικοπρακτική αποζημίωση εξαιτίας παράνομης απόρριψης αίτησης επαναφοράς της στην υπηρεσία της με την 29/1-11-1983 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 του ν.δ. 76/1974 του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που ακυρώθηκε με την 208/1986 απόφαση της Ειδικής Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Κρίσης του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3170/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μη λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό αυτής, ότι από το τέλος του έτους 1983, κατά το οποίο δημοσιεύτηκε η ζημιογόνος απόφαση (29/1-11-1983) και άρχισε, κατά την αναιρεσείουσα, η παραγραφή της σχετικής αξίωσης, μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 3-10-1988, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969, αλλά ούτε είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της έφεσης λόγω των διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων που ακολούθησαν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεχόμενο, βάσει του ν. 193/1975, ότι η αγωγική αξίωση αποζημίωσης γεννήθηκε και έγινε δικαστικά επιδιώξιμη στο σύνολό της (και για τις προβλεπτές μελλοντικές επιζήμιες συνέπειες της επίδικης χρονικής περιόδου), την 23η/5/1982, ήτοι μετά δίμηνο από την υποβολή της από 23-3-1982 αίτησής της για επαναφορά στην ενεργό υπηρεσία, καθώς και ότι η πενταετής παραγραφή αυτής άρχισε από τη λήξη του αντίστοιχου έτους, ήτοι από 1η/1/1983, αντιμετώπισε και έκρινε εκ του πράγματος ως απορριπτέο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό (για έναρξη της παραγραφής από 1-1-1984 και μη συμπλήρωσή της κατά την άσκηση της αγωγής) και επίσης έκρινε ρητά ως αβάσιμη και απορριπτέα τη σχετική αντένσταση της αναιρεσείουσας για διακοπή της παραγραφής.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η βάση της ένδικης αγωγής κατά επισκοπούμενο περιεχόμενό της και τις διατάξεις στις οποίες στηρίζεται ιδιαίτερα εκείνες του Ν. 193/1975 είναι μία, στηριζόμενη συνδυαστικά στην παράνομη παράλειψη της αρμόδιας πρωτοβάθμιας επιτροπής να εκφέρει γνωμοδότηση και στην παράνομη παράλειψη του Υπουργού Υγείας να εκδώσει απόφαση για επαναφορά της ενάγουσας στην υπηρεσία, από την οποία αυτή είχε αποχωρήσει κατά την περίοδο της δικτατορίας, μέσα στην προβλεπόμενη δίμηνη προθεσμία από την υποβολή της σχετικής αίτησής της, οπότε η ενάγουσα θα αναλάμβανε υπηρεσία από 1-6-1982, θα προαγόταν βαθμολογικά και μισθολογικά όπως αναφέρει στην αγωγή της και δεν θα ζημιωνόταν κατά την χρονική περίοδο από 1-6-1982 έως 3-10-1986 με το ζητούμενο συνολικό ποσό των 3.326.531 δρχ.
Η δε αναφορά στην αγωγή των περιστατικών της αρνητικής γνωμοδότησης με την απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής (29/1-1-1983) και της θετικής γνωμοδότησης με την απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής (208/3-3-1986), από τις οποίες η δεύτερη ακύρωσε την πρώτη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής (ιδίως σελ. 3 και 9), γίνεται ως παράθεση μεταγενέστερων περιστατικών εξέλιξης της ίδιας ζημιογόνου κατάστασης, η οποία προκλήθηκε από τις προαναφερόμενες συνδυαστικές παραλείψεις της πρωτοβάθμιας επιτροπής και του Υπουργού Υγείας να ενεργήσουν για την νόμιμη επαναφορά της ενάγουσας στην υπηρεσία της μέσα στην τασσόμενη από τον ν. 193/1975 δίμηνη προθεσμία, και όχι ως περιστατικά θεμελιωτικά αυτοτελούς αγωγικής βάσης της ένδικης αξίωσης, η οποία εφόσον κατά νόμο είχε ενιαία αφετηρία εκείνης της 23-5-1982, δεν ήταν εκ των υστέρων δυνατό να αφετηριασθεί αυτοτελώς από την άποψη των συνεπειών της παραγραφής της και από τις μεταγενέστερες ενέργειες των οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση" νοείται οποιαδήποτε αυτοτελής αίτηση διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας κάθε μορφής, η οποία δημιουργεί εκκρεμοδικία, όπως είναι ιδίως η αγωγή, η κύρια παρέμβαση, τα ένδικα μέσα κλπ., καθώς και η μη αυτοτελής αίτηση διαδίκου κατά τη διαδρομή δικαστικού αγώνα, εφόσον αυτή προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).
Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται αν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται σιωπηρή απόρριψη του ή αν το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναίρεσης, ώστε να συνάγεται από αυτόν σε ποιον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ εμπίπτει, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου απαιτείται, τις παραδοχές αυτής, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αίτηση αδίκαστη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν κάνει καμία μνεία ως προς την αίτηση που φέρεται ως αδίκαστη, καθώς επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή ήταν παραδεκτή και νόμιμη και, ως εκ τούτου, ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Mε τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, άφησε αδίκαστο το αίτημα της από 7-7-1995 αγωγής της για επιδίκαση αποζημίωσης 2.091.784 δρχ. από την παράνομη και ζημιογόνο απόφαση 29/1-11-1983 της προαναφερόμενης επιτροπής, το οποίο αίτημα έπρεπε να δικαστεί και να γίνει δεκτό, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, η σχετική αξίωση δεν είχε παραγραφεί.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης εκδικάστηκε και απορρίφθηκε λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης με την 3170/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η οποία, αφού έκρινε και αυτή ότι η αγωγική αξίωση αποζημίωσης ήταν ενιαία, γεννήθηκε μία φορά στις 23-5-1982 κατά την προαναφερόμενη έννοια και είχε παραγραφεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (βλ.
ΑΠ 1852/07 για έννοια δημόσιας τάξης). Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παραβίαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της εφετειακής απόφασης τις εξής αιτιάσεις: α) Ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη οι αποφάσεις 625/2003 του ΣτΕ και 5470/2003 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, έκριναν δεσμευτικά ότι οι αγωγικές αξιώσεις της γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες από την παρέλευση κάθε ημέρας του χρονικού διαστήματος από 23-5-1982 έως 3-10-1986 και ότι η παραγραφή αυτών άρχισε από το τέλος κάθε αντίστοιχου έτους, και όχι από το τέλος του έτους 1982, κατά τη διάρκεια του οποίου συντελέστηκαν οι ζημιογόνες παραλείψεις της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας επιτροπής και του Υπουργού Υγείας.
β) Ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκε υπόψη ότι η πενταετής παραγραφή της αγωγικής αξίωσης είχε διακοπεί από τις επίσης προαναφερόμενες αποφάσεις της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας επιτροπής, που γνωμοδότησαν (αρνητικά η πρώτη και θετικά η δεύτερη) για την αίτηση επαναφοράς της αναιρεσείουσας στην υπηρεσία της και από τις αποφάσεις Δ1α/31082/17-6-1986 και Δ1α/41158/10-9-1986 του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που την επανέφεραν στην υπηρεσία της.
Και γ) Ότι η αγωγική αξίωση αποζημίωσης έγινε δικαστικά επιδιώξιμη από την έκδοση της 208/3-3-1986 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσης του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η δε παραγραφή αυτής άρχισε από το τέλος του έτους 1986, χωρίς να έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αρχικής αγωγής στις 18-10-1988.
Ο παρών λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίαση με στοιχείο α', είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις έχουν ληφθεί υπόψη και μνημονεύονται ρητά από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι με την 625/2003 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι η αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη από τις 23-5-1982, μετά δίμηνο από την υποβολή της αίτησής της για επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία και ότι τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία μόνο για μέρος του αγωγικού χρονικού διαστήματος, δηλαδή από 11-6-1985 έως 3-10-1986, ενώ για το λοιπό χρονικό διάστημα από 1-6-1982 έως 10-6-1985 έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, καθώς και ότι με την 5470/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά παραπομπή της υπόθεσης από το ΣτΕ, επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα αποζημίωση 1.206.830 δρχ. για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, από 11-6-1985 έως 3-10-1986.
Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις με στοιχείο β' και γ', είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, επειδή οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί, που συνάπτονται με την έναρξη, τη διακοπή και τη συμπλήρωση της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο όπως αυτοί είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς τους στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτοί είχαν προβληθεί παραδεκτά και νόμιμα.
Επιπλέον η αιτίαση υπό στοιχείο β' είναι απορριπτέα και για τον λόγο ότι τα επικαλούμενα σαν διακοπτικά της παραγραφής περιστατικά δεν συνιστούν κανέναν από τους νόμιμους λόγους διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης σε βάρος του Δημοσίου, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 95 του ν.δ. 321/1969 (υποβολή της διαφοράς για επίλυση σε δικαστήριο ή σε διαιτητές κλπ.), και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνουν παραδεκτή πλημμέλεια από τον αρ. 8 ή άλλη πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης η αιτίαση υπό στοιχείο γ', ότι η αγωγική αξίωση έγινε δικαστικά επιδιώξιμη από την έκδοση της απόφασης 208/3-3-1986 της αρμόδιας επιτροπής δευτεροβάθμιας κρίσης και ότι η παραγραφή αυτής άρχισε από το τέλος του έτους 1986, χωρίς να έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση, στις 18-10-1988, της αρχικής αγωγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, είναι απορριπτέα και επειδή ο σχετικός ισχυρισμός αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 241/1993 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων και επικυρώθηκε ως προς το σχετικό κεφάλαιο από την προαναφερόμενη απόφαση 625/2003 του Σ.τ.Ε., με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας γεννήθηκε μετά δίμηνο από την υποβολή της αρχικής αίτησής της για επαναφορά της στην υπηρεσία κατά τον ν. 193/1975, καθώς και ότι η ενάγουσα δεν εμποδιζόταν να ασκήσει παράλληλα σχετική αγωγή αποζημίωσης του άρθρου 105 Εισαγ.
Ν. ΑΚ στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία μπορούσαν, κατά τα άρθρα 1 και 2 ΚΠολΔ, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα και τα κύρος των ενδίκων διοικητικών πράξεων και παραλείψεων. Κατόπιν αυτών και αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά την αναιρετική δίκη, μειωμένα βάσει του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2001/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ