Legislator Case Law & Legislation
1443/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's jurisdictional ruling on forestry land classification.

Case Number 1443/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Lamia Court of Appeal's decision regarding forestry land classification. The State argued the lower court exceeded its jurisdiction by reviewing administrative acts, but the Court held that civil courts can independently assess the legality of administrative decisions when ruling on private property disputes. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay reduced court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, and 3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure: Civil courts are not bound by administrative acts when adjudicating private disputes and may rule differently if they find such acts unlawful.

Keywords

AI generated
administrative law civil jurisdiction forestry land land classification judicial review Ottoman law court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2 and 3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Code of Civil Procedure
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992
Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1443 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1443/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου Ζ. Μ. ο οποίος και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Ηλιόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2013 του Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (Α.Π. 1203/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικά σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους), βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ 27/1997).

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε ρύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολειβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών.

Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη,όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.

ΑΠ. 75/1987, Α.Π. 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 1249/2013). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσποζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του. (Α.Π. 1291/2011).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 24.666,22 τ.μ., κατά τη νεότερη εμβαδομέτρησή του, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

και, όπως αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο στην αγωγή, από Μάιο 2003, τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Τ. με τα περιμετρικά στοιχεία 1 έως και 43, 1, συνορεύει βόρεια, βορειοδυτικά, δυτικά και νοτιοδυτικά με θάλασσα, ανατολικά με δρόμο και ιδιοκτησίες Ε. Μ., Ε. Τ. και Τ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Μ., νότια με ιδιοκτησίες Ε.

Τ. και Τ. και Σ. και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Δ.. Η περιοχή, όπου το επίδικο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στο πλαίσιο των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2664/1998. Κατά την προηγούμενη δε διαδικασία κτηματογράφησης, το επίδικο ακίνητο δεν εγγράφηκε ως ενιαίο (με ένα ΚΑΕΚ) στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., αλλά ως τέσσερα (4) χωριστά ακίνητα (με διαφορετικό ΚΑΕΚ) και δη:

α) με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 3594 τ.μ., β) με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 3260 τ.μ., γ) με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 3878 τ.μ. και δ) με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 10.949 τ.μ. Ως δικαιούχος δε, κατά πλήρη κυριότητα, των άνω ακινήτων, καταχωρήθηκε, κατά τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επιπλέον, ε) με ΚΑΕΚ ... εγγράφηκε στα άνω βιβλία και ακόμη ένα ακίνητο, τμήμα του επίδικου, εμβαδού 630 τ.μ., με δικαιούχο αυτού, κατά πλήρη κυριότητα την ενάγουσα εταιρία.

Ήδη η ενάγουσα εταιρία ισχυρίσθηκε ότι τα άνω τέσσερα πρώτα ακίνητα, τμήματα του επίδικου, εσφαλμένα καταχωρήθηκαν στην ιδιοκτησία του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον η ίδια είναι αποκλειστικά κυρία αυτών, τα οποία έχουν, όπως όλο το επίδικο ακίνητο, αγροτικό χαρακτήρα, δια της ασκήσεως πράξεων νομή με διάνοια κυρίας και καλή πίστη συνεχώς, προσμετρώντας και τη νομή των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους τουλάχιστον από το έτος 1880 και μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Αποδείχθηκε δε ότι στην άνω περιοχή, όπου το επίδικο, από το έτος 1900, στην ειδικότερη θέση "...", είχαν βεβαιωθεί κοιτάσματα σιδήρου. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών ανατέθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, από το έτος 1905 στην ενάγουσα εταιρία. Το μεταλλείο αυτό καταλαμβάνει έκταση, σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του έτους 1910 (όταν οριοθετήθηκε), 7467 στρεμμάτων.

Το μετάλλευμα που εξορυσσόταν, μεταφέρονταν με εναέριο σιδηρόδρομο μεταφοράς μήκους 8,5 χιλιομέτρων περίπου, που στηριζόταν σε πέτρινες κολώνες, στην περιοχή του ... της τότε κοινότητας ... στη θέση "...". Μόλις έφτανε στη θέση αυτή η μεταφερόμενη ποσότητα μεταλλεύματος απετίθετο στην εκεί υπάρχουσα πλατεία φορτώσεως, ενώ στη συνέχεια, αφού συγκεντρώνονταν ικανοποιητική ποσότητα μεταλλεύματος, φορτώνονταν σε πλοία με τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών εργατών, που εργαζόταν περιστασιακά στην ενάγουσα εταιρία.

Η φόρτωση γινόταν από την αποβάθρα φορτώσεως, που είχε κατασκευαστεί από την ενάγουσα εταιρία. Η επίδικη εδαφική έκταση δεν είναι ο χώρος του μεταλλείου, βάσει της παραπάνω οριοθέτησης, αλλά η άνω πλατεία συγκεντρώσεως - φορτώσεως του μεταλλεύματος. Η άνω έκταση (επίδικη) ήταν, από την έναρξη λειτουργίας του μεταλλείου, αναγκαία για τη λειτουργία αυτού, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, εκεί μπορούσε να γίνει η συγκέντρωση και η φόρτωση του μεταλλεύματος.

Η ενάγουσα, από την παραχώρηση σ’ αυτή του άνω μεταλλείου (1905), χρησιμοποιούσε την επίδικη έκταση, κατά τις ακόλουθες (κατά τμήμα αυτής και χρόνου) διακρίσεις: α) από το έτος 1915 χρησιμοποιούσε ένα τμήμα αυτού (του όλου επίδικου), εμβαδού 3,5 στρεμμάτων του οποίου τη νομή παρέδωσε, τότε, σ’ αυτή (ενάγουσα), με άτυπη σύμβαση, η εταιρία με την επωνυμία "Εταιρία τεχνικών έργων Α.Ε.", στην οποία το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε σ’ αυτή, λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, ως ακολούθως: 1) κατά το μεν μερικότερο τμήμα, εμβαδού 3 στρεμμάτων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1907 πωλητηρίου συμβολαίου το τότε συμβολαιογράφου ...

Γ. Θεόφιλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Η άνω μεταβίβαση του ακινήτου (τμήματος), αυτού, όπως οριοθετούμενο στο άνω συμβόλαιο, συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπο χώρο εναποθέσεως μεταλλεύματος της ενάγουσας, δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Π., αρκτικώς με θάλασσα και μεσημβρινώς με δρόμο, έγινε (η μεταβίβαση) από τον Α.

Κ., στον οποίο περιήλθε, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το ίδιο έτος (1907), από τον Κ. Π., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ".../1907 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ Κούρου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Και 2) κατά δε το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 0,5 στρεμμάτων,

δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1911 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Γ. Θεόφιλου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Η μεταβίβαση του τμήματος αυτού, όπως οριοθετούμενο στο άνω συμβόλαιο, βρίσκεται στο βορειοανατολικό μέρος του χώρου της πλατείας, που η ενάγουσα χρησιμοποιούσε για την άνω εναπόθεση των μεταφερόμενων σιδηρομεταλλευμάτων, έγινε (η μεταβίβαση) από τον Π.

Κ., στον οποίο περιήλθε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το ίδιο έτος (1911) από τον Κ. Π. Π., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1911 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ. Κούρου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Μάλιστα στο άνω συμβόλαιο γίνεται αναφορά ότι η άνω μεταβίβαση γίνεται ενόψει του ότι η αγοράστρια (ενάγουσα), έχοντας στην ιδιοκτησία της (όπως αναγράφεται) την πλατεία που χρησιμοποιούσε για την εναπόθεση των μεταφερόμενων (με εναέριο σιδηρόδρομο) εκεί σιδηρομεταλλευμάτων, κατέλαβε και το τμήμα αυτό (το μεταβιβασθέν).

Β) από το έτος 1931 χρησιμοποιούσε, για την εναπόθεση του μεταλλεύματος και για την εν γένει ικανοποίηση των παραπάνω αναγκών της για την προώθηση του εξορυσσόμενου προϊόντος, και έκταση, εμβαδού 630 τ.μ., η οποία περιήλθε σε αυτή (ενάγουσα), λόγω πωλήσεως, από το Χ. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1931 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ...

Απ. Ντέβα, που νόμιμα μεταγράφτηκε στα βιβλία μεταγραφών (στον τόμο … και αριθμό ...), όπως, παρά τα αντιθέτως γενόμενα δεκτά (εσφαλμένα) από την εκκαλουμένη απόφαση, αναγράφεται στο ίδιο το άνω συμβόλαιο. Το άνω ακίνητο (τμήμα του όλου επίδικου), είναι γειτονικό προς το άνω υπόλοιπο ακίνητο (που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε η ενάγουσα για την εναπόθεση του μεταλλεύματος) και κατά το συμβόλαιο συνορεύει με δάσος, με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και με ιδιοκτησία του Κ.

Αυτό δε, το οποίο περιήλθε κατά κυριότητα στον άνω Χ. Δ. (πωλητή), από τον Ι. Σ., λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1927 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Απ. Ντέβα, που νόμιμα μεταγράφηκε (στον τόμο … και αριθμ. ...), κατά την άνω κτηματογράφηση έχει καταχωρηθεί, όπως αναφέρθηκε, με ΚΑΕΚ ...

και δικαιούχο (κατά κυριότητα) την ενάγουσα εταιρία. Και Γ) από το έτος 1905, ως χώρο εναπόθεσης του άνω μεταλλεύματος και εν γένει ικανοποίησης των παραπάνω αναγκών της για την προώθηση εξορυσσόμενου προϊόντος, χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, την υπόλοιπη (πέραν των άνω 3,5 στρεμμάτων + 630 τ.μ.) επίδικη έκταση, τη νομή της οποίας παρέδωσαν, με άτυπη μεταβίβαση, οι μέχρι τότε νομείς (κατά μερικότερα τμήματα ο καθένας) Φ.

Π., Ι. Π., Κ. Π. ή Π., Ι. Ψ., Ό. Σ. και Α. Σ.. Αποδείχθηκε δε ότι η ενάγουσα στα άνω ειδικότερα προσδιοριζόμενα τμήματα του επίδικου, χρησιμοποιώντας αυτά, κατά τα άνω, και εν γένει ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, από τους χρόνους που αναφέρθηκε για το καθένα και μέχρι το έτος 2003 (τουλάχιστον), δηλαδή μέχρι την έναρξη κτηματογραφήσεως της περιοχής, ασκούσε φανερές πράξεις εξουσιάσεως και διαχείρισής τους με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστική κυρία και δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι την 23-2-1946 (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.) και έκτοτε ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστεως (η οποία άλλωστε εξακολουθούσε να υπάρχει), χωρίς το δικαίωμα κυριότητά της να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα, το έτος 1901, με την από 26-10-1901 απόφαση του τότε Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 232/1901) παραχωρήθηκε το δικαίωμα μεταλλεύσεως σιδήρου (μεταλλειοκτησίας) στην άνω θέση στους Π. Π., Α. Β., Χ. Δ. και Ν. Χ. Στην ενάγουσα, το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας, παραχωρήθηκε αργότερα (από το έτος 1930, με συνεχείς νόμιμα καταρτιζόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης από τους τότε δικαιούχους), πλην όμως αυτή από το έτος 1905, έχοντας νόμιμα μισθώσει το χώρο του μεταλλείου, είχε την εκμετάλλευση αυτού.

Συστηματικά την εκμετάλλευση του μεταλλείου συνέχισε μέχρι την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1939). Μετά τον πόλεμο υπήρξε σημαντικός περιορισμός των δραστηριοτήτων της μέχρι το έτος 1956. Το έτος αυτό εκμίσθωσε το μεταλλείο σε αλλοδαπή εταιρία, για χρονικό διάστημα τριών ετών, με δικαίωμα παρατάσεως της μίσθωσης.

Στη συνέχεια εκμίσθωσε το μεταλλείο στο Δ. Π. για το χρονικό διάστημα από το έτος 1965 μέχρι 1967, με δικαίωμα παρατάσεως της μίσθωσης, ενώ αργότερα, το έτος 1985, εκμίσθωσε αυτό στην εταιρία "... Ανώνυμη Μεταλλευτική και Μεταλλουργική εταιρία ... Α.Ε.", αρχικά για το διάστημα 1985 - 1988 και ακολούθως, μετά από παρατάσεις έως την 20-12-1997.

Καθ’ ολο το παραπάνω διάστημα (από το έτος 1905 ή ειδικότερα από τους άνω χρόνους για κάθε τμήμα του επίδικου), χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του μεταλλείου και συγκεκριμένα για την εναπόθεση, διακίνηση και φόρτωση των ποσοτήτων μεταλλεύματος σε πλοία. Για το σκοπό αυτόν, η ενάγουσα, κατά τα πρώτα έτη της εκμεταλλεύσεως του μεταλλείου προέβη, μέσα στο επίδικο ακίνητο, σε ανέγερση κτιρίων, σε κατασκευή αποβάθρας, σε ανόρυξη φρέατος και σε κατασκευή δικτύου για την κίνηση των βαγονέτων μεταφοράς του μεταλλεύματος.

Πολύ αργότερα, από το έτος 1975 η ίδια (η ενάγουσα) φρόντισε για την αποξήλωση του εναέριου σιδηροδρόμου, για λόγους ασφαλείας ως προς τα κινούμενα εκεί αυτοκίνητα. Τα υλικά από την αποξήλωση συγκέντρωνε στην παραπάνω πλατεία συγκεντρώσεως για περαιτέρω εκμετάλλευσή τους απ’ αυτήν. Επί πλέον η ενάγουσα επιτηρούσε συνεχώς το επίδικο ακίνητο, επέβλεπε και ενδιαφερόταν για την ύπαρξη και σωστή συντήρηση των εν γένει εγκαταστάσεών της με το διορισμό φυλάκων και συντηρητών και προστάτευε το δικαίωμά της από κάθε προσβολή και επέμβαση τρίτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Σ. Κ., ο οποίος είχε προσληφθεί από την ενάγουσα και απασχολήθηκε ως φύλακας της άνω ιδιοκτησίας της από 1-2-1960 μέχρι και 20-4-1985 και ο Κ. Κ., εγγονός του διατελέσαντος παλαιότερα φύλακα, Κ. Κ., αμφισβητούντες το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, κατέλαβαν τμήματα του επίδικου (ο πρώτος κατά τα έτη 1985-1987, τμήματα εμβαδού 2920 τ.μ., 2090 τ.μ.

και 3535 τ.μ. και ο δεύτερος κατά το έτος 1975 τμήμα εμβαδού 3825 τ.μ.), η ενάγουσα άσκησε εναντίον τους την από 1-11-1990 (αριθμ. εκθ. 4284/1990) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του επίδικου (όπως προσδιοριζόταν τότε στο από Αύγουστο 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ.

Β., με έκταση 23492 τ.μ.) και να υποχρεωθούν οι προαναφερόμενοι να της αποδώσουν τα παραπάνω εδαφικά τμήματα. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την υπ’ αριθμ. 14/1998 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 6845/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (η κατ’ αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 886/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου).

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθ’ όλο το άνω χρονικό διάστημα, δεν προέβαλε δικαιώματα (και δη νομής ή κυριότητας) επί του επίδικου, καθόσον αντίθετα: α) με τις υπ’ αριθμ. 25675/5335/1997 και 16915/3775 αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 797/1997 και 522/1998) χαρακτηρίστηκαν ως διατηρητέα κτίσματα και εγκαταστάσεις (κτίρια, πυλώνες και γραμμές του εναέριου σιδηρόδρομου) που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο και, κατ’ αυτές τις αποφάσεις, φέρονται ως ιδιοκτησία της ενάγουσας και β) στο υπ’ αριθμ. .../1977 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο οποίο γίνεται αναφορά στα κατασχεθέντα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας (και η εκπλειστηρίαση 5360 μετοχών της ενάγουσας που ανήκαν κατά κυριότητα στην τότε οφειλέτρια Τράπεζα Χίου), αναφέρεται και η αξία της εν γένει περιουσίας της ενάγουσας, μεταξύ της οποίας, εκτός άλλων (της αξίας της μεταλλειοκτησίας κ.λ.π.) και η αξία των ακινήτων (κτημάτων, όπως αναγράφεται) στη θέση "...", δηλαδή των επίδικων.

Αποδείχθηκε δε, περαιτέρω, ότι οι αναφερόμενοι παραπάνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (άμεσοι ή απώτεροι), οι οποίοι, όπως εκτέθηκε, μεταβίβασαν τα προσδιοριζόμενα ειδικότερα, ως άνω, τμήματα στην ενάγουσα, λόγω πωλήσεως, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (για τα άνω τμήματα εμβαδού 3 στρεμμάτων, 0,5 στρέμματος και 630 τ.μ.) είτε, άτυπα, με παράδοση της νομής (για την υπόλοιπη εδαφική έκταση), ασκούσαν συνεχώς, τουλάχιστον από το έτος 1880, εμφανείς διακατοχικές πράξεις (επίβλεψης, καλλιέργειας, κλπ.), προσιδιάζουσες στον αγροτικό χαρακτήρα του επίδικου, με ειλικρινή πεποίθηση (καλή πίστη) ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι και δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι (και συνεχώς) τις 11-9-1915.

Συγκεκριμένα τις άνω πράξεις ασκούσαν συνεχώς από το έτος 1880 (τουλάχιστον): α) ο Α. Κ. (από το έτος 1907) και πριν από αυτόν ο Κ. Π. (από το έτος 1880) στο άνω μερικότερο τμήμα, εμβαδού, 3 στρεμμάτων, το οποίο στα άνω υπ’ αριθμ. .../1907 και .../1907- συμβόλαια (με τα οποία και η άνω μεταβίβαση αυτού) περιγράφεται, κατά τα άνω, ως αγρός, μέχρι και το έτος 1907 (οπότε και η μεταβίβαση στην ενάγουσα).

Στη συνέχεια και μέχρι τις 11-9-1915 ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίστηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίου (χρησιμοποιώντας το τμήμα αυτό, μαζί με το υπόλοιπο, για την ικανοποίηση των αναγκών του μεταλλείου), β) ο Π. Κ. (από το έτος 1911) και πριν από αυτόν ο Κ. Π. Π. (από το έτος 1880) στο άνω μερικότερο τμήμα εμβαδού 0,5 στεμμάτων, το οποίο στα άνω υπ’ αριθμ. .../1911 και .../1991 πωλητήρια συμβόλαια (με τα οποία και η άνω μεταβίβαση αυτού) περιγράφεται, κατά τα άνω, ως αγρός, μέχρι το άνω έτος 1911 (οπότε και η μεταβίβαση της ενάγουσας).

Στη συνέχεια και μέχρι τις 11-9-1915 (αλλά και ακολούθως, όπως αναφέρθηκε) ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίσθηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίας (χρησιμοποιώντας, όπως αναφέρθηκε, και το τμήμα αυτό για την εξυπηρέτηση των άνω αναγκών μεταλλείου), γ) ο Ι. Σ., από το έτος 1880 (τουλάχιστον) και μέχρι τις 11-9-1915, αλλά και ακολούθως μέχρι το έτος 1927 και στη συνέχεια ο Χ.

Δ., μέχρι το έτος 1934, στο άνω μερικότερο τμήμα, εμβαδού 630 τ.μ., το οποίο στο άνω υπ’ αριθμ. .../1931 πωλητήριο συμβόλαιο (με το οποίο και η μεταβίβαση στην ενάγουσα) περιγράφεται ως αγρός). Και δ) οι Φ. Π., Ι. Π., Κ. Π. ή Π., Ι. Ψ., Ό. Σ. και Α. Σ., από το έτος 1880 (τουλάχιστον ) και μέχρι και το έτος 1905 (οπότε και παρέδωσαν τη νομή στην ενάγουσα), στην υπόλοιπη, ως άνω, εδαφική έκταση του επίδικου.

Στη συνέχεια και μέχρι τις 11-9-1915 (αλλά και εφεξής, κατά τα άνω) ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίστηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στους άνω δικαιοπαρόχους της (άμεσους και απώτερους) το επίδικο, κατά τα παραπάνω τμήματά του, περιήλθε κατά κυριότητα με τα επικαλούμενα παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου (βλ.

αυτά). Όμως, τα παραχωρητήρια αυτά δεν συνοδεύονταν και με τοπογραφικά διαγράμματα (όπως και τα άνω συμβόλαια) και δεν αποδείχθηκε με πληρότητα ότι τα ακίνητα των παραχωρητηρίων (αν και μερικά πράγματι βρίσκονται στην ένδικη περιοχή) ταυτίζονται, συνολικά ή κατά ένα μέρος, με το επίδικο ακίνητο (βλ. περί αυτών:

την τεχνική έκθεση του μηχανικού Σ. Τ. και υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-3-2004 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνση Δημ. Περ. του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και την από το έτος 2008 διοικητική έκθεση του Ν. Σ., εφοριακού ΠΕ/Β’ την τεχνική έκθεση της τοπογράφου Π. Π. και το σχέδιο τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου Γ. Σ.). Ωστόσο, ανεξαρτήτως τούτου, όπως αναφέρθηκε, οι άνω δικαιοπάροχοι (άμεσοι ή απώτεροι, κατά τις παραπάνω διακρίσεις) της ενάγουσας και στη συνέχεια η ίδια η ενάγουσα ασκούσαν τις παραπάνω πράξεις νομής επί όλου του επίδικου με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το έτος 1880 (τουλάχιστον) και μέχρι τις 11-9-1915 συνεχώς.

Περαιτέρω, το επίδικο ή έστω ένα μέρος του, δεν αποτελεί (ή αποτελούσε) δάσος ή δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα, ούτε είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου ή είχε εγκαταλειφθεί ή ήταν αδέσποτο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται (κατ’ ένσταση) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το επίδικο, καθ’ όλη την παραπάνω περίοδο, είχε αγροτικό χαρακτήρα, ενώ μετά το έτος 1905 το μεγαλύτερο μέρος του, εξυπηρετώντας τις εν γένει ανάγκες της λειτουργίας του άνω μεταλλείου, αποτελούσε, κατά τα άνω, το χώρο εναπόθεσης και μεταφοράς του μεταλλεύματος, επί του οποίου υπήρχαν συνεχώς εγκαταστάσεις.

Από φωτοερμηνεία των Α/Φ των ετών 1945, 1960, 1974, 1984 και 1997 αποδείχθηκε ότι: α) τα έτη 1945 και 1960 η επίδικη έκτασή της στο σύνολό της έχει αγροτική μορφή, η οποία είτε καλλιεργείται είτε αποτελεί χώρο εναπόθεσης μεταλλεύματος, ενώ στα όρια της έκτασης και στο εσωτερικό της υπάρχουν δασικές λωρίδες και μεμονωμένα δένδρα και θάμνοι καθώς και διάφορα κτίρια, β) το έτος 1974 η έκταση εξακολουθεί να έχει τον ίδιο χαρακτήρα (αγροτικό), χωρίς πλέον να εμφανίζεται η συγκέντρωση, σε χώρους αυτής, μεταλλεύματος, γ) το έτος 1984 η έκταση έχει τον ίδιο χαρακτήρα, ενώ σε τμήμα του παλαιού χώρου συγκέντρωσης μεταλλεύματος εμφανίζονται νεαρά πευκόδενδρα εκ πλαγιοσποράς και δ) το έτος 1997 στη νοτιοανατολική πλευρά της επίδικης έκτασης έχει δημιουργηθεί νεαρή πευκοσυστάδα σε επιφάνεια 2350 τ.μ., ενώ η υπόλοιπη καλλιεργείται γεωργικώς και δενδροκομικώς, όπως και οι όμορες προς την πευκοσυστάδα εκτάσεις.

Από το επίδικο ακίνητο το μεν τμήμα εμβαδού 19 στρεμμάτων περίπου, αποτελεί έκταση καλλιεργούμενη ή χώρο εναπόθεσης του μεταλλεύματος, όπου και οι εγκαταστάσεις, στα δε υπόλοιπα τμήματα, εμβαδού 1755 τ.μ. (εδαφική λωρίδα πλάτους 15-20 μ. κατά μήκος του νοτίου ορίου) και 2698 τ.μ. (εδαφική λωρίδα μήκους 150 μ. και πλάτους 5-20 μ που παρεμβάλλεται μεταξύ του αιγιαλού και της άνω αγροτικής έκτασης) υπάρχουν αραιοί θάμνοι, που καλύπτουν ποσοστό του εδάφους μικρότερο του 5% (βλ.

ιδία την από Ιανουάριο 2004 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του δασοπόνου Δ. Π. με το συνημμένο σ’ αυτή από Αύγουστο 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Β.). Το επίδικο είχε τον ίδιο ως άνω χαρακτήρα (αγροτικό) από το έτος 1880 (τουλάχιστον), όπως και η όμορη περιοχή. Η κρίση αυτή, περί του προαναφερόμενου χαρακτήρα του επίδικου, ενισχύεται από το γεγονός:

α) ότι σε όλα τα άνω συμβόλαια, που αφορούν τις μεταβιβάσεις τμημάτων (όπως περιγράφθηκαν) του επιδίκου, αλλά και όμορων ακινήτων, γίνεται σαφής αναφορά σε αγροτικό χαρακτήρα, β) ότι το επίδικο αποτελεί μία ενιαία έκταση, η οποία οριοθετείται με ιδιοκτησίες (καλλιεργούμενες) και όρια αιγιαλού και παραλίας και όχι με δάσος ή δασικές εκτάσεις (βλ.

και την άνω έκθεση φωτοερμηνείας), γ) ότι το επίδικο ήδη από το έτος 1905 (κατά το μεγαλύτερο μέρος του) ή και λίγο αργότερα (κατά τα άνω μερικότερα τμήματά του) χρησιμοποιείτο, όπως εκτενέστερα αναφέρθηκε, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας του μεταλλείου (ως χώρος εναπόθεσης και μεταφοράς μεταλλεύματος κλπ) και δ) ότι, όταν τρίτοι (ο Σ.

Κ. και Κ. Κ.) κατέλαβαν τμήματα του επιδίκου, αμφισβητούντες την κυριότητα της ενάγουσας, η τελευταία με τις άνω δικαστικές αποφάσεις (την υπ’ αριθμ. 14/1998, όπως αυτή επικυρώθηκε από την υπ’ αριθμ. 6845/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) αναγνωρίστηκε κυρία του επιδίκου, κατ’ αποδοχή ότι το επίδικο δεν αποτελούσε δασική έκταση και ότι από το έτος 1905 η ενάγουσα ασκούσε επί του επιδίκου τις ως άνω διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Κύρια, όμως, ακόμη και το ίδιο το Δασαρχείο ..., δια του αρμοδίου δασάρχη, το έτος 2004 δέχθηκε ότι από το επίδικο ακίνητο μόνο μέρος αυτού, εμβαδού 2899,06 τ.μ. αποτελεί χορτολειβαδική έκταση, κατά την έννοια των άρθρων 3 παρ. 6β, 4 παρ. 1ε, 2β, γ, δ, και ε του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3208/2003. Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθμ. .../2004 πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη ..., η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση της ενάγουσας, κατ’ άρθρο 14 του άνω ν. 998/1979, το επίδικο ακίνητο, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, εμβαδού 21.767,16 τ.μ.

αποτελεί αγροτική έκταση (μη εμπίπτουσα στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας), ενώ το μόνο μικρό μέρος αυτού, εμβαδού 2899,60 τ.μ. όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην άνω πράξη τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Τ., αποτελεί, κατά μεν το τμήμα, εμβαδού 2801,06 τ.μ., χορτολιβαδική έκταση, εμπίπτουσα, ως τέτοια, στις άνω διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, κατά δε το τμήμα των 98 τ.μ.

ως κηρυχθείσα αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. .../1977 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας. Η άνω πράξη χαρακτηρισμού έγινε αποδεκτή, κατά το προσβαλλόμενο με τις αντιρρήσεις της ενάγουσας μέρος αυτής (κατά την άνω χαρακτηριζόμενη, ως χορτολειβαδική έκταση του επίδικου), με την υπ’ αριθμ. …/2005 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιλύσεως Δασικών αμφισβητήσεων (απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις της ενάγουσας) και ακολούθως, μετά την άσκηση προσφυγής από την ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ.

…/2009 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής (απορρίφθηκε η προσφυγή). Με αυτές τις αποφάσεις έγινε δεκτό ότι η άνω έκταση, εμβαδού 2801,06 τ.μ. έχει χορτολειβαδικό χαρακτήρα, γιατί από την εξέταση των Α/Φ έτους 1945 και μεταγενέστερα η έκταση αυτή δεν έφερε στοιχεία καλλιέργειας, εμφάνιζε δε τη μορφή χέρσας έκτασης με ποώδη βλάστηση κατά τμήματα και μεμονωμένα άτομα πεύκης, ενώ και οι δύο επιτροπές απείχαν από το χαρακτηρισμό της άνω υπόλοιπης εκτάσεως, εμβαδού 98 τ.μ., γιατί αυτή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα (ΣτΕ 832/2002).

Η ως άνω, χαρακτηριζόμενη ως χορτολειβαδική, έκταση εκτείνεται στα προσδιοριζόμενα, ειδικότερα, στο τοπογραφικό διάγραμμα της δασολόγου Μ. Σ., τμήματα των άνω μερικότερων εκτάσεων του επιδίκου με ΚΑΕΚ ..., ... και ..., ενώ δεν περιλαμβάνεται στις υπόλοιπες εκτάσεις με ΚΑΕΚ ... (βλ. το ΰπ’ αριθμ. πρωτ. .../30-3-2009 έγγραφο του διευθυντή δασών του Ν.

Φθιώτιδας). Όμως και της άνω εκτάσεως δεν αποδείχθηκε ο άνω χαρακτηρισμός (χορτολειβαδικός), καθόσον, στην άνω πράξη χαρακτηρισμού και στις αποφάσεις των επιτροπών, δεν γίνεται αναφορά ότι η έκταση αυτή βρίσκεται μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις ούτε πάνω από αυτά ή σε οργανική ενότητα με όμορη δασική έκταση (πρλβ.

ΣτΕ 681/2011 ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, και η έκταση αυτή, ως αποτελούσα μέρος του ενιαίου, ως άνω, ακινήτου (επίδικου) εχρησιμοποιείτο από το έτος 1905 και εφεξής ως αγρός (αρχικά) ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ενάγουσας. Με βάση τα παραπάνω και δη με την εκ μέρους της ενάγουσας και των άνω δικαιοπαρόχων της συνεχή, από το έτος 1880 (τουλάχιστον) και χωρίς διακοπή, άσκηση πράξεων νομής μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης (2004) και την άσκηση της αγωγής (2008) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.), η ενάγουσα έγινε κυρία αυτού κατά πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία.

Αυτή δε, εξάλλου, κατέστη κυρία της εκτάσεων των 630 τ.μ. (με ΚΑΕΚ ...) και με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του αναφερομένου παραπάνω υπ’ αριθμ. .../1931 πωλητηρίου συμβολαίου που νόμιμα μεταγράφηκε, καθόσον ο δικαιοπάροχός του Χ. Δ. με συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου αυτού Ι. Σ. (από το έτος 1880 και εφεξής), ήταν κύριος με έκτακτη χρησικτησία.

Σε κάθε περίπτωση και αν το επίδικο ακίνητο (εν όλω ή κατά το χαρακτηριζόμενο ως χορτολειβαδικό τμήμα εμβαδού 2899,06 τ.μ.) είχε από το έτος 1880 το χαρακτήρα του δάσους ή της δασικής έκτασης ή και χορτολειβαδικής ή και του δημοσίου κτήματος, η ενάγουσα και πριν απ’ αυτή οι άνω δικαιοπάροχοί της ασκούσαν, κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία σε όλο το επίδικο με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη επί συνεχή, με συνυπολογισμό και των χρόνων νομής όλων των άνω δικαιοπαρόχων, 30ετία μέχρι τις 11-9-1915 (1880 - 1915), δηλαδή για χρονική περίοδοί που ήταν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία των δημοσίων κτημάτων ή και δασών.

Το εναγόμενο, από το έτος 1880 και εφεξής, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και ο ισχυρισμός του, όπως προτάθηκε παραδεκτώς πρωτόδικα και επαναφέρει προς απόκρουση της εφέσεως, ότι είναι κύριο του επίδικου (εν όλω ή εν μέρει) για τους άνω επάλληλους λόγους, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί ένσταση ίδιας κυριότητας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του συνόλου του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τόσο αυτή, όσο και οι επικαλούμενοι απ’ αυτήν δικαιοπάροχοί της νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίων και καλή πίστη (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.) τούτο, το οποίο έχει αγροτικό χαρακτήρα, από το έτος 1880 (τουλάχιστον) και μέχρι την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης (2004) και την άσκηση της ένδικης αγωγής (2008), με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι και δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι τις 23-2-1946 και έκτοτε ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστεως, χωρίς το δικαίωμα κυριότητάς τους να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατόπιν αυτών, δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ’ ουσίαν, δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από 6-5-2008 (αρ. καταθ. .../2008) αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της, κατά τις βάσεις της κτήσεως κυριότητας με παράγωγο τρόπο (του τμήματος του εμβαδού 630 τ.μ.) και με έκτακτη χρησικτησία (ολόκληρου του επιδίκου) και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 Πανδ. (50-14), ν.2 παρ.20 Πανδ. (41-4), ν. 6 Πανδ.(44-3), ν.76 παρ.1 Πανδ.(18-1), 7 παρ.3 Πανδ. (23-3), ν.20 παρ.12 Πανδ.(5.8), 27 Πανδ.(18,1), 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 5 παρ.5, 1, Πανδ.(41.10) και 109 Πανδ. (50.16) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου περί κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτων, ούτε τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "Περί γαιών", οι οποίες ίσχυσαν μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ., των άρθρων 5 και 6 του πρωτοκόλλου της 3/22-2-1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα από 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, της από 9-7-1831 Συνθήκης Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, της από 28-3-1835 Ελληνοτουρκικής Σύμβασης, του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 β.δ/τος, των άρθρων 1, 2, 3, του β.δ/τος 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", του β.δ/τος 26-4/8-5-1938, από 26-6/8-7-1836 και 2/14-10-1836, του άρθρου 16 του ν.

της 21-6/10-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4-/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", που επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 58 του ν.δ.86/1969, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 51 του Εισ.

Ν.Α.Κ. και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων των άρθρων 974, 976, 979, 1045 και 1051 του Α.Κ., που εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η ενάγουσα, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο ακίνητο επίδικο, που καθ’ όλη την περίοδο από το 1880 και εφεξής είχε χαρακτήρα αγροτικό (και όχι δάσους, λιβαδιού ή βοσκότοπου) και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, τουλάχιστον για μία τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915 και απέκτησε έτσι αυτή (αναιρεσίβλητη) κυριότητα σε αυτό, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν, και οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις.

Δεν ήταν αναγκαίο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας, στην οποία στήριξε το διατακτικό του, ο προσδιορισμός των προσώπων ή της Αρχής, που παραχώρησαν τη φυσική εξουσία επί του επιδίκου στον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης το 1880 ή προηγουμένως, ούτε συγκεκριμένη αναφορά στο αν το επίδικο ανήκε προ της 3-2-1830 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους ιδιώτες, στον τρόπο που ο απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης απέκτησε τη νομή του επιδίκου το 1880 και αν αυτό είχε καταληφθεί από Έλληνες ιδιώτες πριν από την έναρξη του Απελευθερωτικού Αγώνα, αφού, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, τέτοιες προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτούντο.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με εσφαλμένη εφαρμογή καθώς και την από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα του χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, της νομής (χρησικτησίας) των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και της ίδιας και της κτήσης της κυριότητας αυτού από την τελευταία, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (Α.Π. 78/2015).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ασκήσεως πράξεων νομής στο επίδικο από τον απώτατο και τους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης από το 1880 χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, της έκθεσης φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών, των υπόλοιπων τεχνικών εκθέσεων και της από το έτος 1923 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Μ.

Σ., τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτόν αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ.

πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. ).- Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ., τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται σ’ αυτά, δικαιούνται, εφόσον τούτο δεν αποκλείστηκε από το νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, χωρίς να δύνανται να ελέγχουν και την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων.

Έλεγχο δε της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως συνιστά και η έρευνα της υπάρξεως ή μη αιτιολογίας όταν αυτή επιβάλλεται ειδικώς από το νόμο ή απαιτείται από τη φύση της πράξεως. Τα δικαστήρια, όμως, όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, όταν τίθεται ενώπιον τους παρεμπιπτόντως προς κρίση ζήτημα, δεν δεσμεύονται από τις πράξεις της διοικήσεως αλλά μπορούν να αποφασίσουν διαφορετικά, εφόσον διαπιστώσουν ότι αυτές (πράξεις) δεν είναι νόμιμες (Α.Π. 973/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος (τελευταίος) του αναιρετηρίου λόγος, που περιέχει αιτίαση υπερβάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ), διότι επεκτάθηκε το Εφετείο στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού του τμήματος του επιδίκου εμβαδού 2899,60 τ.μ., που αποτελεί κατά μεν το τμήμα, εμβαδού 2801,06 τ.μ., χορτολιβαδική έκταση, εμπίπτουσα, ως τέτοια, στις άνω διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, κατά δε το τμήμα των 98 τ.μ.

ως κηρυχθείσα αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. .../1977 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, αμφισβητώντας έτσι την ορθότητα τόσο των παραπάνω διοικητικών πράξεων (πράξη χαρακτηρισμού και πράξη αναδασώσεως) όσο και των αποφάσεων του, κρίναντος επ’ αυτών των πράξεων κατόπιν υποβολής αντιρρήσεων, συλλογικού οργάνου (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Λαμίας), χαρακτηρίζοντας και το παραπάνω τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2899,60 τ.μ.

ως αγρό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δικαιούτο, κατά τα προεκτεθέντα, να κρίνει παρεμπιπτόντως περί της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και αποφάσεων των προαναφερόμενων διοικητικών οργάνων, αφού δίκασε επί ιδιωτικής διαφοράς (αγωγή περί διεκδικήσεως ακινήτου) και είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί διαφορετικά, εφόσον, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι οι άνω διοικητικές πράξεις και αποφάσεις είναι μη νόμιμες.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, πού διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ.ΚΠολΔ.

και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), πού εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987(ΑΠ 1174/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ... Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 35/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ