Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of driver liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident. The appellant, a motorcyclist, argued the taxi driver was at fault for not maintaining safe distance, but the court found the motorcycle's sudden, uncontrollable movement into the taxi's path was the primary cause. The court ruled that the lower court correctly applied substantive law and did not commit procedural errors, thus rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's decision is not subject to cassation if it is based on clear, sufficient, and consistent reasoning that allows for the correct application of substantive law regarding fault in a traffic accident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1444 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1444/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ.-Ά., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ρ. του Ν., 2. Σ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ, Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε," η οποία εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Κοπακάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4. Π. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 5. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1025/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9510/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 190/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Εκδόθηκε η 522/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών της οποίας την αναίρεση ζητούν οι 4ος και 5ος των ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 6-10-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 247/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Εκδόθηκε η 1845/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 8-2-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 26-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 4ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος εκ των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Όπως, όμως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 8615Β/28-2-2013, 8614Β/28-2-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... καθώς και την υπ' αριθ. 809Γ/15-3-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβή κεκυρωμένα αντίγραφα της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τη κάτωθι αυτών πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους. Σύμφωνα με τη διάταξη του άριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, νοούνται κατά τη σταθερή νομολογία Αρείου Πάγου μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Με βάση την άνω αφετηρία δεν αποτελούν έγγραφα επιδεκτικά αναιρετικού ελέγχου κατά τον άνω λόγο αναιρέσεως οι καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 391/1999), οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 119/2006), οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 320/2001, ΑΠ 44/2003) και οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 391/2001).
Επίσης δεν αποτελούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, ενώ αντιθέτως αποτελούν τέτοια έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης όπως π.χ. η ποινική (ΑΠ 339/1996) και η πολιτική απόφαση (ΑΠ 185/1993). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως πρέπει μεταξύ άλλων να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα. (ΑΠ 1623/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας με το να δεχθεί ότι η ταχύτητα του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε το όριο των 70 χιλ./ώρα, ενώ στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι η ταχύτητα των οχημάτων δεν διαπιστώθηκε και δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης.
Όμως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος γιατί το ανωτέρω αναφερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων, η παραμόρφωση των οποίων, σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, δύναται να ιδρύσει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με το οποίο απέρριψε την από 22-4-1998 αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο ίδιος και ότι τους οδηγούς των δύο ετέρων οχημάτων (...
ΙΧΕ, ... ΔΧΕ) δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, δεν έλαβε υπόψη του α) την υπ' αριθμ. πρωτ. 89233/943/ΔΚ - ΥΠΔ - GEN - 8.0-L-0259 βεβαίωση της Δημοσίας Επιχείρησης Αερίου Α.Ε. (ΔΕΠΑ), β) την υπ' αριθμ. .../1999 ένορκη βεβαίωση των Γ. Π., Ι. Τ. και Ν. Ι. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Κατσίνα και γ) τη δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου που περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεως της τρίτης αναιρεσίβλητης, βάσει της οποίας συνομολογεί ότι "η μοτοσικλέτα προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος της εις την οπίσθια αριστερή πλευρά, αλλά προσέκρουσε ελαφρώς, χωρίς να πέσει ο αντίδικος".
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχομένη σ' αυτή γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και το περιεχόμενο των ως άνω δύο πρώτων εγγράφων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του και απαράδεκτος ως αλυσιτελής, κατά το δεύτερο τοιούτο, που προβάλλεται η αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της ομολογίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτή φέρεται να προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως άλλου διαδίκου, ήτοι της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ, Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1845/2012 απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Την 22-6-1996 και περί ώρα 9:00, ο ενάγων Ρ. - Ά. Σ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και εκινείτο στην οδό Κυανής Ακτής, στην περιοχή Μάτι Ν.
Μάκρης, με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Μαραθώνος. Η οδός αυτή πριν τη διασταύρωση με τη λεωφόρο σηματοδοτείται με πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας "STOP". Η Λεωφόρος Μαραθώνος έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, εκ των οποίων το ένα κατευθύνεται προς Αθήνα και το άλλο προς Ν. Μάκρη, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων και τα οποία (ρεύματα) χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στη διασταύρωση.
Την αυτή ημέρα και ώρα, ο εναγόμενος Α. Ρ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί), ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου - Δ. Σ. το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από ατυχήματα στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία AGF ΚΟΣΜΟΣ, στη θέση της οποίας υπεισήλθεν λόγω διαδοχής η ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και εκινείτο επί της Λεωφόρου Μαραθώνος με κατεύθυνση προς Αθήνα και όπισθεν αυτού ακολουθούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος Π. Σ., ιδιοκτησίας του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην πέμπτη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR AE", στη θέση της οποίας λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της υπεισήλθεν το ήδη εκκαλούν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Ο ενάγων έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα της Λεωφόρου Μαραθώνος και να εισέλθει στην οδό Ισμήνης, η οποία είναι προέκταση της οδού Κυανής Ακτής, επί της οποίας εκινείτο, διέκοψε την κίνηση του μοτοποδηλάτου του προ της διασταυρώσεως προκειμένου να ελέγξει αρχικά την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα προς Ν.
Μάκρη της Λεωφόρου Μαραθώνος, η οποία παρουσίαζε αυξημένη κίνηση και στα δύο ρεύματα. Στην ίδια ενέργεια προέβη και ο οδηγός ενός παράπλευρα, από δεξιά, κινουμένου ογκώδους οχήματος - τζιπ -, το οποίο ρυμουλκούσε ένα σκάφος και είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στη Λεωφόρο, προς Ν. Μάκρη. Όταν το τζιπ διαπίστωσε ότι το ρεύμα κυκλοφορίας της Λ.
Μαραθώνος προς Ν. Μάκρη επέτρεπε την κίνηση, ξεκίνησε να πραγματοποιεί δεξιά στροφή, καταλαμβάνοντας όλο το πλάτος του εν λόγω ρεύματος και μικρό τμήμα του ρεύματος προς Αθήνα, τότε ο ενάγων, καλυπτόμενος από το τζιπ, διέσχισε κάθετα το ρεύμα της Λ. Μαραθώνος προς Ν. Μάκρη και χωρίς να ακινητοποιήσει το μοτοποδήλατό του στο διάκενο της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής, προκειμένου να ελέγξει το ρεύμα αυτής προς Αθήνα, συνέχισε να διασχίσει το ρεύμα προς Αθήνα, οπότε παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του προαναφερθέντος ταξί και επέπεσεν στον οπίσθιο αριστερό τροχό του και στη συνέχεια το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου αντιλήφθηκε την εν λόγω πρόσκρουση σε απόσταση 30 μέτρων περίπου, και εκινείτο με ταχύτητα 70χιλ/ώρα παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε, επέπεσεν στη δεξιά πλευρά του μοτοποδηλάτου και τον εκτίναξε σε απόσταση 15 μέτρων με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.
Σύμφωνα δε, με την έκθεση αυτοψίας, το μοτοποδήλατο έφερε βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα (από την πρόσκρουση στο ταξί) και στη δεξιά πλευρά του (από την πτώση του ΙΧΕ επ' αυτού). Να σημειωθεί, ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, γιατί εκτελούντο έργα και προς τα αριστερά, υπήρχε αυξημένη κίνηση.
Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν και από το σχεδιάγραμμα, την έκθεση αυτοψίας, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, από τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων: Γ. Μ. και Χ. Ρ., οι οποίοι καταθέτουν ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, καλυπτόμενος από το τζιπ, χωρίς ορατότητα, ξεκίνησε να διασχίσει κάθετα τη Λ.
Μαραθώνος, καθώς και την από 21-7-1996 προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος, ο οποίος καταθέτει "τη στιγμή που το τζιπ και η βάρκα, είχαν μεγάλο μήκος, έστριψε, κατέλαβε και τμήμα της Α. Μαραθώνας προς Αθήνα, σκέφτηκα ότι περνάω και προχώρησα". Υπό τα περιστατικά αυτά η ένδικη σύγκρουση και ο εντεύθεν τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στην κατά τα ανωτέρω οδική συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου, η οποία συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός.
Συνίσταται δε, ειδικότερα, η αμέλεια αυτή στο ότι ο ανωτέρω οδηγός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19 παρ. 1 και 2, 26 παρ. 1, 4 παρ. 3 Ρ-2 του ΚΟΚ), λόγω μη καταβολής της απαιτουμένης επιμελείας, δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του και ενώ ακινητοποίησεν το μοτοποδήλατό του προ της υπάρχουσας στην πορεία του πινακίδας (STOP), δίπλα από το τζιπ, όταν το τελευταίο, έστριβε προς Ν.
Μάκρη, αφού διέσχισε κάθετα το ένα ρεύμα της Λ. Μαραθώνος, προς Ν. Μάκρη, δεν ακινητοποίησεν τούτο στο διάκενο της διασταυρώσεως προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο άλλο ρεύμα, προς Αθήνα, και, παρ' ότι δεν είχε ορατότητα λόγω του όγκου του τζιπ, που ήταν δεξιά του, συνέχισεν ανεξέλεγκτα την πορεία του, διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα αυτής προς Αθήνα και ούτω παρεμβλήθηκε στην πορεία των κανονικά κινουμένων σε αυτή προαναφερθέντων οχημάτων.
Ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους οδηγούς των οχημάτων αυτών, καθ' όσον και οι δύο εκινούντο κανονικά στο ρεύμα πορείας τους προς Αθήνα, έχοντες προτεραιότητα διέλευσης και ειδικότερα ο οδηγός του ταξί, δεν είχε οποιαδήποτε δυνατότητα να αντιληφθεί την κίνηση του μοτοποδηλάτου, το οποίο κινήθηκε καλυπτόμενο από το τζιπ, το οποίο περιόριζε το οπτικό πεδίο των οδηγών που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επιπλέον, όταν είχε περάσει τη διασταύρωση, το μοτοποδήλατο επέπεσεν στον οπίσθιο αριστερό τροχό.
Στη συνέχεια ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος ως προαναφέρθηκε είχε προτεραιότητα και εκινείτο με ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 70 χιλ/ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας) και δεν είχε ορατότητα λόγω του τζιπ, να αντιληφθεί την κάθετη κίνηση του μοτοποδηλάτου, αμέσως μετά την πρόσκρουση του τελευταίου επί του οπισθίου αριστερού τροχού του ταξί, την οποία, όπως καταθέτει ο ίδιος προανακριτικά, αντιλήφθηκε σε απόσταση 30 μέτρων περίπου, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό που ενήργησε προς τα αριστερά και την τροχοπέδηση, δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση επί του μοτοποδηλάτου και επέπεσεν στη δεξιά πλευρά αυτού, εκτινάσσοντας τον ενάγοντα σε απόσταση 15 μέτρων.
Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού ταξί, δεν αποδείχθηκε, καθ' όσον δεν συγκρούσθηκε με αυτό, αλλά με το μοτοποδήλατο, το οποίο ανεξέλεγκτα κινήθηκε στο ρεύμα πορείας τους, επέπεσεν στον οπίσθιο τροχό του ταξί και λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του μοτοποδηλάτου στην πορεία του, επέπεσεν επ' αυτού, όπως προαναφέρθηκε και οιαδήποτε επιμέλεια και προσοχή και αν κατέβαλε, δεν μπορούσε να το αποφύγει λόγω της αιφνίδιας και ανεξέλεγκτης ενέργειας του ενάγοντος.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο οδηγός του ταξί δυνάμει της υπ' αριθμ. 81475/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών κρίθηκε αθώος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, τρόπο κίνησης και συμπεριφορά των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων κλπ) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη του οδηγού του υπ' αριθ.
κυκλ. ... δικύκλου μοτοποδηλάτου και ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως, το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων και οδηγός του ως άνω μοτοποδηλάτου ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 περ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 93 Ν. 4139/2013) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα, εκάστου παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1845/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.- Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ δι' έκαστον.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ