Legislator Case Law & Legislation
1443/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment and failed legal basis regarding company profits.

Case Number 1443/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a dissolved company's construction project. The appellant argued the lower court failed to quantify funds from apartment sales and misinterpreted interest payments as company profits. The court rejected these claims, ruling that the appeal relied on evidence assessment and an erroneous factual premise regarding bank account deposits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on evidence assessment or an erroneous factual premise must be dismissed as inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment factual premise error dissolved company profit calculation legal basis failure court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1443 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Α.Σ.

Αριθμός 1443/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Εμμανουήλ Γιαννακάκης.

Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, Ψ2, Ψ3, νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Ψ, που απεβίωσε στις 08.12.2007, και Ψ4, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Λιβιεράτος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.02.1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2296/1999 προδικαστική, 990/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3195/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27.09.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 19.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, νοούνται δε ως αιτιολογίες τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα, Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Αποδεικνύεται ότι ανάμεσα στους διαδίκους συστάθηκε αφανής εταιρία, η οποία είχε σκοπό την έναντι κέρδους ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο επί της οδού ...

στη ... . Συμφωνήθηκε μεταξύ τους να εισφέρουν στην εταιρία καθένας τους από 30.000.000 δραχμές, καθώς και ότι οποιοδήποτε ποσό απαιτείτο για την αποπεράτωση της ανεγερθησόμενης οικοδομής πάνω από το ποσό των 60.000.000 δραχμών της εισφοράς των εναγομένων, αυτό θα καταβαλλόταν εξ ολοκλήρου από τους τελευταίους.

Επίσης, ο ενάγων θα κατέβαλε το άνω ποσό της εισφοράς του σε κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου Τράπεζας στο όνομά του και στο όνομα του πρώτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων, Ψ. Από το λογαριασμό αυτό θα εκταμιευόταν οποιοδήποτε ποσό απαιτείτο για την αποπεράτωση της ανεγερθεισόμενης οικοδομής πάνω από το ποσό των 60.000.000 δραχμών της εισφοράς των εναγομένων, αυτό θα καταβαλλόταν εξ ολοκλήρου από τους τελευταίους.

Επίσης, ο ενάγων θα κατέβαλε το άνω ποσό της εισφοράς του σε κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου Τράπεζας στο όνομά του και στο όνομα του πρώτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων, Ψ. Από το λογαριασμό αυτό θα εκταμιευόταν οποιοδήποτε ποσό απαραίτητο κατά την κρίση του τελευταίου, για την πρόοδο των άνω εργασιών, ενώ συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι του ποσού αυτού θα ανήκουν στον ενάγοντα-εκκαλούντα.

Με άλλο όρο του αυτού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε η συμμετοχή των συμβαλλομένων στα κέρδη από την πώληση των διαμερισμάτων της ανεγερθησόμενης οικοδομής, δηλαδή η συμμετοχή αυτών στα κέρδη της εταιρίας να είναι, του μεν εκκαλούντος κατά 1/2 ποσοστό, ενώ η απόδοση του άνω κεφαλαίου σε κάθε εταίρο, καθώς και η διανομή των οποιωνδήποτε κερδών, συμφωνήθηκε να γίνει στο τέλος των εργασιών της οικοδομής (3ος και 4ος όρος).

Επίσης, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι στις προς τα έξω σχέσεις της εταιρίας θα εμφανίζονται μόνο οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι έτσι θα είχαν και τη διαχείριση της εταιρίας και ότι οποιοδήποτε βάρος, χρέος, φόρος, τέλος και γενικά κάθε έξοδο το οποίο θα βεβαιώνεται σε βάρος των δύο (2) εφεσιβλήτων θα βαρύνει κατά το μισό (1/2) και τον εκκαλούντα (5ος όρος).

Έτσι, ανεξάρτητα το ότι δεν υπήρξε ρητή πρόβλεψη στο άνω συμφωνητικό, εφόσον πρόκειται περί εταιρίας, η συμμετοχή των διαδίκων στις ζημίες της (εταιρίας) αντιστοιχούσε στο άνω ποσοστό για κάθε εταίρο. Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας ο εκκαλών κατέβαλε κατά τον προαναφερόμενο συμφωνημένο τρόπο την εισφορά του στην εταιρία και, από τις 18.9.1989 άρχισε η ανέγερση της οικοδομής, η οποία αποπερατώθηκε στις 31.3.1992.

Όπως αποδεικνύεται από την εκκαθάριση λογαριασμού της οικοδομής, την οποία τηρούσαν οι εφεσίβλητοι εμφανείς εταίροι και ενεχείρισαν στον εκκαλούντα, που περιέλαβε στην αγωγή του, επικαλούνται δε και προσκομίζουν τα διάδικα μέρη, οι εισπράξεις της εταιρίας από την πώληση των διαμερισμάτων της οικοδομής, τα οποία περιέρχονταν στην εργολάβο εταιρία ως εργολαβική της αμοιβή, ανήλθαν στο ποσό των 122.030.000 δραχμών, οι δε δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής αυτής, ανήλθαν στο ποσό των 89.948.994 δραχμών.

Από το παραπάνω έγγραφο αποδεικνύεται ειδικότερα ότι οι εφεσίβλητοι από την άνω αιτία εισέπραξαν: α) στις 8.3.1990, 13.000.000 δραχμές, β) στις 26.9.1990, 10.000.000 δραχμές, γ) στις 30.7 και 28.11.1990, 5.000.000 και 9.000.000 δραχμές αντίστοιχα, δ) στις 24.12.1990, 15.000.000 δραχμές, ε) στις 2.1. και 8.1.1991, 13.000.000 και 2.000.000 δραχμές αντίστοιχα, στ) στις 15.6.1991, 11.330.000 δραχμές, ζ) στις 15.7, 7.11 και 8.11.1991, 13.200.000, 2.000.000 και 20.500.000 δραχμές αντίστοιχα και η) στις 11.1 και 12.2.1991, 6.000.000 και 2.000.000 δρχ.

αντίστοιχα. Αποδείχθηκε επίσης από αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα, ότι τα πιο πάνω χρήματα (τα οποία οι εφεσίβλητοι με την πιο πάνω ιδιότητά τους εισέπρατταν κατά τα άνω τμηματικά από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων) δεν τα κατέθεταν στην Τράπεζα σε έντοκο λογαριασμό, ώστε να επαυξάνεται το ποσό αυτών με τους τόκους, αλλά τα διέθεταν για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών ανεγέρσεως της οικοδομής και ειδικότερα, για την κάλυψη των απαιτουμένων για την ανέγερση της οικοδομής δαπανών, όπως αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού, τίμημα αγοράς υλικών και άλλες συναφείς δαπάνες (εισφορές στο ΙΚΑ, δαπάνες για τις παροχές ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), όπως τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται, εκτός από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και από την τηρούμενη από τους εφεσιβλήτους-διαχειριστές της εταιρίας, άνω εκκαθάριση λογαριασμού της οικοδομής.

Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι με την πιο πάνω ιδιότητά τους εισέπραξαν τόκους από τις άνω εισπράξεις που πραγματοποίησαν από την πώληση διαμερισμάτων. Εξ άλλου, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε υποχρέωση των εφεσιβλήτων να προβαίνουν σε τοκοφόρο κατάθεση των χρημάτων, που κατά το άνω, εισέπρατταν.

Ούτε από το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχαν ρυθμίσει με κάθε λεπτομέρεια τα σχετικά με την εταιρία, προκύπτει τέτοια υποχρέωσή τους. Αντίθετα, σε αυτό υπήρχε πρόβλεψη για έντοκη κατάθεση, της εισφοράς του εκκαλούντος, καθώς και πρόβλεψη για την τύχη των από αυτή τόκων. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν τμηματικά στον εκκαλούντα, κατόπιν απαιτήσεως δικής του κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, τα παρακάτω χρηματικά ποσά, τα οποία αναλογούν στην εισφορά που κατέβαλε, καθώς και στα κέρδη που του αναλογούσαν από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων της εργολαβικής τους αμοιβής και έτσι δεν ήταν δυνατόν να έχουν καταθέσει το τίμημα της πωλήσεως των διαμερισμάτων αυτών σε έντοκο λογαριασμό.

Συγκεκριμένα οι εφεσίβλητοι διαχειριστές της άνω εταιρίας, κατέβαλαν στον εκκαλούντα: 1) στις 29.1.1991, 3.000.000 δραχμές, 2) στις 29.5.1991, 5.000.000 δραχμές, 3) στις 10.7.1991, 10.000.000 δραχμές, 4) στις 21.7.1991, 2.000.000 δραχμές, 5) στις 24.9.1991, 4.000.000 δραχμές, 6) στις 22.11.1991, 15.000.000 δραχμές, 7) στις 20.12.1991 4.500.000 δραχμές και 8) στις 3.1.1992, 2.500.000 δραχμές και συνολικά, κατέβαλαν σε αυτόν για την προαναφερόμενη αιτία 46.000.000 δραχμές.

Αποδείχθηκε δε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι για τα παραπάνω χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στον εκκαλούντα, όπως και για το ποσό της εισφοράς που είχε καταβάλει ο τελευταίος στους εφεσιβλήτους δεν χορηγήθηκε από αυτούς (εφεσιβλήτους) έγγραφη απόδειξη, όπως και τέτοια απόδειξη από τον εκκαλούντα, που εισέπραξε τα άνω χρηματικά ποσά λόγω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που υπήρχε ανάμεσα στους διαδίκους.

Κατά συνέπεια, αφού τα χρήματα από το τίμημα της πωλήσεως των διαμερισμάτων που εισέπρατταν οι εφεσίβλητοι διαχειριστές της εν λόγω αφανούς εταιρίας, δεν τα κατέθεταν, όπως κατά τα άνω έχει αποδειχθεί, έντοκα σε πιστωτικό Ίδρυμα, δεν εισέπραξαν τόκους. Επομένως, οι εφεσίβλητοι με την πιο πάνω ιδιότητά τους, δεν οφείλουν το αιτούμενο με την αγωγή ποσό στον εκκαλούντα από τη σύμβαση της αφανούς εταιρίας, αλλά ούτε και ως αποζημίωση από αδικοπραξία όπως ο τελευταίος (εκκαλών) ζητεί με την κριθείσα πρωτόδικα νόμιμη ως προς τις βάσεις αυτές αγωγή του.

Εξάλλου, ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η επικουρική βάση της αγωγής από την ΑΚ 714, ότι δηλαδή οι εφεσίβλητοι όφειλαν αν κατέβαλαν τη συνηθισμένη κατά τις συναλλαγές επιμέλεια να καταθέσουν σε τοκοφόρο λογαριασμό ταμιευτηρίου τράπεζας τις εκάστοτε τμηματικές εισπράξεις από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων και να εισπράξουν ως έσοδα της εταιρίας τα ποσά των τόκων, αφού κατά τα άνω λεχθέντα, τα εισπραττόμενα από αυτούς ποσά τα χρησιμοποιούσαν για να καλύψουν τις δαπάνες που απαιτούντο για την κατασκευή της πολυκατοικίας, ενώ ένα μέρος αυτών κατέβαλαν κατά τα άνω για τις προαναφερόμενες αιτίες στον εκκαλούντα.

Ο αγωγικός ισχυρισμός και αίτημα του τελευταίου ότι οι εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση να υπολογίσουν στα έσοδα της εταιρίας και τους τόκους ταμιευτηρίου τράπεζας, που η εταιρία θα εισέπραττε, αν και εκείνοι είχαν καταβάλλει την εισφορά τους σε αυτή, είναι μη νόμιμο, διότι οι τόκοι αυτοί, εφόσον δεν εισπράχθηκαν από τους εφεσιβλήτους, δεν μπορούν να αποτελέσουν κονδύλιο των ακαθαρίστων εσόδων για τον καθορισμό των κερδών της αφανούς εταιρίας άλλα και ούτε αντικείμενο υπεξαιρέσεως αυτών από τους εφεσιβλήτους.

Τέλος, μη νόμιμα ο εκκαλών ζητεί τα άνω ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της ΑΚ 904 επ., αφού λόγω της επικουρικότητας της αγωγής αυτής, δεν παρέχεται από το νόμο τέτοια ευχέρεια όταν είναι δυνατή η έγερση αγωγής από τη σύμβαση ή από αδικοπραξία, όπως στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει.

Κατόπιν αυτού, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, σωστά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι εφέσεως, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθούν".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων (εκκαλών) προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα περί του αμφισβητουμένου ζητήματος του ύψους των αναλογούντων στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα κερδών της μεταξύ των διαδίκων συσταθείσας αφανούς εταιρίας, με διαχειριστές τους αναιρεσίβλητους (εναγόμενους) εμφανείς εταίρους, με σκοπό την έναντι κέρδους ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, όπως το ύψος των κερδών αυτών προέκυψε από τη, μετά την αποπεράτωση της οικοδομής, γενόμενη εκκαθάριση πιο πάνω εταιρίας, δεχόμενη ότι δυνάμει του από 12.10.1988 εγγράφου συμφωνητικού είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εταίρων-διαδίκων ότι η απόδοση του από 30.000.000 δραχμών κεφαλαίου της συνεισφοράς και η διανομή των όποιων κερδών, που αναλογούσαν στον αναιρεσείοντα από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, θα γίνει στο τέλος των εργασιών της οικοδομής και μετά τη γενησομένη εκκαθάριση και ακολούθως, όπως αντιφατικά δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν (στην αναιρεσείουσα) τμηματικά από 29.1.1991 μέχρι 3.1.1992 το συνολικό ποσό των 46.000.000 δραχμών, δηλαδή παρά τα αρχικώς συμφωνηθέντα, πριν το τέλος των εργασιών ανοικοδόμησης και πριν τη γενομένη εκκαθάριση.

Όμως, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε ότι "οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) κατέβαλαν τμηματικά στον εκκαλούντα κατόπιν απαιτήσεως δικής του κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα ποία αναλογούν στην εισφορά που κατέλαβε, καθώς και στα κέρδη που του αναλογούσαν από τις πωλήσεις ων διαμερισμάτων της εργολαβικής τους αμοιβής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σε σχέση με το εν προκειμένω ερευνώμενο ζήτημα, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του εγκειμένης στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 714,719,734 και 914 ΑΚ και ποια η επίδραση που είχε το σφάλμα από την πιο πάνω παραβίαση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης "τα πιο πάνω χρήματα (τα οποία οι εφεσίβλητοι με την πιο πάνω ιδιότητά τους εισέπρατταν κατά τα άνω τμηματικά από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων) δεν τα κατέθεσαν στην τράπεζα σε έντοκο λογαριασμό, ώστε να επαυξάνεται το ποσό αυτό με τόκους, αλλά τα διέθεσαν για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών ανεγέρσεως της οικοδομής και ειδικότερα για την κάλυψη των απαιτούμενων για την ανέγερση της οικοδομής δαπανών, όπως αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού, τίμημα αγοράς υλικών και άλλες συναφείς δαπάνες (εισφορές στο ΙΚΑ, δαπάνη για τις παροχές ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ)...".

Κι ότι " και έτσι δεν ήταν δυνατόν να έχουν καταθέσει το τίμημα πωλήσεως των διαμερισμάτων αυτών σε έντοκο λογαριασμό". Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί στερείται επαρκών αιτιολογιών αφού δεν επεξηγεί με ποια χρήματα της εταιρίας αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα τα ποσά της εισφοράς αυτού και η αναλογία των κερδών, κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου, και πριν την ολοκλήρωση του έργου και τη σχετική εκκαθάριση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προβαλλομένης απόφασης τα χρήματα της εισφοράς και των αναλογούντων κερδών αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 29.1.1991 μέχρι 3.1.1992, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 46.000.000 δραχμών.

Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, καθόσον δεν διελαμβάνει αιτιολογία που να επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα τα παραπάνω από 46.000.000 δραχμές χρηματικόν ποσό της εισφοράς του τελευταίου όσο και των αναλογούντων σ' αυτό κερδών της αφανούς εταιρείας, κατά το χρόνο που τα εισπραχθέντα χρήματα από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας διατίθεται για τις ανάγκες της ανεγέρσεως της πολυώροφης οικοδομής.

Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, "είναι αβάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής από την ΑΚ 714, ότι δηλαδή οι εφεσίβλητοι όφειλαν, αν κατέβαλαν τη συνηθισμένη κατά τις συναλλαγές επιμέλεια, να καταθέσουν σε τοκοφόρο λογαριασμό ταμιευτηρίου τράπεζας τις εκάστοτε τμηματικές εισπράξεις από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων και να εισπράξουν τα ποσά των τόκων, αφού τα εισπραττόμενα απ' αυτούς ποσά τα χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της πολυκατοικίας, ενώ ένα μέρος αυτών κατέβαλαν για τις προαναφερόμενες αιτίες στον εκκαλούντα.

Ο αγωγικός ισχυρισμός του τελευταίου ότι οι εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση να υπολογίσουν στα έσοδα της εταιρίας και τους τόκους υπερημερίας τράπεζας που η εταιρία θα εισέπραττε... είναι μη νόμιμο, διότι οι τόκοι αυτοί αφού δεν εισπράχθηκαν από τους εφεσιβλήτους, δεν μπορούν να αποτελέσουν κονδύλιο των ακαθαρίστων εσόδων για τον καθορισμό των κερδών της αφανούς εταιρίας...".

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνει το ποσό που διέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων για να καλύψουν τις δαπάνες της κατασκευής της πολυκατοικίας για να κριθεί αν το υπόλοιπο ποσό επαρκούσε για τις δαπάνες κατασκευής της πολυκατοικίας, αφού αφαιρεθούν οι προς τον αναιρεσείοντα οφειλές.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων. Αλλά και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ασάφεια περί την κατ' ουσία παραδοχή της ενστάσεως των εναγομένων που αναφέρεται στην εκ μέρους των τελευταίων τμηματική καταβολή στον αναιρεσείοντα, συνολικού ποσού 46.000.000 δραχμών, από τη μη διευκρίνιση αν οι επί μέρους καταβολές έγιναν στον ίδιο τον αναιρεσείοντα ή με κατάθεση στον αναφερόμενο στο σκεπτικό κοινό λογαριασμό των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται αναφορά για κατάθεση χρημάτων εκ μέρους των αναιρεσίβλητων στον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό αλλά μόνο ότι στον τελευταίο θα κατέβαλε ο αναιρεσείων το ποσό της εισφοράς του στην εταιρία.

Αλλά και ο έκτος συναφή λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν διέλαβε την παραδοχή ότι στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων θα γινόταν η κατάθεση χρημάτων εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, όπως στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως εκτέθηκε.

Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3195/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ