Supreme Court dismisses appeal on res judicata and abuse of right grounds regarding rent payment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on rent payments, ruling that the issue was already settled by prior judgments. The appellants argued that the lower court erred in accepting the claim despite long-term inactivity, citing abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court found the appeal inadmissible because the lower courts correctly applied the principle of res judicata and the appellants failed to prove the specific circumstances required to establish an abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The principle of res judicata applies to rent payment decisions, and the exercise of rights must not exceed limits imposed by good faith and social ethics.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1443 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1443/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κορφιάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σκουλικαρίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 243/2006 προδικαστική και 141/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/10/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 7/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απόφαση για την καταβολή μισθωμάτων αποτελεί δεδικασμένο, η έκταση του οποίου προσδιορίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 321 επ. Κ.Πολ.Δ , καθόσον η διάταξη του άρθρου 651 του ίδιου Κώδικα η οποία εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 331 του Κ.Πολ.Δ αφορά μόνο τις αποφάσεις για την παράδοση ή απόδοση και όχι αποφάσεις για το μίσθιο με άλλο αντικείμενο, όπως την καταβολή μισθωμάτων (Α.Π 1225/2000).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση αναιρείται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 28-7-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ζήτησαν, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για τη χρήση του καταστήματός τους από τους εναγόμενους μισθωτές για χρονικό διάστημα, κατά το οποίο συνέχισαν να χρησιμοποιούν το μίσθιο και μετά τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως.
Το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι υπήρχε δεδικασμένο από την υπ αριθμ. 180/2004 απόφαση του ως προς το ότι α) η μίσθωση λύθηκε στις 7-11-1999 κατόπιν καταγγελίας από τους εκμισθωτές, β) οι εναγόμενοι, αν και χρησιμοποιούσαν ανενόχλητοι το μίσθιο, δεν κατέβαλαν το ανάλογο μίσθωμα και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους το καταβάλουν, γ) δεν υπήρξε συμφωνία πρόωρης λύσης της μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων.
Η εν λόγω απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε επί εφέσεως των εναγόντων κατά της υπ' αριθμ. 10/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29-9-1999 αγωγή των ίδιων εναγόντων κατά των ίδιων εναγομένων, με την οποία ζητούσαν αφενός την απόδοση του ως άνω μισθίου, λόγω μη καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων από δυστροπία, αφετέρου την καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 20-7-1999 μέχρι 19-10-1999 και την αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων για το μεταγενέστερο και έως την απόδοση του μισθίου χρονικό διάστημα.
Το Εφετείο δέχτηκε την έφεση αυτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση καν δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή μόνο κατά το καταψηφιστικό και το αναγνωριστικό αίτημα για τα μισθώματα, την έκανε εν μέρει δεκτή έως τη λήξη της μίσθωσης, που όπως έκρινε, έλαβε χώρα στις 7.11.1999. Η απόφαση αυτή κατά το ως άνω μέρος της, που αφορά την σωρευθείσα αγωγή καταβολής μισθωμάτων, αποτελεί δεδικασμένο, η έκταση του οποίου προσδιορίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 321 επ.Κ.Πολ.Δ χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 651 του ίδιου Κώδικα, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, από την εν λόγω προσκομιζόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει δεδικασμένο ως προς το παρεμπιπτόντως κριθέν, στα πλαίσια της κατ' ουσίαν εξέτασης της αγωγής μισθωμάτων και όχι της αγωγής αποδόσεως του μισθίου, ζήτημα, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης λύθηκε στις 7-11-1999.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι από την 180/2004 προηγούμενη απόφαση του υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ανωτέρω ζήτημα της λύσης της μίσθωσης, που, όπως και οι αναιρεσείοντες δέχονται, αποτέλεσε παρεμπίπτον ζήτημα, ενώ κατά το άρθρο 651 του Κ.Πολ.Δ οι αποφάσεις για την παράδοση και απόδοση της χρήσης του μισθίου δεν αποτελούν δεδικασμένο ως προς τα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα, είναι αβάσιμος και μάλιστα προεχόντως ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση.
ΙΙ. H κατ' άρθρο 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται από τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η επί μακρόν χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ ανάγκη από την άσκηση του να δημιουργούνται αφόρητες ή απλώς δυσμενείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω, ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων αναγόμενων τόσο στη συμπεριφορά του δικαιούχου, όσο και του υπόχρεου που η κάθε μία σχετίζεται με την άλλη, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να έρχεται σε αντίθεση με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Σε κάθε περίπτωση, τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια (Α.Π. 202/2004 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, πλην της μακροχρόνιας αδράνειας, την συνδρομή και άλλων περιστατικών, εκ των οποίων να προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι τους δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα τους και επομένως η άσκησή του δεν αντίκειται στο άρθρο 281 Α.Κ., κατόπιν δε αυτού έκρινε, ότι, εφόσον τα ίδια δέχτηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δεν έσφαλε με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με δήθεν ανύπαρκτη αιτιολογία, τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
κι έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού που του αποδίδουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, η δε περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση ότι το δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, χωρίς να ερευνήσει και άλλα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονταν και είχαν προταθεί για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, ως αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν με το αναιρετήριο τα άλλα αυτά πραγματικά περιστατικά.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ( άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2007 αίτηση των ... και ... για αναίρεση της 141/2007απόφασης το Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ