Legislator Case Law & Legislation
1443/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, overturns lower court on costs and orders partial acceptance of claim.

Case Number 1443/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, overturning the lower court's decision regarding court costs and expenses. The court found that the lower court incorrectly calculated the costs imposed on the defendants, who were ordered to pay a significantly higher amount than legally warranted. Consequently, the court ordered the defendants to pay the plaintiffs a specific sum of 13,048 euros and reduced the court costs allocated to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the appeal regarding the portion of the challenged judgment not annulled and, if the lower court erred in calculating costs, it must correct the decision by ordering the payment of the correct amount and adjusting the allocation of litigation expenses.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment calculation of court costs litigation expenses allocation partial acceptance of claim code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1129/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1443 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1443/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "I. Α.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Δ., 2) Β. Π. του Δ., συζ. Γ. Μ., 3) Μ. Π. του Δ., συζ. Γ. Π., 4) Ο. Π. του Δ. και 5) Ά. Π. του Δ., κατοίκων …, εκ των οποίων oι 2η και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Παπακωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1886/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3238/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' 4516Β/16-11-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Στυλιανής Ντόλκερα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14-7-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4520/548/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-9-2021), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσιβλήτων πρώτο, τρίτη και τέταρτο ( με επίδοση του δικογράφου στον εκπροσωπήσαντα ενώπιον του Εφετείου τους παραπάνω διαδίκους πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αναγνωστόπουλο).

Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 14-7-2020 (αρ. κατ.4520/548/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 3238/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (αρθ. 614 παρ.6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Η από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 25-10-2017 και με αρ. κατάθεσης 589139/3998/2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι, στρεφόμενοι κατά των εναγομένων - αναιρεσειόντων ισχυρίστηκαν, ότι την 6-5-2017 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας την με αρ. ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προξενούμενες από αυτή σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της Α. Π., μητέρας των αναιρεσιβλήτων. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζήτησαν μετά την τροπή του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας σε κάθε ένα εκ των εναγόντων το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ως και το ποσό των 426 ευρώ που αντιστοιχεί στην αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας και αφορά τα καταβληθέντα από αυτούς έξοδα κηδείας και μεταφοράς της σορού της θανούσας και επιπλέον στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 90.000 ευρώ, δηλαδή 500 ευρώ μηνιαία, ως αποζημίωση, λόγω στέρησης συνεισφοράς της μητέρας της στην διατροφή της για χρονικό διάστημα 15 ετών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.1886/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε η αγωγή, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα είναι η θανούσα. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 15-9-2018 και με αρ. κατάθεσης 98910/6838/2018 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί του κρίσιμου ζητήματος των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό προσώπων, παραβίασε τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε σε αυτές.

Ότι ειδικότερα στο πόρισμά του περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της θανούσας πεζής στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος κατέληξε: α) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914,300 και 330 Α.Κ. ως και 12 παρ1,19 παρ1,2,20 παρ.1, του Κ.Ο.Κ. τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε σε αυτές, όσον αφορά στην υπαιτιότητα (συνυπαιτιότητα) που αναγνώρισε για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας β)κατ' εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 38 παρ.1,2,4ε του νόμου 2696/1999 και 300,330 Α.Κ., τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν εφαρμοστέες, όσον αφορά την υπαιτιότητα ( συνυπαιτιότητα) που αναγνώρισε για την πεζή και γ) κατά παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 50 ν.2696/1999 και δ)των παρακάτω διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, προκειμένου να προβεί σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε στις παραπάνω διατάξεις και δη: 1)σε περίπτωση που υπάρχει κίνηση οχημάτων στην οδό, δεν επιτρέπεται στους πεζούς να κατέλθουν στο οδόστρωμα και να προσπαθήσουν να το διασχίσουν είτε κινούμενοι εντός διαβάσεων πεζών είτε εκτός αυτών 2)ένας μέσος συνετός οδηγός μοτοσυκλέτας που τηρεί τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας είναι λογικό να πιστεύει ότι και οι άλλοι χρήστες της οδού τηρούν τους ίδιους κανόνες 3)Σημαντικός παράγοντας για τον υπολογισμό της ταχύτητας μοτοσυκλέτας, που κατά την κίνησή της κτύπησε πεζό και τον τραυμάτισε είναι το αν ο πεζός έπεσε στο σημείο που κτυπήθηκε ή εκτινάχτηκε σε κάποια απόσταση από αυτό 4) Η έκταση του τραυματισμού του πεζού, ο οποίος κτυπήθηκε από μοτοσυκλέτα και έπεσε στο οδόστρωμα στο σημείο που κτυπήθηκε εξαρτάται από τα σημεία του σώματος που έχει κτυπηθεί 5) η ταχύτητα οχήματος που μετείχε σε τροχαίο ατύχημα βρίσκεται σε συνάρτηση με τον χρόνο αντίληψης του κινδύνου από τον οδηγό, την απόσταση αντίδρασης και λοιπά στοιχεία που οδηγούν σε αντίστοιχες μετρήσεις, ενώ με βάση τις επικρατούσες κατά τον χρόνο και τόπο του ατυχήματος συνθήκες ελέγχεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά του οδηγού.

Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς να διαλαμβάνει στην απόφαση του αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της συμπεριφοράς της θανούσας πεζής και του οδηγού του αυτοκινήτου, της συνδρομής του στοιχείου της αμέλειας που δέχτηκε για τον οδηγό του αυτοκινήτου και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και του αποτελέσματος (θανάσιμου τραυματισμού της πεζής), στερώντας την απόφαση το από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα δεν προσδιορίζει το ακριβές σημείο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας που δέχτηκε ότι εκινείτο η μοτοσυκλέτα, ούτε το ακριβές σημείο που εκινείτο το προπορευόμενο της μοτοσυκλέτας φορτηγό αυτοκίνητο και αν αυτό περιόριζε ή όχι την ορατότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αλλά ούτε το ακριβές σημείο που βρισκόταν η πεζή, όταν διερχόταν το φορτηγό και αν αυτή είχε εισέλθει στην αριστερή λωρίδα όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν 15-20 μέτρα από αυτή, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η δυνατότητα του οδηγού να αντιληφθεί την πεζή και να αποφύγει το ατύχημα 2) δεν προσδιορίζει το ακριβές σημείο της αριστερής λωρίδας, στο οποίο δέχεται ότι κτυπήθηκε η πεζή και την απόσταση αυτού από την νησίδα ασφαλείας, ούτε την απόσταση μεταξύ του σημείου στο οποίο κατέληξε η πεζή, μετά το κτύπημα που δέχτηκε, και της νησίδας, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν από το κτύπημα η πεζή εκτινάχτηκε σε κάποια απόσταση ή κατέπεσε στο σημείο που κτυπήθηκε 3) αν και δέχεται ότι η πεζή ήταν μικρής σωματικής διάπλασης και φορούσε μαύρα ρούχα με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ευχερώς ορατή και ότι παρεμβλήθηκε αιφνίδια και απροειδοποίητα σε απόσταση 15-20 μέτρων στην πορεία της μοτοσυκλέτας, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν την αντιλήφθηκε έγκαιρα και δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, αποδίδοντας σε αυτόν υπαιτιότητα αν και, ακόμη και αν ήταν δυνατόν να την αντιληφθεί μέχρι να μπορέσει να αντιδράσει θα κάλυπτε, με ταχύτητα 50 χιλ/ωρα, απόσταση μεγαλύτερη των 15 - 20 μέτρων 4)δεν προσδιορίζει την θέση της πεζής πριν αρχίσει να διασχίζει το οδόστρωμα, ούτε την απόσταση στην οποία βρισκόταν η μοτοσυκλέτα, όταν η πεζή άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα, ώστε να κριθεί η δυνατότητα του οδηγού να αντιληφθεί την πεζή και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό 5) δεν αιτιολογεί γιατί η κατά 10 χιλ/ωρα υπέρβαση του ορίου ταχύτητας της μοτοσυκλέτας συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό της πεζής 6) προσδιορίζει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας σε 60-70 χιλ/ωρα, με βάση τις αποξέσεις συνολικού μήκους 26,60 μέτρων που δημιούργησε αυτή (μοτοσυκλέτα) συρόμενη στο οδόστρωμα μετά την πρόσκρουση επί της πεζής και την ανατροπή του αναβάτη της, χωρίς να αναφέρει με βάση ποιο μαθηματικό υπολογισμό οι αποξέσεις αυτές από μόνες τους προσδιορίζουν την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας στο παραπάνω μέγεθος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 3238/2020 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 06-05-2017 και περί ώρα 05.40, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τη με αρ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, μάρκας B.M.W. 798 κυβ. εκατ., η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας επί της Λεωφόρου …, στο Δήμο …, με κατεύθυνση από …προς .... Στο σημείο εκείνο η εν λόγω οδός συμβάλλεται κάθετα σε σχήμα "Τ" πρώτα με την οδό ...

και αμέσως μετά με την οδό ..., οι οποίες είναι παράλληλες μεταξύ τους και συμβάλλονται κάθετα με το ρεύμα κυκλοφορίας από ... προς …, δηλαδή βρίσκονται αριστερά της πορείας της μοτοσυκλέτας. Στη συμβολή της Λεωφόρου ... με την οδό ... υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες για τα οχήματα και διαγραμμισμένη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών.

Η εν λόγω οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία και οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου εναγόμενου (από …προς ...) 7,30 μ. και πλάτος διαχωριστικής νησίδας 1,40 μέτρα και πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα από ... προς …7,00 μέτρα και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15,70 μέτρα.

Στο σημείο δε εκείνο, αμέσως μετά τη διάβαση πεζών και πριν τη συμβολή της Λεωφόρου ... με την οδό ..., στο οδόστρωμα σχηματίζεται ελαφρά μία εσοχή όπου υπάρχει στάση λεωφορείων, ενώ στο πέρας της εσοχής υφίσταται και υπέργεια αερογέφυρα πεζών με ράμπα για καρότσια. Στην ως άνω οδό, η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο, ο τεχνικός φωτισμός ήταν σβηστός, διότι την ώρα εκείνη χάραζε (05.40 π.μ.), η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής.

Την ίδια ώρα, η Α. Π., ετών 71, προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα την εν λόγω οδό από τη δεξιά πλευρά της οδού προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγόμενου, με κατεύθυνση προς την συμβολή των οδών Λεωφ. ... και ..., ενώ όφειλε να χρησιμοποιήσει τη διαγραμμισμένη διάβαση πεζών, που απείχε περί τα 20 μ.

από το σημείο που βρισκόταν, αριστερά της, ή την υπάρχουσα σε ελάχιστη απόσταση -σχεδόν δίπλα της- υπέργεια αερογέφυρα πεζών στα δεξιά της, αυτή επιχείρησε να περάσει αιφνίδια το οδόστρωμα, διασχίζοντάς το μέχρι την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος, προτιθέμενη να φτάσει στη διαχωριστική νησίδα της Λεωφόρου ..., χωρίς όμως να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να προβεί σε επισταμένο έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων επί της ανωτέρω αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι επ' αυτής δεν κινούνταν άλλα οχήματα.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής κίνησης της πεζής, ήταν να βρεθεί αυτή μπροστά στην πορεία της άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που κινούνταν σε απόσταση 15-20 μέτρων από αυτή και να την ανακόψει, με συνέπεια ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος στο εν λόγω σημείο κινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ήτοι περί τα 60 - 70 χιλιόμετρα, να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του στην αριστερή πλευρά του σώματος της πεζής και να καταλήξει αυτή στο άκρο της αριστερής λωρίδας του οδοστρώματος πλησίον της διαχωριστικής νησίδας (βλ.

το υπό στοιχείο Β σημείο σύγκρουσης, όπως αυτό απεικονίζεται στο παραπάνω αναφερόμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Στη συνέχεια, η τραυματισθείσα πεζή μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "Α.", όπου λίγο αργότερα και περί ώρα 10.00 π.μ. περίπου υπέκυψε στα τραύματά της, λόγω της πρόκλησης βαρέων κακώσεων κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, λεκάνης και αριστερού άνω άκρου (βλ.

τη με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …).

Από τη συνεκτίμηση όλων των στην αρχή αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται κατ' αρχήν σε υπαιτιότητα της πεζής, και μητέρας των εναγόντων, Α. Π., ήδη θανούσας, η οποία συνίσταται στο ότι αυτή από αμέλειά της και έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε ως μέση συνετή πεζή να έχει, αν και σε απόσταση λιγότερη των 20 μέτρων από τα αριστερά της υπήρχε διάβαση πεζών και σχεδόν δίπλα της από τα δεξιά της υπήρχε υπέργεια γέφυρα πεζών, τις οποίες μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να περάσει με απόλυτη ασφάλεια τη Λεωφόρο ..., εν τούτοις αυτή επιχείρησε παράνομη είσοδο στο οδόστρωμα, από σημείο όπου δεν είχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινό σηματοδότη.

Ακόμη η πεζή δεν προέβη στον απαιτούμενο έλεγχο της κίνησης των οχημάτων στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας, ώστε να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, όπως εν προκειμένω την επερχόμενη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγόμενου, η οποία ήταν ορατή σ' αυτήν, λόγω των φώτων της που ήταν σε λειτουργία, αλλά, αντιθέτως κινήθηκε αιφνίδια εντός του οδοστρώματος, αμέσως μετά τη διέλευση ενός προπορευόμενου της μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγόμενου φορτηγού, διερχόμενη από τη δεξιά πλευρά της οδού προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγόμενου, που κινούνταν στην παραπάνω Λεωφόρο με κατεύθυνση από …προς ... (βλ.

το από 06-05-2017 πρόχειρο σχεδιάγραμμα ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας ...), ενεργώντας, έτσι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 περ. α ν. 3626/1999 (ΚΟΚ) όπως αυτός τροποποιήθηκε από το ν. 4530/2018. Επιπροσθέτως, η ως άνω πεζή ήταν μικρής σωματικής διάπλασης και φορούσε μαύρα ρούχα, όπως αυτό δεν αμφισβητείται και προκύπτει τόσο από την από 06-05-2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της τροχαίας ..., όσο και από την προανακριτική κατάθεση της ευρισκόμενης στο σημείο του ατυχήματος αυτηκόου μάρτυρα Σ.

Π., η οποία βρισκόταν στην εσοχή που δημιουργούσε ο δρόμος στη στάση του λεωφορείου και κατέθεσε ότι η πεζή φορούσε μόνο μαύρα ρούχα (μπουφάν, κολάν, παπούτσια) με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ευχερώς ορατή, δεδομένου ότι ο τεχνητός φωτισμός στο δρόμο ήταν σβηστός, καθώς εκείνη την ώρα, μόλις είχε αρχίσει να χαράζει.

Αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς της πεζής ήταν να παρεμβληθεί αιφνίδια και απροειδοποίητα και σε απόσταση 15-20 μέτρων στην πορεία της μοτοσυκλέτας, η παράβαση δε αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της σύγκρουσης. Παράλληλα, όμως συντρέχει συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού της μοτοσυκλέτας, Ν.

Μ., η οποία συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για την εν λόγω περιοχή (50 χλμ/ώρα), ήτοι περί τα 60-70 χλμ/ώρα, όταν η πεζή επιχείρησε να διασχίσει αντικανονικά το οδόστρωμα της Λεωφ. ..., να μην την αντιληφθεί έγκαιρα και να μην προλάβει να κάνει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, ούτε και να τροχοπεδήσει και να επιπέσει, έτσι, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του, επί του σώματός της τραυματίζοντάς την θανάσιμα.

Η υπέρβαση δε του ανωτέρω ορίου ταχύτητας από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το προκληθέν ως άνω αποτέλεσμα, καθόσον εφόσον η ταχύτητά του ήταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων, η σύγκρουση επί του σώματος της πεζής θα είχε γίνει σε κάθε περίπτωση, με μικρότερη δύναμη και το αποτέλεσμα θα ήταν βέβαια, σοβαρές σωματικές βλάβες, που, όμως, δεν θα κόστιζαν την ζωή στην πεζή.

Στην κρίση αυτή, περί υπέρβασης του ορίου ταχύτητας από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, καταλήγει το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά την πρόσκρουση επί της πεζής, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μετά την ανατροπή του αναβάτη της σύρθηκε στο οδόστρωμα δημιουργώντας αποξέσεις, συνολικού μήκους 26,60 μ. Όπως δε επισημαίνεται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, η αρχή των αποξέσεων απέχει από την διαχωριστική νησίδα της Λεωφ. ... 2,30 μ.

ενώ το τέλος τους απέχει από το κράσπεδο του δεξιού πεζοδρομίου της Λ. ..., με κατεύθυνση προς ..., 1,50 μ. (βλ. σχετ. σχεδιάγραμμα της Τροχαίας).

Υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το ποσοστό συνυπαιτιότητας των ως άνω εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, καθορίζεται σε 80% για την πεζή και 20% για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας κατά μερική αποδοχή της νομίμου (άρθρο 300 ΑΚ) ενστάσεως που πρόβαλαν οι εναγόμενοι της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης συνυπαιτιότητας της θανούσης στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια του προκληθέντος ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού της είναι η πεζή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόντων, περί καταλογισμού υπαιτιότητας και του οδηγού της μοτοσυκλέτας στο ένδικο ατύχημα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία. Τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως : α) από την από 06-05-2017 έκθεση αυτοψίας του Τμ.

Τροχαίας ... και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, από τα οποία ειδικότερα προκύπτουν οι πορείες τόσο του οδηγού της μοτοσυκλέτας όσο και της πεζής, επί του οδοστρώματος, το πιθανό σημείο σύγκρουσης αυτών που φέρεται επί του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής, τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, οι χαραγές επί του οδοστρώματος της μοτοσυκλέτας, μήκους 26,60 μ., η τελική θέση της πεζής και της μοτοσυκλέτας μετά την σύγκρουση, β) από τις προανακριτικές καταθέσεις των φερόμενων ως αυτοπτών μαρτύρων Σ.

Π. και Π. Κ. και γ) από την αρ. 2779/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια της ανωτέρω θανούσας, στο εν λόγω ένδικο ατύχημα, καταδικασθείς σε φυλάκιση 12 μηνών (τριετή αναστολή) και η οποία λαμβάνεται υπ' όψη ως δικαστικό τεκμήριο".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σε αυτό, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση του οχήματος και της πεζής πριν και μετά το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης του αυτοκινήτου και της πεζής επί της οδού, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού κατά τον πριν το ατύχημα χρόνο, ως και η υπαιτιότητα που αποδίδεται σε αυτόν και στην θανούσα και συγκεκριμένα α) όσον αφορά στον οδηγό ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα έχοντας αναπτύξει ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για την εν λόγω περιοχή (50χιλ.ωρα) δηλαδή περί τα 60-70 χιλ/ωρα με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή όταν αυτή επιχείρησε να διασχίσει αντικανονικά το οδόστρωμα, να μην πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό και να επιπέσει επί του σώματός της, τραυματίζοντας την θανάσιμα.

Όσον αφορά στην θανούσα ότι, μη κάνοντας χρήση της διάβασης πεζών, ούτε της υπέργειας γέφυρας πεζών, οι οποίες βρίσκονταν πλησίον της και τις οποίες μπορούσε με ασφάλεια να χρησιμοποιήσει για να διασχίσει την Λεωφόρο ..., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της παραπάνω Λεωφόρου προς ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού πορείας, ώστε να βεβαιωθεί, ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, αλλά αντίθετα κινήθηκε αιφνίδια εντός του οδοστρώματος αμέσως μετά τη διέλευση ενός φορτηγού αυτοκινήτου που προπορεύετο της μοτοσυκλέτας και από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια και απροειδοποίητα και σε απόσταση 15-20 μέτρων στην πορεία της μοτοσυκλέτας.

Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του περί συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα και ειδικότερα περί συνυπαιτιότητας του πιο πάνω οδηγού, η οδηγική συμπεριφορά του οποίου τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών, αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, Η παράθεση των επιπλέον αιτιολογιών, υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1, 2, 3, 4,5 και 6, δεν ήταν αναγκαία, διότι οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Με βάση όλα τα παραπάνω δεν συντρέχει η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω.

Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1 και 19 παρ.1,2,3,38 παρ.1,2,4ε, ν.2696/1999,300, 330 και 914 Α.Κ. οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε.

Ο ίδιος λόγος κατά την ειδικότερη υπό στοιχείο δ αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα αναφερόμενα δεν συνιστούν τέτοια, αλλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλουν τα άρθρ. 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας σε κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης το υπέρμετρο ποσό των 13.000 ευρώ.

Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του με ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δεν αναφέρει α) ποια είναι η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση των αναιρεσιβλήτων, την οποία έλαβε υπόψη της για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και β) τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε κάθε ένας από τους αναιρεσίβλητους.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' αρθ.932 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Α. Π. του Δ., γεννηθείσα στο ... κατά τον χρόνο του θανάτου της ήταν ηλικίας 71 ετών, η υγεία της ήταν καλή και συνδεόταν με ψυχικό δεσμό με τους ενάγοντες-τέκνα της.

Επειδή, όμως οι τελευταίοι ζουν μόνιμα στο ..., δεν προέκυψε πόση συχνή επικοινωνία είχαν, δεδομένου ότι αυτή ζούσε μόνιμα στους ... και δεν αποδείχθηκε η συχνότητα των μετακινήσεων της προς το .... Άπαντες οι ενάγοντες έχουν γεννηθεί στην ... και μετέβησαν στο ..., όπου και ζουν. Συνεπεία του θανάτου αυτής και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες οι εν λόγω ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες από τις οποίες έλαβε χώρα το υπό κρίση ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, τη συγκλίνουσα, στο βαθμό που προαναφέρθηκε, υπαιτιότητα στο πρόσωπο της θανούσης, την ηλικία της κατά τον χρόνο του θανάτου της (71 ετών) και την ηλικία των δικαιούχων (47 ετών ο πρώτος των εναγόντων, 49 ετών η δεύτερη, 43 ετών η τρίτη, 40 ετών ο τέταρτος και 37 ετών η πέμπτη απ' αυτούς), σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 13.000 ευρώ σε καθένα από αυτούς, απορριπτομένων, των σχετικών κονδυλίων κατά το επιπλέον ως ουσία αβασίμων".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 13.000 ευρώ για τον κάθε ένα δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων και ο βαθμός, της ψυχικής ταλαιπωρίας εκάστου τούτων κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, όπως και ο συναφής αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, καθ' όσον ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθη υπόψη η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, και η ψυχική οδύνη, την οποία υπέστησαν οι οικείοι της θανούσας στο πλαίσιο δε της ελεύθερης εκτιμήσεως όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν έχει υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι, αν και με τη απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η πεζή τυγχάνει συνυπαίτια στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 80% και ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ για την μεταφορά της σωρού της μητέρας των στην ..., όπου έλαβε χώρα η ταφή της, δικαιουμένων έτσι να απαιτήσουν από τους εναγομένους την καταβολή του παραπάνω ποσού κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, στην συνέχεια εσφαλμένα αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν σε κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους ολόκληρο το ποσό των 240 ευρώ (1/5 της συνολικής δαπάνης που δέχτηκε για την αιτία αυτή) χωρίς να μειώσει αυτό, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας που αναγνώρισε.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ποσοστό συνυπαιτιότητας των ως άνω εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων καθορίζεται σε 80% για την πεζή και 20% για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, κατά μερική αποδοχή της νομίμου (αρθ 300 Α.Κ.) ένστασης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι της αγωγής......Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση, κατά το μερίδιο της κληρονομικής τους μερίδας......ποσό 1.500 ευρώ για έξοδα μεταφοράς της σορού της στην ..., όπου ετάφη.......Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των 1.200 ευρώ για την μεταφορά της σορού της μητέρας των στην ..., όπου ετάφη, δικαιουμένων έτσι να απαιτήσουν από τους εναγόμενους την καταβολή του ποσού κατά το μερίδιο της κληρονομικής τους μερίδας".

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρο ο κάθε ένας, να καταβάλουν σε κάθε ένα από τους ενάγοντες για την παραπάνω αιτία το ποσό των 240 ευρώ, δηλαδή, το 1/5 της συνολικής απαίτησης, χωρίς να μειώσει τούτο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας (80%), το οποίο δέχτηκε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., η οποία ήταν εφαρμοστέα, αφού αναγνωρίζοντας ότι το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα της θανούσας σε ποσοστό 80% όφειλε να μειώσει αντίστοιχα την επιδικασθείσα αποζημίωση. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου της αιτήσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και αφορά στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (της επιδίκασης του ποσού των 240 ευρώ σε κάθε έναν από τους ενάγοντες), καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (κατά το πρώτο σκέλος του, που έγινε δεκτός) στο μέρος αυτό της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Εν προκειμένω, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι λόγω της ενέργειας της παρούσας αποφάσεως που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (όρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως (Α.Π. 353/2015, Α.Π. 1162/2013), ενώ επιπλέον οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, έχουν καταθέσει προτάσεις κατά την προκειμένη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της εφέσεως κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης αποφάσεως (Α.Π. 1129/2014).

Συνεπώς μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το προεκτεθέν κεφάλαιό της, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατά το ως άνω μέρος της, καθώς επίσης και ως προς το αρρήκτως συνδεόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, που επιβλήθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως εφ' όσον, κατά τα προεκτεθέντα, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκε σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 240 ευρώ, αντί του ποσού των 48 ευρώ (1200Χ1/5:5)=48), πρέπει η ένδικη από 25.10.2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας σε καθένα από τους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους το ποσό των 13.048 ευρώ [(13.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης εκάστου ενάγοντος κεφάλαιο της προσβαλλομένης, ως προς το οποίο απερρίφθη ο συναφής αναιρετικός λόγος) + 48 ευρώ, για την αναλογία εκάστου τούτων στη δαπάνη μεταφοράς της σωρού της θανούσας], με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως όπως κρίθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δεν επλήγη αναιρετικά ως προς το κεφάλαιο αυτό (τόκων).

Οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων - εναγόντων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης των διαδίκων, ενώ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της παρούσας αναιρετικής δίκης βαρύνουν κατά ένα μέρος τους αναιρεσιβλήτους λόγω, επίσης, της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), θα καθοριστούν δε κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. όπως ήδη ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3238/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των δεκατριών χιλιάδων σαράντα οκτώ (13.048) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων την πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας δίκης το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα (3.450) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων την πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, της παρούσης αναιρετικής δίκης το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ