1443/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1443/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα πρακτικά όμως του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει, ότι κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε παρέστη κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ τρόπο. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1443 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1443/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK-ERGASIAS ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ.-Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7366/99 μη οριστική 6200/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4685/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 16-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576§2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου ο οποίος επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 9393, 9394/12-12-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινομένης από 18-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 4685/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, περιέχον πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2011, ότε η συζήτηση ανεβλήθη για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την ήδη αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητη.
Ομοίως, επεδόθη στον ίδιο Εισαγγελέα και η από 9-6-2011 βεβαίωση της Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για την παρούσα δικάσιμο, με κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση, για την ήδη αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητη, συγχρόνως δε, όπως προκύπτει από τα φύλλα των εφημερίδων "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ" και "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ και ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ", έγιναν και σχετικές δημοσιεύσεις περιλήψεων των επιδοθέντων δικογράφων κατά την 16-12-2011.
Από τα πρακτικά όμως του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει, ότι κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε παρέστη κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ τρόπο. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217, 218, 223, 229 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος.
Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Εξάλλου για τη θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 484/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα Α. Κ. και ο σύζυγός της Ε. Κ. στις 21.3.1996, ύστερα από προτροπή του γνωστού τους Π. Π. που εργαζόταν ως Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος στην οδό ... της εναγομένης ... κατέθεσαν στο Κεντρικό κατάστημα της εναγομένης το ποσό των 20.000.000 δραχμών σε κοινό ή διαζευκτικό λογαριασμό Ταμιευτηρίου - CAPITAL με δικαιούχους την ίδια και το σύζυγο της...
Στις 28.2.1997 η ενάγουσα μετέβη στο άνω Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης, στο οποίο μέχρι 14.5.1996 ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή και ύστερα χρέη Αναπληρωτή Διευθυντή, ο γνωστός της Π. Π., ο οποίος συνήθως την εξυπηρετούσε προσωπικά στις διάφορες συναλλαγές της με την εν λόγω τράπεζα (αναλήψεις-καταθέσεις) και αφού προέβη σε διάφορες τραπεζικές συναλλαγές, με την προτροπή του τελευταίου κατάρτισε με την εναγόμενη μέσω του άνω Διευθυντή του καταστήματος σύμβαση συναλλαγής επί τίτλων του Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (REPOS) και για το σκοπό αυτό κατέβαλε στην εναγόμενη εκπροσωπούμενη ως άνω, το ποσό των 15.000.000 δραχμών για επένδυση αυτού επί 17 ημέρες, με απόδοση 11,50% σε ετήσια βάση και η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα ή στο συνδικαιούχο σύζυγό της στις 17.3.1997 πλέον του κεφαλαίου και ποσό 80.342 δραχμές, δηλαδή συνολικά 15.080.342 δραχμές και επιπλέον η τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να φυλάσσει με ευθύνη της τα επενδεδυμένα ως άνω αξιόγραφα στο όνομα του πελάτη και χωρίς καταβολή φυλάκτρων.
Για τη συναλλαγή αυτή συντάχθηκε η προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../28.2.1997 βεβαίωση συναλλαγής REPOS της εναγομένης, που έφερε κάτω από την επωνυμία αυτής (εναγομένης) την υπογραφή του Διευθυντή του Κεντρικού καταστήματος Π. Π. και της υπαλλήλου του ιδίου καταστήματος με δεύτερη υπογραφή Ι. Σ. και από κάτω τις σφραγίδες των άνω υπαλλήλων.
Κατόπιν αιτήσεων της ενάγουσας στις 17.3.1997 και 17.4.1997 η ανωτέρω επένδυση ανανεώθηκε και επαναλήφθηκε με τους ίδιους όρους από τον Π. Π., ενεργούντα υπό την ανωτέρω ιδιότητά του για λογαριασμό της εναγομένης και από την άνω υπάλληλο με δικαίωμα δεύτερης υπογραφής, δηλαδή επένδυση του ποσού με το ίδιο ετήσιο επιτόκιο και για ένα μήνα κάθε φορά και η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα στις 17.4.1997 ποσό 15.222.882 δραχμών και στις 17.5.1997 το ποσό των 15.371.556 δραχμών.
Όταν η ενάγουσα κατά τη λήξη της σύμβασης αναζήτησε το χρηματικό ποσό της επένδυσης πλέον τόκων και συνολικά 15.371.556 δραχμές, η εναγόμενη αρνήθηκε προφορικώς και εγγράφως την καταβολή ισχυριζόμενη ότι ο τίτλος είχε πλαστογραφηθεί από τον Π. Π., ο οποίος είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από την εναγόμενη από τις 6.12.1996 και είχε ανακληθεί από την ίδια ημερομηνία το δικαίωμα υπογραφής και ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα να εκπροσωπεί και να δεσμεύει την εναγόμενη και επιπλέον αυτός είχε θέσει κατ' απομίμηση την υπογραφή της άλλης υπαλλήλου Ι.
Σ. χωρίς εντολή της τελευταίας, ενώ το ποσό της κατάθεσης ουδέποτε είχε περιέλθει στην κατοχή της εναγόμενης τράπεζας. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς της εναγομένης, που προβλήθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρονται και ως λόγοι εφέσεως στην παρούσα δίκη, αποδείχθηκαν τα εξής: Πράγματι με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 121/5.12.1996 πράξη της Γενικής Διεύθυνσης της εναγομένης, ο Π.
Π., όντας Υποδιευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης τέθηκε από 6-12-1996 στη διάθεση της Γενικής Διεύθυνσης και από την τελευταία ημερομηνία ανακλήθηκε και το δικαίωμα υπογραφής που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν για το Κεντρικό Κατάστημα. Η θέση του Π. Π. στη διάθεση της Τράπεζας και η ανάκληση του δικαιώματος υπογραφής αυτού, από 6.12.1996 γνωστοποιήθηκε στους υπαλλήλους της εναγομένης με την έκδοση σχετικής εγκυκλίου διαταγής, που απευθυνόταν μόνο στο υπαλληλικό προσωπικό της εναγομένης και όχι στους πελάτες αυτής.
Η θέση του Π. Π. στη διάθεση της τράπεζας και η ανάκληση υπογραφής, έγιναν επειδή διαπιστώθηκε ακαταστασία και έλλειψη οργάνωσης στην υπηρεσία χρηματοδοτήσεων της εναγόμενης και ελλείμματα στις εξασφαλίσεις αυτών των χρηματοδοτήσεων και μέχρις ότου γίνουν προσπάθειες για την τακτοποίηση αυτών των εκκρεμοτήτων ο ανωτέρω διατηρήθηκε στην υπηρεσία προκειμένου να διευκολυνθεί το έργο του ελέγχου και να δοθούν εξηγήσεις.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Π. Π. και μετά τη θέση αυτού στη διάθεση της Τράπεζας και την ανάκληση του δικαιώματος υπογραφής, εξακολούθησε να προσέρχεται στο χώρο εργασίας του στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγόμενης και παρέμεινε εντός αυτού κατά τις ώρες λειτουργίας και συναλλαγής με τους πελάτες της Τράπεζας, έχοντας πρόσβαση στα έντυπα και τις σφραγίδες της εναγομένης.
Με την τοποθέτηση του Π. Π. από 6.12.1996 στη διάθεση της εναγόμενης ή σε κατάσταση διαθεσιμότητας (όπως κατατέθηκε πρωτοδίκως και από τους εξετασθέντες με επιμέλεια της εναγομένης μάρτυρες Π. Κ. ... και Ν. Χ. ...) δεν έπαυσε ούτε καταλύθηκε η υπαλληλική του σχέση με την εναγόμενη και αυτός εξακολούθησε να συνδέεται με αυτή με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και να μισθοδοτείται από αυτήν (εναγομένη) ... .
Ενώ ο Π. Π. είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από 6.12.1996 και από 24.2.1997 βρισκόταν (αρθείσας της διαθεσιμότητας) σε υποχρεωτική κανονική άδεα ... με παρέμβαση του κ. Κ., Διευθυντή Δ/σης Κατ/σεων και Εξυπηρέτησης Κατ/των διακόπηκε η κανονική άδειά του για τις ημέρες 27.2.1997 και 28.2.1997 με την αιτιολογία, ότι ο Π. Π. διαχειριζόταν ίδιος προσωπικά ορισμένους φίλους πελάτες, των οποίων έληγαν διάφοροι τίτλοι - βεβαιώσεις και προκειμένου να μην υπάρξουν απώλειες, έπρεπε να τις διαχειριστεί ο ίδιος προσωπικά.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να περιφέρεται ο ανωτέρω τις συγκεκριμένες ημέρες καθώς και άλλες ημέρες όπως προαναφέρθηκε, στους χώρους του Κεντρικού Καταστήματος και εκμεταλλευόμενος την ανοχή που του επιδείχθηκε να παραδώσει - προφανώς την ίδια ημέρα - για μια ακόμα φορά πλαστές βεβαιώσεις "REPOS" σε πελάτες πραγματοποιώντας παράλληλα παράνομες συναλλαγές και πλαστογραφώντας κατ' εξακολούθηση την υπογραφή της υπαλλήλου Σ..
Όλα τα ανωτέρω διαπιστώθηκαν από τους Ν. Χ., Προϊστάμενο Τμ. Επιθεώρησης της εναγομένης και Σ. Μ. Β. Επιθεωρητή αυτής, που συνέταξαν το αριθμ. 000040/12.5.1997 εμπιστευτικό Υπηρεσιακό σημείωμα της εναγομένης. Η εναγόμενη Τράπεζα κατόπιν διενεργηθέντος εσωτερικού ελέγχου ... υπέβαλε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εναντίον του άνω υπαλλήλου της Π.
Π. τις από 2.5.1997 και 20.5.1997 μηνύσεις και ασκήθηκε εναντίον του τελευταίου ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου της Τράπεζας, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος σε βάρος της Τράπεζας και ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση.
Για τις πράξεις αυτές ο ανωτέρω υπάλληλος καταδικάσθηκε σε πολυετή κάθειρξη (βλ. υπ' αριθμ. 421/2001 απόφαση Εφετείου Αθηνών, με την οποία μεταξύ των άλλων κρίθηκε ένοχος υπεξαίρεσης επειδή στις 28.2.1997 παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσόν των 15.000.000 δραχμών, που του είχε παραδώσει η ενάγουσα για να το επενδύσει σε REPOS καθώς επίσης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως επειδή στην άνω βεβαίωση συναλλαγής REPOS που κατάρτισε ο ίδιος και παρέδωσε στην ενάγουσα προς πιστοποίηση της άνω συμφωνίας, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου Ι.
Σ. χωρίς τη συγκατάθεση αυτής). Η εναγόμενη στις 8.5.1997 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του Π. Π. λόγω της υποβληθείσας μηνύσεως και κάλεσε αυτόν να απόσχει από κάθε απασχόλησή του στην υπηρεσία της. Με βάση τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν ο Π. Π. στις 28.2.1997, οπότε καταρτίσθηκε από αυτόν ενεργούντα ως εκπρόσωπο της εναγομένης η επίδικη σύμβαση REPOS με την ενάγουσα και στους χρόνους ανανέωσης αυτής είχε οπωσδήποτε την ιδιότητα του συνδεομένου με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπαλλήλου (Αναπληρωτή Διευθυντή) του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης, με εξουσία αντιπροσώπευσής της και δικαίωμα υπογραφής για λογαριασμό αυτής και ήταν προστηθείς της εναγόμενης κατά την έννοια των άρθρων 334, 922 Α.Κ.
και θεμελιώνεται έτσι η αντικειμενική ευθύνη της εναγόμενης (προστήσασας) από τη σχέση προστήσεως. Για το ότι η εναγομένη δεσμευόταν από τις πράξεις που ενήργησε και υπέγραψε για λογαριασμό αυτής στις 28.2.1997 και στις ανανεώσεις αυτών ο Π. Π., στα πλαίσια των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, κατέθεσαν ρητά και μετά λόγου γνώσεως οι δύο μάρτυρες της εναγομένης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Π. Π. επ' ευκαιρία και εξ αφορμής της υπηρεσίας του εκμεταλλευόμενος τη φερεγγυότητα της εναγομένης, την αξιοπιστία του έργου της την εμπιστοσύνη των πελατών επενδυτών σ' αυτή κατά σαφή παράβαση και κατάχρηση των καθηκόντων του, ιδιοποιήθηκε το ποσό της επένδυσης της ενάγουσας και δεν το κατέθεσε στο ταμείο της εναγόμενης και πλαστογράφησε τον επίδικο τίτλο, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της άλλης υπαλλήλου Ι.
Σ. χωρίς τη συγκατάθεσή της και βεβαιώνοντας ψευδώς την άνω καταβολή των 15.000.000 δραχμών στην εναγομένη. Εφόσον όμως ο Π. Π. εκπροσωπούσε νόμιμα την εναγόμενη, η τελευταία δεσμεύεται από την επίδικη σύμβαση που υπέγραψε για λογαριασμό της ο άνω προστηθείς υπάλληλος στα πλαίσια άσκησης των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, έστω και αν αυτός ενήργησε κατά κατάχρηση αυτών και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης.
Η ενάγουσα δε χωρίς να γνωρίζει ή να μπορεί να υποπτευθεί την κατάχρηση συναλλάχθηκε καλόπιστα με τον γνωστό της Π. Π., που συχνά την εξυπηρετούσε ως Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος στις τραπεζικές συναλλαγές της και στο χρόνο της επίδικης συναλλαγής (σύμβασης REPOS) και των ανανεώσεών της βρισκόταν στο Κεντρικό Κατάστημα αυτής, έχοντας πρόσβαση σε έντυπα και σφραγίδες της εναγομένης συναλλασσόμενος με άλλους επενδυτές και πελάτες.
Τυχόν παρατυπίες στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και των ανανεώσεών της, όπως έλλειψη ταμία για την είσπραξη, πλαστογραφία υπογραφής αναγκαιότητα ύπαρξης δεύτερου υπαλλήλου κλπ, δεν επιδρούν στο κύρος της σύμβασης, δεδομένου ότι η άνω βεβαίωση συναλλαγής αφορά μόνο τη νομιμοποίηση του δικαιούχου και ο τύπος είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός".
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την αβασιμότητα του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ουσιώδους ισχυρισμού, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητος γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε και μπορούσε (ως "μέσος συνετός συναλλασσόμενος πελάτης") να αντιληφθεί ότι ο προαναφερόμενος τραπεζικός υπάλληλος, που ενεργούσε εξ ονόματος της αναιρεσειούσης κατά την επίμαχη συναλλαγή, κατεχράσθη της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας και ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της εργοδοτρίας του.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ). Αβάσιμος είναι, ωσαύτως, και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας: ότι ο πελάτης μιας τράπεζας που εξυπηρετείται από διευθυντή καταστήματος σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που συνήθως είναι εγκατεστημένος και ασκεί τα καθήκοντά του, υποπτεύεται ότι ο τελευταίος καταχράται την αντιπροσωπευτική του εξουσία και δρα εναντίον των συμφερόντων της τράπεζας.
Τούτο δε διότι το επικαλούμενο "δίδαγμα" , ακριβές υποτιθέμενο, αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
Κατόπιν τούτων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4685/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ