Supreme Court dismisses appeal against labor contract ruling due to vague grounds and missing evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bar of Thessaloniki's appeal against a lower court's decision regarding a labor contract in the public sector. The appellant argued the appellate court failed to consider evidence and misinterpreted documents, but the court found these grounds insufficiently specific under Greek civil procedure law. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 1(6) of Law 1256/1982; An appeal must specify exactly which evidence was ignored, the claim it proves, and its impact on the judgment, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1444 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1444/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης-Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου- ΝΠΔΔ, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη.
Των αναιρεσίβλητων:1)............, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Κωνσταντόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2)......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1156/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την .........έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ..........., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Εξάλλου στον, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς, ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι α) οι κρατικές ή δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκπροσωπούνται από το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, β) οι κρατικοί ή δημόσιοι οργανισμοί σαν κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γ) οι κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις, όπως ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, η ΕΡΤ κ.λ.π., δ) τα κοινωφελή ιδρύματα του Αστικού Κώδικα, που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από αυτό, ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, στ) τα κρατικά νομικά πρόσωπα που έχουν χαρακτηριστεί από το νόμο ή τα δικαστήρια ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως ο Οργανισμός Συγκοινωνιών Ελλάδος, ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός κ.λ.π., που επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα, ζ) οι θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες των πιο πάνω νομικών προσώπων των εδαφίων α-στ αυτής της παραγράφου που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά.
Από τους αναφερόμενους στα εδάφια α, γ έως και ζ φορείς, πρέπει προδήλως να αποκλειστούν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, οι οποίοι όμως ούτε στην περίπτωση β (των κρατικών ή δημόσιων οργανισμών που λειτουργούν σαν κρατικά ν.π.δ.δ.), θα μπορούσαν να υπαχθούν, διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στα ν.π.δ.δ., στα οποία έχει ανατεθεί η εκπλήρωση κρατικών σκοπών που έχουν ως αντικείμενο την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών προς τους διοικούμενους για την ικανοποίηση βασικών αναγκών τους, που καθορίζονται κάθε φορά από την έννομη τάξη, ενώ οι δικηγορικοί σύλλογοι είναι ν.π.δ.δ.
σωματειακής φύσεως και έχουν ως σκοπό την οργάνωση του δικηγορικού επαγγέλματος και τη ρύθμιση και παρακολούθηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των προσώπων που την ασκούν. Όσον αφορά τα ν.π.δ.δ., με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 1892/90 με τον τίτλο «επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα», ορίστηκε ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 εδ.
β του Ν. 1256/82 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει τα κάθε είδους ν.π.δ.δ., εξαιρουμένων των χρηματιστηρίων αξιών, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο, είτε καθ' ύλην αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 194, 199, 201, 207 και 235 του Ν.Δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων» προκύπτουν τα εξής: Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποκείμενα στις διατάξεις του κοινού δικαίου ως προς την απόκτηση δικαιωμάτων, την ανάληψη υποχρεώσεων και την εν γένει διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους, διοικούνται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο ανήκει, μεταξύ άλλων, η διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών τους εν γένει και η εκπροσώπησή τους, με αντιπροσώπους ή εντολοδόχους, κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, με τις οποίες ο Σύλλογος αποκτά δικαιώματα και αναλαμβάνει υποχρεώσεις καθώς και η εκτέλεση όλων των έργων, που ανατίθενται σ' αυτό με το παραπάνω νομοθετικό διάταγμα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, που αποφασίζει κατ' ανεξέλεγκτη κρίση και υπόκειται μόνο στον έλεγχο του Συλλόγου, διορίζει με μισθό υπαλλήλους του Συλλόγου από τα μέλη του ή και εκτός αυτών καθώς και το υπηρετικό προσωπικό, προκειμένου δε για τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης και Διευθυντή του Γραφείου τους και καθορίζει τα καθήκοντα αυτών.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.Δ. 4272/1962 η υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων του Β.Δ. της 23/31 Δεκεμβρίου 1955 «περί εφαρμογής του υπαλληλικού κώδικος επί των υπαλλήλων των Ν.Π. Δημοσίου Δικαίου» και διέπεται αποκλειστικώς από τις διατάξεις των άρθρων 235 παρ. 7 και 64 παρ. 2 του Ν.Δ. 3026/54 (η πρώτη από τις οποίες προβλέπει τον διορισμό του προσωπικού αυτού με τον τρόπο που προεκτέθηκε).
Οι σχετικές με τους Δικηγορικούς Συλλόγους ειδικές αυτές διατάξεις, -οι οποίες δεν αντίκεινται στις αφορώσες το διορισμό σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ούτε στο Π.Δ. 354/1997, με το οποίο έχει διατηρηθεί η επί των Συλλόγων αυτών εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης-, δεν καταργήθηκαν από τις αφορώσες την πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα διατάξεις του Π.Δ. 410/1988 (που κωδικοποίησε τις μέχρι τότε ισχύουσες σχετικές διατάξεις), ούτε του Π.Δ. 245/1990 και του άρθρου 44 του Ν. 1882/1990.
Δεν καταργήθηκαν επίσης ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, κατά το οποίο στη σχετική διαδικασία προσλήψεων υπάγονται, μεταξύ άλλων (στην έννοια των οποίων πάντως δεν εμπίπτουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι), όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.
Από τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι ο διορισμός προσωπικού των Δικηγορικών Συλλόγων, που τελεί σε σχέση ιδιωτικού δικαίου και για το οποίο δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις (εκτός από τις θέσεις Διευθυντών για τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Θεσσαλονίκης) καταλείπεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Δ.Σ.
του οικείου Συλλόγου, το οποίο αποφασίζει «κατ' οικείαν και ανεξέλεγκτον κρίσιν», υποκείμενο μόνο στον έλεγχο του Συλλόγου, χωρίς δέσμευση, ιδίως από τις διατάξεις που διέπουν το μόνιμο και με οποιαδήποτε σχέση προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Συνεπώς σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου που συνάπτει Δικηγορικός Σύλλογος, χωρίς την τήρηση των σχετικών με την πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα διατάξεων, δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και άκυρη κατά την έννοια των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ. Περαιτέρω, με το ΠΔ 1124/1977, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι έχουν ρητά εξαιρεθεί από την εφαρμογή του συνόλου του Ν.Δ. 496/1974 «περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου», το άρθρο 41 του οποίου επιβάλλει τον έγγραφο τύπο για τις καταρτιζόμενες από αυτά συμβάσεις, που δημιουργούν υποχρεώσεις διαρκείας ή έχουν αντικείμενο άνω των δέκα χιλιάδων δραχμών, προβλέποντας πάντως την άρση της εκ της μη τηρήσεως του τύπου αυτού ακυρότητας, σε περίπτωση εκπληρώσεως των συμβάσεων αυτών.
Επομένως σύμβαση εργασίας με το παραπάνω αντικείμενο, καταρτιζόμενη από Δικηγορικό Σύλλογο χωρίς έγγραφο τύπο, δεν προσκρούει στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974 και των άρθρων 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ, που προβλέπουν την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, στην περίπτωση της μη τηρήσεως του τύπου που απαιτεί ο νόμος.
Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 211 ΑΚ η από τον αντιπρόσωπο γενόμενη δήλωση βούλησης στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, υποχρεώνει τον τελευταίο, εφόσον έγινε μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης, κατά δε τα άρθρα 216 και 217 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα), η οποία δεν υπόκειται κατά κανόνα σε κανένα τύπο, εκτός αν αφορά δικαιοπραξία για την οποία ο νόμος (άρθ. 158, 174 ΑΚ) με ποινή ακυρότητας, αξιώνει την τήρηση τύπου οπότε η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (217 παρ.2 ΑΚ).
Επί συμβάσεως η οποία καταρτίστηκε χωρίς την προς τούτο εξουσία του φερόμενου ως αντιπροσώπου, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας διατάξεις του άρθρου 229 παρ.1 ΑΚ κατά τις οποίες, αν μία σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητα αυτού, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου, ο δε αντισυμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να εγκρίνει ρητά ο αντιπροσωπευόμενος τη σύμβαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που καθορίζει ο ίδιος.
Ειδικά προκειμένου για νομικό πρόσωπο, από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ (που σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 106 του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του, δεν το δεσμεύει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 236 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι η έγκριση, ήτοι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας, παρέχεται όπως και η συναίνεση, με δήλωση προς το άλλο μέρος των συμβαλλομένων, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνεται με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, αλλά μπορεί να γίνεται και με σιωπηρή δήλωση βουλήσεως συναγόμενη, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, από πράξεις των οργάνων τους ή από περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση για έγκριση.
Έτσι η -μη υποκείμενη σε τύπο- σύμβαση εργασίας, την οποία κατήρτισε πρόσωπο που δεν εκπροσωπεί νομίμως το Δικηγορικό Σύλλογο στερείται κύρους και δεν τον δεσμεύει, εκτός αν εγκρίθηκε από αυτόν έστω και σιωπηρώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1993, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, ενεργώντας δια του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ......., προσέλαβε τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ομογενείς από τη Γεωργία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίες απέκτησαν την Ελληνική υπηκοότητα κατά τη διάρκεια των συμβάσεων, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ως καθαρίστριες, αρχικά σε δύο τουαλέτες του ισογείου χώρου του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια δε και μιας ακόμη του τρίτου ορόφου του ίδιου κτιρίου.
O προαναφερόμενος Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, δεν είχε αρμοδιότητα για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, αφού δεν είχε χορηγηθεί σ' αυτόν εντολή να εκπροσωπήσει το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο δεν είχε λάβει σχετική απόφαση γιαυτό. Οι ενάγουσες, σε εκτέλεση των συμβάσεων, προσήρχοντο καθημερινά, εκτός Σαββάτου και Κυριακής στους προαναφερόμενους χώρους του Δικαστικού Μεγάρου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών, από ώρα 08.00 μέχρι 14.00 και καθάριζαν τους ως άνω χώρους υγιεινής, ακολουθώντας τις εντολές και οδηγίες του εναγομένου, ο οποίος ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παροχής της εργασίας τους.
Έτσι ο εναγόμενος αποδεχόταν τις υπηρεσίες τους, δια του Διοικητικού Συμβουλίου του, εγκρίνοντας επίσημα τις συμβάσεις που είχαν καταρτιστεί για λογαριασμό του από τον προαναφερόμενο Αντιπρόεδρό του, στον οποίο, για το λόγο αυτό, τα μέλη του εναγομένου απηύθυναν τα παράπονα που είχαν για την κατάσταση των ως άνω χώρων υγιεινής.
Με τον τρόπο αυτό η-λόγω της μη καταρτίσεως από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου- ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων εργασίας θεραπεύτηκε, αφού οι συμβάσεις αυτές εγκρίθηκαν σιωπηρά από τον εναγόμενο, που αποδεχόταν τις υπηρεσίες των εναγουσών και τους κατέβαλλε το μισθό που είχαν συμφωνήσει, τον οποίο κατά διαστήματα αναπροσάρμοζε, καθώς και τα επιδόματα των δώρων εορτών και της άδειας.
Εντός του προαναφερόμενου ωραρίου τους οι ενάγουσες απησχολούντο με την καθαριότητα των ανωτέρω χώρων υγιεινής περίπου 1-2 ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα, τον υπόλοιπο χρόνο δεν απομακρύνονταν, αλλά παρέμεναν εκεί, για να εισπράττουν από τα άτομα που έκαναν χρήση αυτών, φιλοδωρήματα 50 ή 100 δραχμών, που αποτελούσαν μισθό με τη σιωπηρή συμφωνία του εναγομένου, γεγονός που ενισχύεται από το ότι οι ενάγουσες λάμβαναν από τον εναγόμενο χαμηλό μισθό αδιαμαρτύρητα.
Δεδομένου δε ότι τα χρηματικά ποσά των φιλοδωρημάτων, που εισέπρατταν οι ενάγουσες κατά τους μήνες λειτουργίας των δικαστηρίων ήταν πολύ μεγαλύτερα από αυτά που εισέπρατταν κατά τους μήνες των δικαστικών διακοπών και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθεμία από αυτές εισέπραττε κάθε ημέρα εργασίας φιλοδωρήματα ύψους 6.000 δραχμών κατά μέσο όρο.
Το Δεκέμβριο του 2001 ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών και δεν κατέβαλε σ' αυτές τις αποδοχές τους. Με τον τρόπο αυτό κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις, ακύρως όμως, αφού δεν έγινε έγγραφη καταγγελία και δεν καταβλήθηκε στις ενάγουσες η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο εναγόμενος, αρνούμενος να αποδεχθεί την εργασία των εναγουσών από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002, κατέστη υπερήμερος και ότι επομένως οι ενάγουσες δικαιούνται για το διάστημα αυτό μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις που προεκτέθηκαν (ούτε εκείνη του ερμηνευτικού ορισμού του άρθρου 173 του ΑΚ ως προς το χαρακτήρα των επίδικων συμβάσεων, στον οποίο κατέληξε το Εφετείο χωρίς να προβεί σε ερμηνεία αυτών) και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του), δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 (και όχι και 8 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα για το κύρος των επίδικων συμβάσεων, οι οποίες έφεραν το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, δεν προβλεπόταν η τήρηση των σχετικών με την πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα διατάξεων, ούτε ήταν αναγκαία η τήρηση έγγραφου τύπου, ενώ η ακυρότητά τους, λόγω της ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του εναγομένου κατά την κατάρτισή τους, θεραπεύτηκε με τη σιωπηρή έγκρισή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου και συνακόλουθα η καταγγελία τους χωρίς έγγραφο και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ήταν άκυρη με περαιτέρω συνέπεια την περιέλευση του εναγομένου σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγουσών.
Τέλος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του), από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων που αναλυτικά μνημονεύονται στην απόφαση και επομένως δεν δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ως αληθινά, πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν με αυτές και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Αντίθετα είναι αόριστος ο αναιρετικός λόγος, ο οποίος -χωρίς να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω στοιχεία- περιορίζεται στο παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν. Επομένως είναι αόριστος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, με τον οποίο -χωρίς να εκτίθενται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα προαναφερόμενα στοιχεία- προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις συμβάσεις που προσκόμισε ο αναιρεσείων και μνημονεύονται στις προτάσεις του.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. O λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και το διαφορετικό περιεχόμενο, που προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στο φερόμενο ως παραμορφωμένο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερόμενων συμβάσεων.
Δεν αναφέρεται όμως με σαφήνεια το πλήρες περιεχόμενο των εγγράφων, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και το διαφορετικό περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτά το δικαστήριο της ουσίας και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2005 αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΝΠΔΔ) για αναίρεση της 410/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ