Legislator Case Law & Legislation
1443/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging the lower court's assessment of future health deterioration.

Case Number 1443/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a liability claim. The appellant argued that the lower court improperly assessed the future worsening of the plaintiff's health conditions, which they claimed was not foreseeable. The court rejected this, ruling that the evaluation of future health deterioration based on evidence constitutes a factual assessment not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 248, 914, 937 of the Civil Code; The assessment of future health deterioration based on evidence is a factual evaluation not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review future health deterioration factual assessment insurance liability statute of limitations

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 section 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 247, 251, 248, 914 and 937 of the Civil Code
Article 495 section 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 790/2015
Supreme Court Case 51/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1443 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1443/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. A. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ράνια (Ουρανία) Μπουρδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1732/2011 μη οριστική και 3691/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 12-2-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1304/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Εκδόθηκε η 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-8-2019 (αρ. κατ. 736/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1397/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ' αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμέναυ (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2/2010, 377/2009).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013).

Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής.

Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (ΑΠ 1010/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 831/2011). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011).

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 420/2014).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Έτι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).

Στη προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των διατάξεων των άρθρ. 261 εδ.α, 931, 932 ΑΚ, 10 παρ. 2 ν. 489/76 και 43 παρ.6 του ΚΟΚ, διότι με εσφαλμένη εφαρμογή τους, αλλά και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης ζήτημα της απρόβλεπτης ή όχι επιδείνωσης της υγείας του και του χρόνου γνώσης αυτής εκ μέρους του παθόντος εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα και έκανε δεκτή την αγωγή του, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως παραγεγραμμένη, κατ'αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης παραγραφής της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 4-6-2001 στα Χανιά της νήσου Κρήτης, τραυματίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος άσκησε την από 24-11-2001 (αρ. κατ. 9799/2003) αρχική αγωγή κατά του μη διαδίκου νυν οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Α.

Μ., και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας αυτού και ήδη αναιρεσείουσας. Με την αρχική ως άνω αγωγή ο παθών αναιρεσίβλητος αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις ζημίες που υπέστη εξαιτίας του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 293/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, με δύναμη δεδικασμένου, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Ακολούθως, ο παθών αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη από 8-8-2010 (αρ. κατ. 7805/2010) αγωγή, με την οποία αξίωνε διαφυγόντα εισοδήματα για χρονικό διάστημα 18 ετών μέχρι την συνταξιοδότησή του, λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του με επιληπτικές κρίσεις. Η αγωγή απευθυνόταν κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με βάση την ευθύνη της από την σωρευτική αναδοχή χρέους, λόγω της κατάθεσης από τον ασφαλισμένο υπαίτιο οδηγό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στο οικείο αστυνομικό τμήμα.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1732/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε δικαστική ιατρική πραγματογνωμοσύνη και μετά τη διενέργεια αυτής εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 3691/2012 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 8-12-2012 (αρ. κατ. 7714/2012) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 486/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως παραγεγραμμένη κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, που είχε προβάλει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με σχετικό λόγο έφεσης.

Κατόπιν της από 12/2/2015 (με αρ. κατ. 149/2015) του παθόντος εφεσιβλήτου η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ'αριθμ. 1304/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η υπόθεση παραπέμθηκε προς εκ νέου εκδίκαση στο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την οποία κρίθηκε απορριπτέα μεν η περί παραγραφής ένσταση, πλην όμως έγινε δεκτή ή έφεση και ακολούθως εν μέρει δεκτή η αγωγή επιδικάζοντας μικρότερα από εκείνα της πρωτόδικης ποσά.

Ειδικότερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τις σωματικές βλάβες του αναιρεσείοντος δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής: "Με την υπ' αριθ. 293/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 24/11/2003 αγωγής του ίδιου ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων, έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου ότι ο πρώτος εναγόμενος Α.

Μ. είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος που έλαβε χώρα την 4/6/2001 και ώρα 20.20' στην οδό Μουρνιών, στην πόλη των Χανίων, καθόσον ως οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εξήλθε αιφνιδίως από το χώρο όπου βρισκόταν σταθμευμένος, χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο υπ' αριθ....

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούμενο από τον ενάγοντα έβαινε συννόμως στο οδόστρωμα. Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων, κατά το ατύχημα αυτό τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη εκδορές, εκχυμώσεις και άλλα ελαφρύτερα τραύματα, καθώς και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνέπεια της οποίας νοσηλεύτηκε και εξετάσθηκε στο Γ.Ν.

Χανίων "Ο Άγιος Γεώργιος" , ενώ οι ιατροί συνέστησαν σε αυτόν να απέχει από την εργασία του επί τρίμηνο και ότι, εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη τις εξής ζημίες, οι οποίες και επιδικάσθηκαν στον ενάγονται α) ποσό 15.000 ευρώ ως θετική ζημία για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του, β) ποσό 350 ευρώ για τη δαπάνη ιατρικών εξετάσεων, γ) ποσό 3.600 ευρώ, λόγω του ότι ήταν ανίκανος να εργασθεί για διάστημα 3,5 μηνών από του ατυχήματος, και έτσι απώλεσε ισόποσα εισοδήματα που θα αποκέρδαινε από την εργασία του ως βαφέας αυτοκινήτων και δ) ποσό 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Για την επιδίκαση του ποσού αυτού της αποζημίωσης το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα μέχρι τότε γνωστά στοιχεία αναφορικά με την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, ήτοι ότι ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκε και υπέστη εκδορές, εκχυμώσεις, λοιπά ελαφρύτερα τραύματα καθώς και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας νοσηλεύθηκε κι εξετάστηκε στο Ν.Γ.Ν.

Χανίων "Ο Άγιος Γεώργιος", όπου του συστήθηκε αποχή από την εργασία του επί τρίμηνο. Μέχρι τότε ο ενάγων, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση φανοποϊίας-βαφείο αυτοκινήτων, παρά το γεγονός ότι ήδη εμφάνιζε επιληπτικές κρίσεις, εργαζόταν κανονικά και αποκόμιζε έσοδα από την ως άνω επιχείρησή του, καθώς οι ως άνω κρίσεις ήταν αρκετά σπάνιες και συνέβαιναν μία ή δύο φορές το χρόνο, οπότε και μόνο προσερχόταν στο νοσοκομείο για θεραπεία.

Όμως η κατάσταση της υγείας του δεν παρέμεινε σταθερή, καθώς από το Δεκέμβριο του 2009 η συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων, που είναι ξαφνικές κι έχουν ως αποτέλεσμα σε 2-3 δευτερόλεπτα ο ενάγων να καταρρέει, έχει αυξηθεί σε 2-3 ανά μήνα και πρέπει πλέον να υποβάλλεται σε θεραπεία ανά εξάωρο. Την επιδείνωση αυτή της υγείας του πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2009, οπότε μετά από σχετικό ιατρικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι πάσχει "από μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις μη ελεγχόμενες", καθώς και ότι εξαιτίας της επιδείνωσης αυτής της υγείας του κατέστη ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του φανοποιού - βαφέα αυτοκινήτων.

Στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ.314/1.12.2009 και 276/29.11.2010 ιατρικές βεβαιώσεις του Διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Χανιών, Γ. Α. και ειδικότερα στην πρώτη εκ των οποίων με ημερομηνία 1.12.2009, ο εν λόγω ιατρός, σημειώνει κατ' ακριβή διατύπωση, ότι: "ο Α.

Μ., λόγω κεφαλαλγίας, ιλίγγων, μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα στις 4 Ιουνίου 2001, προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία της ν/χ κλινικής. Από το ιστορικό αναφέρθηκαν κρίσεις απώλειας συνείδησης και εδόθη θεραπεία με Depakine 500 gr χ 2 και συνεστήθη μακρά αναρρωτική άδεια από την εργασία του. Από την επανεξέταση και το νευροακτινολογικό έλεγχο του ασθενούς, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις, μη ελεγχόμενες και διεύρυνσης του περιφερικού υπαραχνοειδούς χώρου , στην αριστερή κροταφική και μετωπιαία χώρα με ισχαιμικές βλάβες πιθανής μετατραυματικής αιτιολογίας.

Ο ασθενής πρέπει να είναι υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και να αποφεύγει χειρωνακτική εργασία, διότι λόγω επαγγέλματος (φανοποιός - βαφείο αυτοκινήτων), οι κρίσεις δεν ελέγχονται λόγω αναθυμιάσεων", ενώ στη δεύτερη, επαναλαμβάνεται, κατά βάση η ίδια βεβαίωση, με ενσωμάτωση του πορίσματος του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος που διαπιστώνει αραιά βραδέα κύματα θ και δ ικανού δυναμικού στις μετωποβρεγματικές περιοχές του εγκεφάλου, και απάλειψη της λέξης "πιθανής", ώστε να συνάγεται με σαφήνεια ότι οι βλάβες είναι μετατραυματικής αιτιολογίας.

Επίσης, ο ενάγων προσκομίζει την από 19.6.2001 ιατρική βεβαίωση του ίδιου ιατρού, εκδοθείσα κατά τον εγγύς του ατυχήματος χρόνο, στην οποία ο τελευταίος βεβαιώνει ότι "λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης της 4ης Ιουνίου 2001, μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, (ο ενάγων) επανεξετάσθη επανειλημμένος στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής λόγω κεφαλαλγίας, ιλίγγων και αναφερόμενης κρίσης απώλειας συνειδήσεως.

Είναι σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή με Depakine 500gr 1x2 και συνεστήθη τρίμηνη αποχή από βαριά εργασία και επανεξέταση λόγω της εργασίας του ασθενούς (βαφείο αυτοκινήτων)". Εξάλλου, η νομίμως διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμων, Ό. Α., νευροχειρουργός, αφού εξέτασε τον ενάγοντα, την 21.1.2012, συνέταξε την υπ' αριθ. 39/2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία, η πραγματογνώμων διαπιστώνει ότι ο ενάγων, κατά την κλινική εξέταση ήταν σε πλήρη εγρήγορση, προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα, ότι δεν παρατηρείται νευρολογική σημειολογία και ότι η μυϊκή ισχύς των άνω και κάτω άκρων εμφανίζεται χωρίς παθολογικά ευρήματα, ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι ο ενάγων αιτιάται για κεφαλαλγία, ζάλη και επιληπτικές κρίσεις, για τις οποίες, κατά τα αναφερόμενα από τον ίδιο, λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή.

Ακολούθως, αφού αξιολόγησε και τις πιο πάνω βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού Γ. Α., τα πορίσματα των από 14.6.2001, 24.11.2008 και 30.11.2011 μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου καθώς και το από 25.11.2010 ηλεκτροεγκεφαλογράφημα φλοιοχαρτογράφηση εγκεφάλου (βλ. σχετικό συμπέρασμα του νευρολόγου Ν. Κ.), παρατηρεί ότι ήδη η πρώτη μαγνητική τομογραφία της 14.6.2001 ανέδειξε θλάσεις εγκεφάλου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, επέφεραν μετατραυματική βλάβη στο μετωπιαίο λοβό και αριστερά κροταφικά και ότι η βλάβη αυτή αναγνωρίζεται σε σειρά μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου που διενεργήθηκαν από το έτος 2001 έως και σήμερα.

Επισημαίνει δε ότι οποιαδήποτέ βλάβη του φλοιού του εγκεφάλου προδιαθέτει στην εμφάνιση μετατραυματικής επιληψίας, η οποία είναι δυνατόν να εμφανισθεί έως και 15 έτη μετά τον τραυματισμό και αποτελεί αναμενόμενο δυνητικά συμβάν στα πλαίσια της κρανίοεγκεφαλικής κάκωσης, αλλά μη προβλέψιμο χρονικά με ακρίβεια, χαρακτηρίζει τη βλάβη μόνιμη και αποφαίνεται ότι ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασίες που απαιτούν γειτνίαση με μηχανήματα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν βλάβες σε περίπτωση ζάλης ή απώλειας αισθήσεων, και καταλήγει ότι η εισπνοή χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ως διαλυτικά μέσα στις βαφές αυτοκινήτων μπορούν εν δυνάμει να εκλύσουν επιληπτικές κρίσεις στα πλαίσια μετατραυματικής επιληψίας επί εδάφους κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και εν κατακλείδι θεωρεί ότι η ανικανότητά του προς εργασία ως βαφέας αυτοκινήτων είναι ολική, δεδομένης και της δυσμενούς επίδρασης των χημικών μέσων στην έκλυση των επιληπτικών κρίσεων.

Επίσης, ο ίδιος ο ενάγων, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, βεβαίωσε ότι από το έτος 2001 έως το Δεκέμβριο 2009 είχε μεν επιληπτικές κρίσεις 1-2 φορές το χρόνο και λάμβανε αντιεπιληπτική αγωγή και συγκεκριμένα το φαρμακευτικό σκεύασμα Depakine, σε ημερήσια δόση 500 gr χ 2, πλην όμως έκτοτε η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, δεδομένου ότι οι επιληπτικές κρίσεις εμφανίζονται με συχνότητα 2-3 φορές το μήνα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον σε θέση να εργασθεί.

Εξάλλου ο ιατρός Κ. Λ., νευρολόγος, ο οποίος μετά από αίτημα του ενάγοντος συνέταξε την από 19-12-2016 ιατρική γνωμοδότηση, αφού έλαβε υπόψη του τα πορίσματα των μαγνητικών τομογραφιών στις οποίες είχε υποβληθεί ο ενάγων , καθώς και όλες τις ιατρικές γνωματεύσεις και ιατρικές συνταγές για λήψη φαρμάκων, αποφάνθηκε σχετικά με τα ερωτήματα τα διαλαμβανόμενα στην υπ'αριθμ. 1732/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ακολουθεί:

Ειδικότερα ως προς το ερώτημα, "αν με βάση τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η επικαλούμενη επιδείνωση της υγείας του (συχνές επιληπτικές κρίσεις) μπορεί εξαρχής να προβλεφθεί σε παρόμοιους τραυματισμούς ή είναι απρόβλεπτη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων", αναφέρει τα εξής: "Ως επιδείνωση σαφώς ορίζονται οι συχνές επιληπτικές κρίσεις.

Το προηγούμενο χρονικό διάστημα αναφέρονται επιληπτικές κρίσεις σε συχνότητα 1 έως 2 φορές το χρόνο. Ως επιδείνωση αναφέρεται η αύξηση της συχνότητας σε 2 έως 3 φορές το μήνα , που αντιστοιχεί σε 24 έως 36 κρίσεις το χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η συχνότητα των κρίσεων έγινε από 12 έως 36 φορές μεγαλύτερη από πριν και σε αυτό ακριβώς το γεγονός συνίσταται η επιδείνωση της υγείας του" .

Περαιτέρω στο ερώτημα για το αν η επιδείνωση μπορούσε να προβλεφθεί αναφέρει ότι: "Το ποσοστό της ύφεσης για την μετατραυματική επιληψία είναι περίπου 25 έως 40 τοις εκατό μετά την αρχική θεραπεία. Μερικοί θα είναι ανθεκτικοί στη θεραπεία και πάνω από 13 τοις εκατό των ασθενών στις ομάδες προφυλακτικής αντιεπιληπτικής αγωγής έχουν επιληπτικές κρίσεις παρά τα επιθετικά θεραπευτικά σχήματα.

Επομένως στο ερώτημα αν η επιδείνωση μπορούσε να προβλεφθεί σημειώνονται τα εξής: α) η πιθανότητα ύφεσης των επιληπτικών κρίσεων ήταν στατιστικά 2 έως 3 φορές μεγαλύτερη, από την πιθανότητα να επιμένουν επιληπτικές κρίσεις ανθεκτικές στην φαρμακευτική αγωγή, β) στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε απλώς επίμονες επιληπτικές κρίσεις ανθεκτικές στην φαρμακευτική αγωγή, αλλά επιδείνωση με την έννοια της δραματικής αύξησης της συχνότητας τους (άρα παρά την απουσία στατιστικών στοιχείων το ποσοστό αναμένεται να είναι ακόμα μικρότερο του 13%), γ) η επιμονή των επιληπτικών κρίσεων παρά την φαρμακευτική αγωγή προφανώς και είχε εξαρχής προβλεφθεί, αλλά όχι και η αύξηση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων, δ) δεν θα μπορούσε εξαρχής να προβλεφθεί, γιατί το δυνητικό ενδεχόμενο να συμβεί ήταν στατιστικά πολύ μικρότερο από το ενδεχόμενο να υπάρξει ύφεση.

Συνεχίζοντας ο ως άνω ιατρός αναφέρει ότι στην από 15-1-2009 ιατρική βεβαίωση του Γ. Α., Διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Χανιών "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", αναφέρονται για πρώτη φορά μη ελεγχόμενες κρίσεις και για πρώτη φορά έγινε σύσταση για αποφυγή κάθε σχετικής εργασίας (φανοποιός -βαφείο αυτοκινήτων).

Στην από 19- 6-2001 ιατρική βεβαίωση του ίδιου ιατρού είχε συσταθεί 3μηνη αποχή από βαριά εργασία. Επομένως η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος με την έννοια της αύξησης της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων, οι οποίες για πρώτη φορά χαρακτηρίστηκαν ως μη ελεγχόμενες, αναφέρθηκε για πρώτη φορά σε έγγραφο στις 15-1-2009 και όχι το 2001.

Όπως επίσης διαπιστώνεται από την από 20-8-2009 ιατρική συνταγή που υπογράφεται από τον Δ. Α., ειδικευόμενο ιατρό της Β' Νευρολογικής κλινικής, την ημερομηνία εκείνη προστέθηκε στη φαρμακευτική του αγωγή το φάρμακο Frisium με αιτιολογία κρίση Ε (όπου Ε στην ιατρική ορολογία εννοείται η Επιληψία). Συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω αναφέρει τα εξής:

Η σοβαρότητα της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης συνίσταται στις μόνιμες βλάβες που απεικονίζονται στις μαγνητικές τομογραφίες και στην κλινική εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων συνεπεία των βλαβών αυτών. Οι μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις οφείλονται στις βλάβες που προκάλεσε η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενώ οι αναθυμιάσεις μπορούν εν δυνάμει να εκλύσουν επιληπτικές κρίσεις, οι οποίες όμως δεν θα εκλύονταν, αν δε υπήρχαν οι βλάβες της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης.

Τέλος, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ), απαντώντας επί της από 29-12-2009 αιτήσεως συνταξιοδοτήσεώς του, έκρινε αυτόν ανάπηρο κατά 60% και αρνήθηκε τη χορήγηση αναπηρικής συντάξεως. Πλην όμως επί της απορριπτικής αυτής αποφάσεως για χορήγηση συντάξεως αναπηρίας, ο ενάγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εκδοθείσης επ'αυτής της υπ'αριθμ. 47/2015 αποφάσεως του άνω δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να εκδοθεί από το Συμβούλιο της Επικράτειας απόφαση επί προδικαστικού ζητήματος.

Εν συνεχεία δε εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1317/2016 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ανέπεμψε την υπόθεση στη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (Β.Υ.Ε.) του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) Ηρακλείου, προκειμένου αυτή να εκδώσει νέα αιτιολογημένη γνωμάτευση για το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος.

Κατόπιν αυτών, η Β/θμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Χανιών, η οποία συστήθηκε μετά την επαναπομπή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, έκρινε ότι ο ενάγων στα πλαίσια ΚΕΚ (2001) με θλάσεις εγκεφάλου και υπολειμματική ατροφία μετωποκροταφικά Αρ. για το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 έως 30-11-2011 έπασχε από μετατραυματική επιληψία υπό Φ.Α.

χωρίς ικανοποιητική ρύθμιση των κρίσεων, λόγω της οποίας κρίνεται ανίκανος να ασκήσει το επάγγελμά του (βαφέας αυτοκινήτων) με ποσοστό αναπηρίας 70% (βλ. την προσκομιζόμενη από 15-6-2017 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής της Διεύθυνσης Αναπηρίας του ΙΚΑ Χανιών). Να σημειωθεί ότι το εν λόγω έγγραφο (απόφαση του ΙΚΑ), οι υπ'αριθμ. 47/2015 και1317/2016 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθώς η ως άνω από 19- 12-2016 ιατρική γνωμοδότηση του νευρολόγου Κ.

Λ., παραδεκτά προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο από τον ενάγοντα ως νέα αποδεικτικά μέσα, καθόσον στο δικαστήριο της παραπομπής, όταν πρόκειται για δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 529 και 530 ΚΠολΔ (βλ. Κ. Κ., Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2009, σ.564 και επ.).

Από τα ανωτέρω στοιχεία, σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύεται ότι μετά την άσκηση της πρώτης από 24-11-2003 αγωγής του ενάγοντος, παρουσιάσθηκε νέα δυσμενής απρόβλεπτη εξέλιξη της υγείας του, καθότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε από τον Δεκέμβριο του 2009. Ως επιδείνωση σαφώς ορίζονται οι συχνές επιληπτικές κρίσεις , αφού η συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων που παρουσίαζε ο ενάγων ήδη από το πρώτο χρονικό διάστημα μετά τον ένδικο τραυματισμό του, προσδιορίζεται σε 1 έως 2 φορές το χρόνο, ενώ από το παραπάνω χρονικό σημείο (Δεκέμβριος 2009) η συχνότητα των κρίσεων αυξήθηκε σε 2 έως 3 φορές το μήνα, που αντιστοιχεί σε 24 έως 36 κρίσεις το χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι η συχνότητα των κρίσεων έγινε από 12 έως 36 φορές μεγαλύτερη από πριν.

Η αιτία της καταστάσεως αυτής αποδίδεται από την ως άνω πραγματογνώμονα νευροχειρουργό στον ένδικο τραυματισμό του ενάγοντος, ήτοι στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση, σε συνδυασμό με την εισπνοή χημικών ουσιών, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται ως διαλυτικά στις βαφές αυτοκινήτων, που μπορεί εν δυνάμει να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις στα πλαίσια μετατραυματικής επιληψίας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αύξηση της συχνότητας εμφανίσεως επιληπτικών κρίσεων από τον Δεκέμβριο του 2009, πού συνδέονται αιτιωδώς με τον αρχικό τραυματισμό του ενάγοντος, αποτελεί απρόβλεπτη μεταβολή, την οποία δεν γνώριζε προηγουμένως ο ενάγων. Στην ως άνω από 19-12- 2016 ιατρική έκθεση του νευρολόγου Κ.

Λ., αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, ότι η αύξηση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων δεν θα μπορούσε εξαρχής να προβλεφθεί, γιατί το δυνητικό ενδεχόμενο να συμβεί ήταν στατιστικά πολύ μικρότερο από το ενδεχόμενο να υπάρξει ύφεση. Επίσης αποδείχθηκε ότι την εν λόγω επιδείνωση δεν είχαν προβλέψει και οι θεράποντες ιατροί του ενάγοντος από το 2001, οι οποίοι ουδόλως τον ενημέρωσαν ότι σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και λόγω της εργασίας του θα χειροτέρευε η κατάσταση της υγείας του και ότι θα έπρεπε να απέχει από την εργασία του (βαφείο αυτοκινήτων).

Ειδικότερα από την από 19-6-2001 ιατρική βεβαίωση του νευροχειρουργικού τμήματος του Γ.Ν. Χανιών την οποία υπογράφει ο Γ. Α. προκύπτει ότι συστήθηκε στον ενάγοντα τρίμηνη μόνο αποχή από την εργασία και μόνο την 1-12-2009 συστήθηκε σ' αυτόν η πλήρης αποχή από κάθε χειρωνακτική εργασία. Άλλωστε ο ενάγων μέχρι το 2009 εργαζόταν κανονικά και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα στην εργασία του συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του.

Η ως άνω βλάβη της υγείας του ενάγοντος είναι πλέον μόνιμη, όπως βεβαιώνεται από την ως άνω ιατρό πραγματογνώμονα. Η κατάσταση αυτή προκαλεί στον ενάγοντα ολική ανικανότητα προς άσκηση του επαγγέλματος του βαφέα αυτοκινήτων, που ασκούσε από την ηλικία των 18 ετών, σύμφωνα άλλωστε και με τις συμβουλές των θεραπόντων ιατρών του, λόγω της σοβαρότητάς της, η οποία απαιτεί συνεχή αντιεπηλιπτική αγωγή και τακτική ιατρική παρακολούθηση...

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι μετά την άσκηση της προγενέστερης (πρώτης) αγωγής του ενάγοντος, η υγεία του παρουσίασε απρόβλεπτη επιδείνωση, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του από το ένδικο ατύχημα και είναι απότοκος αυτού, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον σε θέση να εργασθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2010 και για μία πενταετία από την άσκηση της αγωγής...

ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και επομένως οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι... Εξάλλου η προαναφερόμενη τελεσίδικη υπ'αριθμ. 293/2009 απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για τις νέες αυτές, συνέπειες και τη συμπληρωματική αποζημίωση, διότι το κατ' άρθρ. 324 ΚΠολΔ δεδικασμένο της πρώτης απόφασης δεν εμποδίζει τον παθόντα να αξιώσει αργότερα με νέα αγωγή συμπληρωματική αποζημίωση, αν μεταγενέστερα εμφανιστούν συνέπειες και περιπλοκές του τραυματισμού του (όπως εν προκειμένω), οι οποίες δε λήφθηκαν υπόψη κατά την πρώτη επιδίκαση, γιατί δεν ήταν γνωστές ούτε μπορούσαν να προβλεφθούν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αρ. 293/2009 απόφαση, η δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται έναντι του ενάγοντος κατά τις διατάξεις της σωρευτικής αναδοχής χρέους (477 επ. ΑΚ), έτσι ώστε οι σε βάρος της αξιώσεις του ενάγοντος να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 ΑΚ, αφού στην περίπτωση της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 472- 475 ΑΚ και επομένως αυτός, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ο ασφαλιστής, υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτής, έτσι ώστε η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου, που στηρίζεται στην αδικοπραξία, να υπόκειται στην πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρ. 937 ΑΚ (ΑΠ 1174/2009 , ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 442/2005 , ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 491/2005 , ΠειρΝομ 2005.294)· Εν προκειμένω, από την 1.12.2009, οπότε εμφανίστηκαν οι συνέπειες και περιπλοκές του τραυματισμού του ενάγοντος, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες και ξεκινάει η παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση σε σχέση με τη ζημία, που οφείλεται σε αυτές, εφόσον αυτές δεν ήταν γνωστές και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την άσκηση της προγενέστερης αγωγής, σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες, μέχρι την άσκηση της προκείμενης αγωγής (2010) δεν έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας.

Επομένως, σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος δεν έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρ. 937 ΑΚ, στην οποία αυτές υπόκεινται, και πρέπει ο σχετικός περί παραγραφής ισχυρισμός των εναγόμενων να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον σχετικό περί παραγραφής ισχυρισμό της εναγομένης και ο σχετικός λόγος εφέσεως αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος." Ειδικότερα με το πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται για την παραδοχή της προσβαλλόμενης περί του απροβλέπτου της επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσίβλητου παθόντος αιτιώμενη το Εφετείο γιατί κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων έκανε δεκτό "ότι κάθε επιδείνωση είναι συνάμα και απρόβλεπτη" με συνέπεια να κρίνει απορριπτέα την περί παραγραφής προβληθείσα ένσταση της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης, επιτονιζόμενου και πάλι, όπως προαναφέρθηκε, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011).

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το εν λόγω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία δεχόμενο ότι απρόβλεπτα από το έτος 2009 επιδεινώθηκε η υγεία του παθόντος, επειδή αυξήθηκαν κατά πολύ οι επιληπτικές κρίσεις του (με συνέπεια οι σχετικές αξιώσεις του να μην έχουν υποπέσει σε παραγραφή). Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, (αμφισβητώντας το απρόβλεπτο της επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσιβλήτου) δεν διαλαμβάνεται η μετά το 2009 ποιότητα και ένταση των επιληπτικών κρίσεων, το περιεχόμενο και οι συνέπειες τους, η επίδραση τους επί της κρίσης της ανικανότητας προς εργασία από τον ασφαλιστικό φορέα, καθώς κα η τυχόν αλλαγή της φαρμακευτικής αγωγής .

Η ως άνω επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.

Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Μετά απ' αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.8.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 736/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ 1397/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ