Legislator Case Law & Legislation
1442/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling rejecting unjust enrichment claim due to lack of direct causation.

Case Number 1442/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of an unjust enrichment claim. The appellant sought restitution of €30,000 from the State, arguing it was unjustly enriched by a third-party payment made to the State on the appellant's behalf. The court held that because the payment originated from a third company's assets rather than the appellant's own property, there was no direct causal link required for unjust enrichment. Consequently, the lower court correctly ruled the claim inadmissible due to the absence of direct causation between the appellant's provision and the State's enrichment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 983 of the Civil Code; Unjust enrichment requires direct causation between the claimant's provision and the defendant's enrichment, which is absent when the provision originates from a third party's assets rather than the claimant's own property.

Keywords

AI generated
unjust enrichment direct causation third party payment inadmissible claim civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 983 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 954 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Βλαχέρνα Άρτας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ράδο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/8/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/4/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 171/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 57/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 6-8-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού), εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 588, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 983 § 3 του ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της § 1 του ίδιου άρθρου μπορεί να γίνει μόνο, αφού αφαιρεθεί ο τίτλος, κατά το άρθρο 954 § 1 του ίδιου Κώδικα, από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου αυτή γίνεται. Ο σκοπός του επιτρεπτού της κατασχέσεως των απαιτήσεων από τίτλους εις διαταγήν είναι να τεθούν στη διάθεση των δανειστών και τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία του οφειλέτη (χρήματα, κινητά κλπ.), τα οποία ενσωματώνονται στους ανωτέρω τίτλους. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται στα υπό στενή έννοια αξιόγραφα και προϋποθέτει τίτλους, οι οποίοι ενσωματώνουν απαιτήσεις από εκείνες που ανήκουν στο περιεχόμενο του άρθρου 982 § 1 του ΚΠολΔ, επί πλέον δε πρέπει να πρόκειται περί αξιογράφων εις διαταγήν. Τέτοιο τίτλο αποτελεί, εκτός άλλων, η τραπεζική επιταγή, λόγω δε αυτού είναι δυνατή και η κατάσχεση απαιτήσεων προερχόμενων από τραπεζική επιταγή εις διαταγήν. Η ενσωματούμενη σε αυτή απαίτηση συνίσταται στην απαίτηση, την οποία έχει ο νόμιμος κομιστής του τίτλου τούτου έναντι του εκδότη της επιταγής, γι' αυτό και η κατάσχεση της επιταγής εις διαταγήν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η κατάσχεση της ενσωματωμένης σε αυτή απαιτήσεως.

Συνεπώς, η απαίτηση από τραπεζική επιταγή κατάσχεται κατά την διαδικασία των άρθρων 982 επ. του ΚΠολΔ περί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου. Βάσει των διατάξεων αυτών, η κατάσχεση της παραπάνω απαιτήσεως γίνεται με αφαίρεση του τίτλου από τον καθού η εκτέλεση και παράδοσή του στον υπερού αύτη, ως και δια της επιδόσεως στη συνέχεια του κατασχετηρίου στον καθού η εκτέλεση και τον εκ του τίτλου υπόχρεο τρίτο.

Αν ελλείπει οποιαδήποτε των ανωτέρω πράξεων, κατάσχεση της εν λόγω απαιτήσεως δεν υπάρχει, άλλως η κατάσχεση είναι ανυπόστατος. Η αφαίρεση του τίτλου, όπως προκύπτει σαφώς εκ του άρθρου 983 § 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προηγείται των επιδόσεων του κατασχετηρίου στον τρίτο και τον καθού η εκτέλεση. Η αφαίρεση αύτη συντελείται με δύο διακεκριμένες πράξεις, ήτοι με την από το δικαστικό επιμελητή αφαίρεση (αποχωρισμό) του σώματος του τίτλου εις διαταγήν από την κατοχή του καθού η εκτέλεση και με τη σύνταξη εκθέσεως περί τούτου με την παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος.

Ο αποχωρισμός του τίτλου από την κατοχή του καθού η εκτέλεση, ως και η σύνταξη της εκθέσεως, αποτελούν αμφότερα στοιχεία της κατά νόμο αφαιρέσεως του τίτλου. Εάν ελλείπει οποιοδήποτε εκ των ανωτέρω στοιχείων, ιδίως δε αν δεν συνετάγη έκθεση, αφαίρεση του τίτλου δεν υπάρχει και άρα η επακολουθήσασα κατάσχεση της από τον τίτλο απαιτήσεως είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1077/2008).

Κατά το άρθρο 904 εδ.α' ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατά την έννοια δε του εδαφίου β' περ.α' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται και σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Πρέπει δε επιπλέον να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως (ΑΠ 726/2024, ΑΠ 858/2020, ΑΠ1325/2012, ΑΠ1316/2011, ΑΠ 917/2011).

Επομένως, κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου και του υποχρέου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας και του οφέλους αντίστοιχα, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί από αυτόν που πράγματι έχει ωφεληθεί σ' αυτόν που έχει πληγεί (ΑΠ 1524/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1438/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια (και όχι από τους αριθμούς 8, 12 και 19 του ίδιου ως άνω άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η επιβληθείσα από το αναιρεσίβλητο κατάσχεση εις χείρας της αναιρεσείουσας ως τρίτης δε ήταν ανυπόστατη, μολονότι η επίμαχη επιταγή δεν είχε αφαιρεθεί από την κατοχή της εταιρείας ΒΙΟΜΠΕΤΟΝ ΑΡΤΑΣ ΑΕ και ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 6-8-2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι στα πλαίσια εμπορικής της συναλλαγής με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΠΕΤΟΝ ΑΡΤΑΣ ΑΕ" εξέδωσε σε διαταγή της στις 30-3-2012 την υπ' αριθμ. ...

τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 30.000 ευρώ, την οποία η ως άνω ανώνυμη εταιρία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Μ. Κ. του Δημητρίου, η οποία την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την 3-4-2012, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών κεφαλαίων. Ότι η εναγομένη Δ.Ο.Υ Άρτας δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2012 κατασχετήριου στα χέρια τρίτου, που της κοινοποιήθηκε στις 30-7-2012, κατέσχεσε στα χέρια της ως τρίτης, κάθε απαίτηση που είχε η ως άνω ανώνυμη εταιρία από αυτή μέχρι του ποσού των 189.559,59 ευρώ, που αφορούσε ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχε η καθ' ης η εκτέλεση ως άνω οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία προς το Δημόσιο.

Ότι στις 6-8-2012 προέβη εμπρόθεσμα στη με αριθμό .../2012 δήλωσή της, με την οποία δήλωσε ότι η οφειλή της προς την ανωτέρω μη διάδικο ανώνυμη εταιρία προέρχεται από την ως άνω τραπεζική επιταγή ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε το έτος 2015 στην Δ.Ο.Υ Άρτας και έτσι προέβη σε ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της ως άνω ανώνυμης εταιρίας προερχόμενη από την ως άνω επιταγή.

Ότι η ως άνω κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης είναι ανυπόστατη, διότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε αφαίρεση του τίτλου της ως άνω επιταγής από τη μη διάδικο καθ' ης η εκτέλεση ως άνω ανώνυμη εταιρία, με αποτέλεσμα στις 24-9-2012, δηλαδή μετά την επιβολή της κατάσχεσης η νόμιμη κομίστρια αυτής Μ.

Κ. να εκδώσει σε βάρος της την υπ' αριθμ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία κατέστη τελεσίδικη και υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτή και πάλι το ποσό των 30.000 ευρώ. Ότι η Δ.Ο.Υ Άρτας αρνείται να της επιστρέψει το ως άνω ποσό των 30.000 ευρώ που της κατέβαλε αχρεωστήτως λόγω του ανυπόστατου της κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης.

Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να της επιστρέψει το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο, λόγω του ανυπόστατου της ως άνω κατάσχεσης, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι η ενάγουσα δεν κατέβαλε από τη δική της περιουσία το ποσό των 30.000 ευρώ στο εναγόμενο, αλλά η καταβολή έγινε με την ιδιότητά της ως τρίτης στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση από το εναγόμενο, από την περιουσία της εταιρείας ΒΙΟΜΠΕΤΟΝ ΑΡΤΑΣ ΑΕ, στην οποία όφειλε το ποσό αυτό και για λογαριασμό της τελευταίας και συνεπώς δεν υπάρχει περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία της ενάγουσας στην περιουσία του εναγόμενου, δηλαδή δεν υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της ενάγουσας και του πλουτισμού του εναγομένου, αφού παρεμβάλλεται η περιουσία της ως άνω εταιρείας, από την οποία έγινε η καταβολή του άνω ποσού.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα και ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1, 3 του Ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/4/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 171/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης