Supreme Court dismisses appeal on costs allocation, ruling the losing party must pay the winner's legal fees under the principle of defeat.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding legal costs. The appellants argued that the lower court incorrectly imposed costs on them despite their claims of ownership over the disputed land. The court rejected this, stating that the allocation of costs follows the principle of defeat and requires no special justification when the losing party is ordered to pay the winner's expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176 to 182 of the Code of Civil Procedure; The principle of defeat governs the final distribution of litigation costs, meaning the losing party must pay the winner's expenses without the need for specific reasoning, as the substantive court's decision on costs is not subject to Supreme Court review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1443 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1443/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Κ. και της Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Γ. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Η. και της Ε., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Η. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-3-2022 και υπ' αριθ. κατ. 7/22-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί της από 17-8-2017 και υπ' αριθ. κατ. 40/5-9-2017.έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 23/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί της από 20-2-2015 και υπ' αριθ.
κατ. 13/16-4-2015 διεκδικητικής αγωγής τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου (αγρού), που τους παραχώρησε άτυπα ο πατέρας τους κατά το έτος 1981 και έκτοτε το έχουν στην εξουσία τους και ασκούν συνεχώς τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και ότι οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την συγκυριότητά τους και τους απέβαλαν από το επίδικο, το οποίο περιέφραξαν και προσάρτησαν στην παρακείμενη ιδιοκτησία τους, ζήτησαν δε την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και την απόδοσή του κατά το αντίστοιχο ποσοστό του.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την υπ' αριθ. 23/2017 απόφαση έκανε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία. Επί της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης από τους ενάγοντες (κατά το τμήμα του επίδικου ακινήτου επιφανείας 934,66 τ.μ., κατά το οποίο δεν έγινε δεκτή η αγωγή τους) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τις διατάξεις με τις οποίες είχε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι δεν κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του επιδίκου ως άνω εδαφικού τμήματος, κράτησε και δίκασε επί της αγωγής, ως προς το επίδικο ζήτημα και δέχθηκε αυτή κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας του ενάγοντες-αναιρεσίβλητους συγκυρίους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδαιρέτου τον καθένα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος του μείζοντος αγρού συγκυριότητάς τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός που είχε προταθεί παραδεκτά, ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του που παραβιάστηκε, το συγκεκριμένο υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και η επίδρασή τους στο διατακτικό της (ΑΠ 884/2022, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 779/2020, ΑΠ 1199/2018).
Εξάλλου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ο οποίος δεν καταλαμβάνει και το ουσιαστικό μέρος της διαφοράς, ως εκ τούτου, λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο, προβαλλόμενος, κατ' επίφαση, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή ως ανεπάρκεια αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1173/2017).
Με τους υπό στοιχείο Α και Βi, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, κατ' εκτίμηση, από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με παράθεση στο αναιρετήριο αποσπασμάτων από την προσβαλλόμενη απόφαση, από τις καταθέσεις μαρτύρων και από τις έγγραφες προτάσεις με την αιτίαση ότι για να οδηγηθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην κρίση περί της ύπαρξης του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο εκτίμησε εσφαλμένα τα έγγραφα και τους εν γένει ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ή συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε ευθέως και εκ πλαγίου με την προσβαλλόμενη απόφαση και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων ουσιαστικών διατάξεων από το Εφετείο, ούτε αναφέρονται οι ελλείπουσες αιτιολογίες και οι διαλαμβανόμενες αντιφάσεις τους (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 640/2018), διατυπώνεται με τον αναιρετικό λόγο επιχειρηματολογία για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, από το δικαστήριο της ουσίας.
Με το πρόσχημα, δηλαδή, των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των πραγματικών περιστατικών, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του σχετικά με την συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο, προβαλλόμενοι κατ' επίφαση, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή ως ανεπάρκεια αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Επομένως, οι υπό στοιχείο Α και Βi, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 596/2017).
Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τον μάρτυρα (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 1613/2013, ΑΠ 576/2013, ΑΠ 438/2012, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 7/2007, ΑΠ 391/2001).
Επίσης στην έννοια του εγγράφου κατά τον προκείμενο λόγο δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα της διαγνωστικής και εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 243/2012). Εξάλλου ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη (χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών), όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος (ΑΠ 1191/2020, ΑΠ 1882/2017, ΑΠ 392/2011, ΑΠ 1191/2010).
Με τους υπό στοιχεία Βi κατά το πρώτο μέρος του Βii και Βiii λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ και προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων, συμβολαιογραφικής πράξης και έκθεσης αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι κατά την αιτίαση της παραμόρφωσης των ενόρκων βεβαιώσεων και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, διότι δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της υπ' αριθ....1991 πράξης του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Πέτρου Τσάγκα, την οποία νομίμως επικαλέστηκαν στο Πρωτοδικείο με τις προτάσεις τους και επαναπροσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το εδαφικό τμήμα παραπλεύρως της βρύσης, δηλαδή το επίδικο, ήταν ιδιοκτησία της οικογένειάς τους, προκύπτει ότι στο κείμενό της αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Στην Αμαλιάδα ...
στις ... του έτους 1991 εμφανίστηκαν στο συμβολαιογραφείο ... οι ... 1) Δ. Κ. του Η. και της Ε. (πρώτος αναιρεσίβλητος) και 2) Γ. Γ. του Κ. και της Κ. (πρώτος αναιρεσείων) ... και δήλωσαν τα κάτωθι: ''Ότι αναγνωρίζουν από κοινού ότι ο Γ. Γ. έχει το δικαίωμα να ποτίζει από βρύση, που βρίσκεται στην θέση ... και την εκμετάλλευση του νερού αυτής έχουν από παλαιότερα ο Η.
Κ. με τους υιούς του Δ. και Χ. (αναιρεσίβλητους), ένα κήπο στη θέση ... 80 τ.μ. στο βόρειο μέρος του χωραφιού παραπλεύρως του δρόμου. Εκεί οι Η., Δ. και Χ. Κ. έχουν μια δεξαμενή κατασκευασμένη από το έτος 1950 ... Όταν κατασκευάστηκε η δεξαμενή από τον Η. Κ. το 1950 κατασκεύασε και την άνω βρύση ... Αναγνωρίζουν ότι η βρύση είναι κοινοτική υπό την έννοια ότι έχει το δικαίωμα κάθε κάτοικος της ...
να παίρνει νερό γι χρήση ανθρώπων και ζώων και όχι για πότισμα κήπων ή αγρών. Ο Γ. Γ. επιτρέπει στους Η., Δ. και Χ. Γ. να περάσουν στο χωράφι του εκσκαφέα για να ανοίξει ένα αυλάκι προκειμένου να συγκεντρώσει το νερό (υδρομάστευση). Ο Γ. Γ. συνορεύει με τη βρύση αλλά δεν έχει το δικαίωμα να εκτρέψει την ροή της βρύση. ''...".
Επίσης, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά για το ίδιο ζήτημα και σε σχέση με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, τα εξής: "... Περαιτέρω, με το από 27-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος ενάγων (πρώτος εφεσίβλητος Δ. Κ. του Η.) παραχώρησε στον Β.
Α. τη χρήση του νερού της πηγής μετά της δεξαμενής της, ενώ με τα από 4-6-2005, 15-3-2006, 12-3-2005 και 25-6-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά, που σύναψε με τον πρώτο εναγόμενο (πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Γ. του Κ.) ... παραχώρησε τη χρήση του νερού της πηγής μετά της δεξαμενής στον πρώτο εναγόμενο, για το καλοκαίρι του 2005 και τα έτη 2006 έως και 2012 αντίστοιχα, προκειμένου να ποτίζει ένα λαχανόκηπο σε παραπλήσιο αγρό του στη θέση ...-..., αναγνωρίζοντας ούτως ο τελευταίος ότι η πηγή βρίσκεται στην ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, όπως ρητά αναφέρεται στα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά.
Οι ανωτέρω διάδικοι και ο πατέρας των εναγόντων, είχαν προγενέστερα συνυπογράψει την υπ' αριθ. ...1991 πράξη του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Πέτρο Τσάκα, σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνώρισαν από κοινού ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει δικαίωμα να ποτίζει από τη βρύση που βρίσκεται στη θέση ..., ότι την εκμετάλλευση του νερού αυτής είχαν από παλαιότερα οι ενάγοντες και ο πατέρας τους και ότι από τη δεξαμενή δεν δικαιούται να λάβει νερό ο πρώτος εναγόμενος, ότι η βρύση είναι κοινοτική υπό την έννοια ότι έχει το δικαίωμα κάθε κάτοικος της ...
να παίρνει νερό για χρήση ανθρώπων και ζώων και όχι για πότισμα κήπων ή αγρών και ότι ο πρώτος εναγόμενος επέτρεψε στους ενάγοντες και τον πατέρα τους να περάσουν στο χωράφι εκσκαφέα για να ανοίξει ένα αυλάκι προκειμένου να συγκεντρώσει το νερό. Στην ίδια ως άνω πράξη αναφέρεται ότι ο πρώτος εναγόμενος συνορεύει με τη βρύση αλλά δεν έχει δικαίωμα να εκτρέψει τη ροή της βρύσης ούτε να σκάψει δίπλα με σκοπό να εκτρέψει τη ροή της βρύσης, πλην όμως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της και σύμφωνα με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά που συνυπέγραψαν πολύ μεταγενέστερα οι διάδικοι, το δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι εκ παραδρομής παρεισέφρησε το λάθος ότι η ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου συνορεύει με βρύση, εφόσον σε τέτοια περίπτωση δεν θα συνυπέγραφε τα ανωτέρω συμφωνητικά μίσθωσης της χρήσης του νερού της πηγής μετά της δεξαμενής της, αναγνωρίζοντας ότι βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, ενώ εξάλλου, η ποτίστρα που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο κατασκευάστηκε από τον πατέρα των εναγόντων το έτος 1950, όπως αναφέρεται στην ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη και κατόπιν.
Ως εκ τούτου, μετά την πάροδο εικοσαετίας, ήτοι το 2001, κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, στο επίδικο αγροτεμάχιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ...". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, και ως εκ τούτου ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του εν λόγω συμβολαιογραφικού συμφωνητικού θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 168/2023).
Επομένως οι υπό στοιχεία Βi, κατά το πρώτο μέρος του, Βii και Βiii λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που περιλαμβάνεται μεν στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία καταρτίσεώς τους, είναι ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς, αν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο λόγος. Ειδικότερα, ένορκη βεβαίωση είναι το αποδεικτικό μέσο, που αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, με το οποίο πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του μάρτυρα και υπό τις ίδιες με τους μάρτυρες νόμιμες προϋποθέσεις βεβαιώνει ενόρκως, αλλά εγγράφως, την γνώση του επί πραγματικών περιστατικών.
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν, για τη δίκη την οποία αφορούν, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα. Εξάλλου, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την επίκληση και προσκόμιση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 4 του ίδιου νόμου, ''Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων'', κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, ''1.
Ο διάδικος που επιδιώκει την λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση '', ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει ομοίως κατά τα προεκτιθέμενα, ''ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων''.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, εάν παραλειφθεί δε η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, η δοθείσα βεβαίωση, ανεξαρτήτως βλάβης του αντιδίκου του προσκομίσαντος αυτή, δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 673/2018).
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018). Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε χωρίς την τήρηση των άνω διατυπώσεων, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11α' ΚΠολΔ.
Επακολούθησε ο Ν. 4842/13.10.2021, ο οποίος, κατά την διάταξη του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1-1-2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, ήτοι με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, με το δε άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως, '' Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.
Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου'', ενώ η διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β', όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10.12.2021, όρισε ότι ''οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις ''.
Με την τροποποίηση αυτή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους (μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η έλλειψη στην κλήση του ονοματεπωνύμου του μάρτυρα), ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτή επικαλεσθεί και αποδείξει βλάβη του από την παράβαση αυτή.
Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει στη λήψη ένορκης βεβαίωσης, η οποία γίνεται με εξώδικη δήλωση ή με δικόγραφο ή με δικόγραφο που περιέχει και άλλη διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο (ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 1645/2023, ΑΠ 240/2023, ΑΠ 1175/2019, 927/2017).
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 438/2018, ΑΠ 1471/2014, ΑΠ 1454/2002, ΑΠ 1490/2001) Με τον υπό στοιχείο Γ λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι - εφεσίβλητοι) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο, παρά το νόμο και τον προβληθέντα με τις προτάσεις τους σχετικό ισχυρισμό, έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Η.
Α. και Χ. Π., που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αττικής Ευγενίας Παπαδιώτη και περιέχονται στις υπ' αριθ. ... και ...2016 εκθέσεις της προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων - εκκαλούντων). Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό προβάλλεται ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι δόθηκαν ύστερα από κοινοποίηση της από 25-10-2016 εξώδικης κλήσης, η οποία υπογράφεται από τους αναιρεσιβλήτους και όχι από δικηγόρο και επίσης δεν αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία των μαρτύρων, το επάγγελμά τους, ούτε οι διευθύνσεις τους.
Από την επισκόπηση, παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), του κειμένου του δικογράφου των ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την από 25-10-2016 κλήση, τις εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. .../31-10-2016 του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Πρωτοδικείου Πατρών Ι.
Χ. και υπ' αριθ..../31-10-2016 της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με τις υπό ίδια ημερομηνία συνημμένες αποδείξεις εγχειρίσεως αυτού στον αξιωματικό υπηρεσίας αστυνομικού τμήματος Αμαλιάδας αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου και παραλαβής συστημένης επιστολής από τα ΕΛΤΑ Βάρδας και τις υπ' αριθ.
ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις που περιέχονται στις σχετικές υπ' αριθ. ... και ...2016 εκθέσεις της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αττικής Ευγενίας Παπαδιώτη. Από την επισκόπηση, παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), του κειμένου του δικογράφου των από 5-11-2016 ενώπιον του Πρωτοδικείου και από 11-5-2021 ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι προβλήθηκε από αυτούς παραδεκτά ο ισχυρισμός τους περί μη λήψης υπόψη των επίμαχων ένορκων βεβαιώσεων ως ανεπίτρεπτου από το νόμο αποδεικτικού μέσου από τις παραπάνω αιτίες.
Επίσης, από την επισκόπηση, παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), του κειμένου της από 2510-2016 εξώδικης κλήσης των αναιρεσιβλήτων που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες για να παραστούν κατά την εξέταση των μαρτύρων τους προκύπτει ότι αυτή υπογράφεται από τους αναιρεσιβλήτους και ότι οι μάρτυρες θα καταθέσουν σχετικά με τα θέματα απόδειξης της από 20-2-2015 αγωγής (αριθ.
κατ. 13/2015), πλην όμως δεν περιέχονται τα στοιχεία έκαστου από τους μάρτυρες αυτούς, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τις επισκοπούμενες, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατά τις δίκες αυτές, Διονύσιος Κότσιφας, ο οποίος δεν υπέγραψε την κλήση για εξέταση μαρτύρων, αυτός υπέγραψε τις κατατεθείσες προτάσεις, στις οποίες επικαλείται την κλήση, τις εκθέσεις επίδοσης αυτής και τις ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω μαρτύρων, καλύπτοντας έτσι την έλλειψη της υπογραφής του στην εξώδικη δήλωση για εξέταση των μαρτύρων.
Ειδικότερα, το ελάττωμα δικογράφου (πολύ περισσότερο του εξωδίκου εγγράφου) από την έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου, θεραπεύεται με την διαδικαστική πράξη της κατάθεσης και την υπογραφή αυτής από δικηγόρο που δικαιούται κατά νόμο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο (ΟλΑΠ 1/2010, ΑΠ 2104/2022, ΑΠ 88/2020, ΑΠ 1437/2008).
Επομένως υπό στοιχείο Γ λόγος αναίρεσης κατά την αντίστοιχη αιτίασή του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η έλλειψη της κλήσης ως προς το ονοματεπώνυμο των μαρτύρων συνεπάγεται ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ανεξαρτήτως βλάβης, στη δίκη για την οποία δόθηκαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τόσο του πρωτοβάθμιου, όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ενόσω διαρκούσε η εκκρεμοδικία.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων προκύπτει ότι αναφέρουν, ως λόγο λήψεως αυτών, τα εξής: "... Η παρούσα ένορκη βεβαίωση έγινε και θα κατατεθεί στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδας, όπου εκδικάζεται η από 5-2-2015 (αριθ. εκθ. κατ. 13/24-2-2015) αγωγή του Α. Γ. ... (δεύτερου αναιρεσείοντος) στρεφόμενη εναντίον των 1) Δ.
Κ. ... (πρώτου αναιρεσιβλήτου), 2) Χ. Κ. ... (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) και 3) Μ. Κ. ... (συζύγου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μη ούσας διαδίκου) ... και στην από 20-2-2015 αγωγή (ένδικη) ...". Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι..... "... Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ..., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν πρωτοδίκως οι διάδικοι, ..., μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. ..., ...2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Η.
Α. και Χ. Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αττικής Ευγενίας Παπαδιώτη, ... που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες - ήδη εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι), οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, ...". Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις των εν λόγω μαρτύρων δόθηκαν μετά την 1-1-2016 και η επιδοθείσα κλήση για τη λήψη αυτών δεν περιλάμβανε το ονοματεπώνυμο των μαρτύρων που επρόκειτο να εξετασθούν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ως ιδιαίτερο αποδεικτικό στοιχείο.
Ωστόσο, κατά τις προεκτεθείσες σκέψεις, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ως ληφθείσες στο πλαίσιο και άλλης προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα σε δίκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας κατά την εκδίκαση της ανωτέρω από 5-2-2015 (αριθ. εκθ. κατ. 13/24-2-2015) αγωγής, συνεκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις, Ως εκ τούτου το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως δοθείσες για να χρησιμοποιηθούν και σε άλλη προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως ο υπό στοιχεία Γ λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τα λοιπά, παρατίθενται στο αναιρετήριο συλλήβδην σε έκαστο από τους λόγους αναίρεσης οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 12, 13, 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς καθόλου να εξειδικεύονται, δηλαδή ως προς τον αριθμό 8 δεν προσδιορίζονται ο ισχυρισμός που το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη χωρίς να προταθεί και ο τρόπος που συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού (ΑΠ 841/2014, ΑΠ 256/2012), ή, ο ισχυρισμός, που νομίμως προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο και, παρά το νόμο, δεν τον έλαβε υπόψη (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 1399/2017), ως προς τον αριθμό 10, δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθή χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτού απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου (ΑΠ 242/2014, ΑΠ273/2011, ΑΠ 1209/2010, ΑΠ 701/2008), ως προς τον αριθμό 12, δεν αναφέρεται ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε σε αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 778/2012, ΑΠ 1271/2008), ως προς τον αριθμό 13 δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί κατανομής του βάρους απόδειξης και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς αυτό (ΑΠ 6/2019, ΑΠ 66/2004) και ως προς τον αριθμό 17 δεν προσδιορίζονται οι αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1176/2014, ΑΠ 1506/2014).
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Σημειώνεται ότι στο αναιρετήριο πριν από την παράθεση των λόγων αναίρεσης γίνεται μνεία της διάταξης του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του περιεχομένου του της, χωρίς στη συνέχει να περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης και παραβίαση του αριθμού αυτού, με συγκεκριμένες αιτιάσεις ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί τούτου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 535, 176, 178, 183, 189 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Εφετείο που εξαφανίζει, είτε εν όλω, είτε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και αποφασίζει οριστικά επί της υποθέσεως εξαφανίζει την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της τελευταίας και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας εφ` όσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα του διαδίκου.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, εις βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, εις βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. Οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Με την ανωτέρω διάταξη αλλά και των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΑΠ 99/2019, ΑΠ 1081/2012, ΑΠ 521/2002. Με τον υπό στοιχείο Δ (τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 ΚΠολΔ και προβάλλουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί επιβολής της δικαστικής δαπάνης, ύψους 800 ευρώ σε βάρος τους και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, με τις αιτιάσεις ότι αν είχαν εκτιμηθεί ορθά οι ισχυρισμοί τους και όλο το αποδεικτικό υλικό, δεν θα είχε γίνει δεκτή η έφεση των αντιδίκων τους και δεν θα είχαν καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά παραδοχή της έφεσης, έκανε στη συνέχεια δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στους εφεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους στο Εφετείο που παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ενόψει αυτών και της ιδιότητας του αναιρεσειόντων ως ηττημένων εφεσιβλήτων (εναγομένων) στη δίκη εκείνη, το Εφετείο, που τους καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ως νικώντων εκκαλούντων (εναγόντων) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 ΚΠολΔ, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκείνες των άρθρων 178 και 179 του ίδιου Κώδικα, που δεν ήταν εφαρμοστέες.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παράβολου στο δημόσιο ταμείο.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 187/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ