Legislator Case Law & Legislation
1442/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of admissible grounds and contradictory reasoning.

Case Number 1442/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient legal basis for its decision, but the Court found the appeal inadmissible due to vague phrasing and unnecessary because the lower court relied on multiple valid grounds for ownership acquisition. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or if the challenged judgment is based on multiple independent grounds, rendering the appeal unnecessary.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning property ownership acquisition independent grounds legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Γ. και της Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φοίβο Βουδούρη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4672/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 516/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27-04-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 516/2020, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 4672/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 19-04-2013 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά στοιχεία που τηρούνται στο κτηματολογικό γραφείο Σαλαμίνας αγωγή της αναιρεσιβλήτου).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 564§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Α. Για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 335/2020).

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559 (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 994/2019).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ` όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και δη στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή "άγνωστος", μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον - επομένως, πέραν του πραγματικού κυρίου και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος του πραγματικού δικαιούχου, ο δανειστής κλπ. (ενάγων) στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που εχώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

Επομένως, η επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 απόφαση έχει πρωτίστως αναγνωριστικό χαρακτήρα - ενίοτε καταψηφιστικό (σε περίπτωση που ζητείται και απόδοση), ενώ η διάταξη περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών έχει παρακολουθηματικό διαπλαστικό χαρακτήρα. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής θα πρέπει, πέραν των στοιχείων που απαιτεί το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο:

α) Ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, ήτοι παράγωγο (πχ σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) ή πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) ή με οποιοδήποτε άλλο προβλεπόμενο από το νόμο (πχ. παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα ή με την προσφυγική νομοθεσία, με αναδασμό, με πράξη εφαρμογής κλπ) κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε ταύτη (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (έναρξη λειτουργίας του Ε.Κ.).

β) Ο Κωδικός

Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2664/1998). Πρόκειται για μία ειδική ενάριθμη ταυτότητα ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και έτσι επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου.

Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο (άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2664/1998). Ο ΚΑΕΚ συνιστά συγχρόνως θεμελιώδη εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας και της ουσιαστικής δημοσιότητας στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου.

Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα τα δύο πρώτα ψηφία το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, τα επόμενα τρία ψηφία το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα κλπ, τα αμέσως επόμενα δύο ψηφία τον "κτηματολογικό τομέα" (πχ. συνοικία), το δύο προτελευταία δύο ψηφία την "κτηματολογική ενότητα" (πχ.

οικοδομικό τετράγωνο) και τέλος τα τελευταία τρία ψηφία τον αύξοντα αριθμό του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο). Ο αριθμός μετά την πρώτη κάθετο δηλώνει τον αριθμό της καθέτου ιδιοκτησίας, αν έχει συσταθεί επί των κτισμάτων του γεωτεμαχίου και ο αριθμός μετά την δεύτερη κάθετο προσδιορίζει τον αριθμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έχει συσταθεί τοιαύτη.

Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο - γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου.

Εάν βέβαια, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που επί ποινή απαραδέκτου θα πρέπει να προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την τροποποίηση με το Ν. 4164/2013 και γ) Την ανακριβή εγγραφή, που περιέχεται στο κτηματολογικό φύλλο και ενδεχομένως και στο κτηματολογικό διάγραμμα και της οποίας ζητείται η διόρθωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ` άρθρο 561 παρ1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 19-04-2013 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε, ότι είναι κυρία του αναλυτικά περιγραφομένου στην αγωγή της ακινήτου (αγροτεμαχίου) έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσης 812 τ.μ.

και κατά νεότερη καταμέτρηση 707 τ.μ., που βρίσκεται στη Σαλαμίνα, στην κτηματική περιφέρεια της πρώην κοινότητας ..., στη θέση "... ή ...", εκτός σχεδίου πόλης, με τα όρια που λεπτομερώς αναφέρονται. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα αυτής με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα λόγω πώλησης δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της Συμβ/φου Πειραιά, Β. Κ. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, άλλως με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νέμεται για χρονικό διάστημα 150 ετών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής της και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, ασκώντας σε αυτό τις αναφερόμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης διανοία κυρίας.

Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής το εν λόγω ακίνητο με ΚΑΕΚ ... καταχωρίστηκε ανακριβώς ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, επειδή με την παραπάνω καταχώριση αμφισβητείται το δικαίωμα της κυριότητάς της επ' αυτού, να γίνει δεκτή η αγωγή της και αφενός να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της αυτό, αφετέρου να διαταχθεί η διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε να καταχωριστεί το δικαίωμα της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της επί του ανωτέρω ακινήτου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, στο δικόγραφο της αγωγής διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής (άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2884/1998), πλην της αναφοράς του ΚΑΕΚ του επιδίκου ακινήτου γίνεται επιπλέον αναφορά σε θέση, όρια και εμβαδόν αυτού, ζητείται δε με την αγωγή η αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας σε ολόκληρο το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...

και όχι σε τμήμα αυτού, ώστε να απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του στο όλο γεωτεμάχιο.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή της εφεσιβλήτου και απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή των επιδίκου, επειδή δεν αναφέρει τη θέση των επιδίκου ακινήτου στο μεγαλύτερο ακίνητο στο οποίο αυτό αρχικά ανήκε, τον οποίο ισχυρισμό πρόβαλε με το δεύτερο λόγο της από 10-11-2016 έφεσης ενώπιον του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΟλΑΠ 23/2008, 30/1997, ΑΠ 27/2011).

Η επίκληση, που δεν απαιτείται να είναι πανηγυρική, θεωρείται σαφής και ορισμένη όταν από αυτήν προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου και η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιηθεί αυτό στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη, χωρίς να απαιτείται για τον εν λόγω προσδιορισμό η αναφορά της ημεροχρονολογίας του εγγράφου ή του τυχόν αριθμού πρωτοκόλλου καθώς και άλλου μερικότερου για τον προσδιορισμό του στοιχείου, αρκεί να μη γεννιέται αμφιβολία για το έγγραφο που προσκομίστηκε (ΑΠ 29/2000).

Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία, αυτή, διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. (Ολ.ΑΠ 9/2000, 23/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ.11β ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα παρακάτω έγγραφα, που προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του καθενός από αυτά και ειδικότερα: 1) το με αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Β. Κ. - Δ., 2) αντίγραφο του με αριθμό ... πιστοποιητικού μεταγραφής του με αριθμό ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πειραιά Β. Κ. - Δ. σε τόμο ... με αριθ. ..., 3) αντίγραφο του με αριθμ. ....1963 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κ. Κ., 4) αντίγραφο του με αριθμ. ....1962 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κ.

Κ., 5) αντίγραφο της με αριθμό 38/1940 απόφασης του κ. Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας, 6) το με αριθμό ΦΕΚ 45/25.02.1972, όπου δημοσιεύθηκε η με αριθμό 349/175/16-2-1972 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα λόγω ωφελείας για την πραγματοποίηση της εγκριθείσας εκτάσεως της χερσαίας ζώνης του Λιμένα Πειραιά με τη με αριθμό Φ.Υ. 46118/2/71/30.01.1971 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Δημοσίων Έργων, 7) αντίγραφο της με αριθμό 93/1974 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για τα απαλλοτριωθέντα δια της άνω απόφασης, 8) το με αριθμό ΦΕΚ 114/1975, στο οποίο δημοσιεύθηκε η με αριθμό Ε 4159/2170/Ν 11549 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, 9) αντίγραφο του από Αυγούστου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Β.

Κ., 10) αντίγραφα των με αριθμ. ... συμβολαίων του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Ε. Ρ. και 11) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... εκδοθέν από το Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την επισκόπηση των, ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, κατατεθεισών από την αναιρεσίβλητη προτάσεων, με τις οποίες, και υπό την αναφερομένη στην ως άνω αναιρετική αιτίαση διατύπωση, έγινε η επίκληση των παραπάνω εγγράφων, προκύπτει ότι, η προδιαληφθείσα περιγραφή πληροί την κατά τη διάταξη του αρθ.559 αρ.11β ΚΠολΔ απαιτουμένη σαφήνεια, που αποκλείει τη δημιουργία οποιασδήποτε αμφιβολίας αναφορικά με την ταυτότητα των μετ'επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων.

Κατά συνέπεια, ασχέτως προς το αν είχε γίνει ή όχι πανηγυρική επίκληση των εν λόγω εγγράφων στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, από το κύριο περιεχόμενο αυτών, προκύπτει σαφώς ότι η τελευταία επικαλούνταν προς αξιολόγηση τα συγκεκριμένα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της.

Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία και αναφορά των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσίβλητη χωρίς νόμιμη επίκλησή τους, τα οποία και για το λόγο αυτό δεν ελήφθησαν υπόψη. Επομένως, τα έγγραφα, τα οποία έλαβε υπ' όψη Εφετείο, τα είχε νομίμως επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη με τις από 05-02-2020 προτάσεις της και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 569/2023, Α.Π. 2105/2022, Α.Π. 500/2019).

Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1419/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας το αναιρεσείον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο και δη α) τo υπ' αριθμ.

πρωτ. 3339/690 (2013)/9-4-2014 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά με το συνημμένο σε αυτό με αριθ. πρωτ. 192/7.4.2014 έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας (Τεχνικού Τμήματος) και το συνημμένο σε αυτό από 18.11.2008 τοπογραφικό διάγραμμα, σε αντικατάσταση του από 16-5-2008 ομοίου τοπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ.

Α. (αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), β) την υπ' αρ. πρωτ. 007436/8.6.2000 δήλωση του Ν. 2308/1995 της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά προς τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε), το απόσπασμα κτηματολογικών στοιχείων β' ανάρτησης, καθώς και την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2003 ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά προς τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε), γ) απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής κτημάτων της Εφορίας Σαλαμίνας, στο οποίο εμφαίνεται το υπ' αριθμ.

ΒΚ 59 καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, δ) Τα από 20-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδότησης της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορούν τα γεωργικά έτη 1927, 1928, 1929, τα από 7-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδότησης της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορούν τα γεωργικά έτη 1930, 1931, 1932, 1933, 1934,1935, 1936, 1937, 1938, 1939, μετά των σχετικών αποδεικτικών επίδοσης των εν λόγω πρωτοκόλλων γνωμοδότησης, ε) τα με αριθ.

πρωτ. .../1940, .../1940, .../1978 έγγραφα του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας προς τον Οικονομικό Έφορο Σαλαμίνας, στ) την από ....1970 αναφορά του Επιθεωρητή Τ. προς την Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων, ζ) Το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας (Δ/νση 17η), η) Την από 18.11.1998 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εντός του Α.Β.Κ. 59 καταγεγραμμένου δημοσίου κτήματος.

Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από το αναιρεσείον, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Δ. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021 ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, ή λειτουργό, ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. (ΑΠ 445/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αυτό με επίκληση δημοσίων εγγράφων, χωρίς αυτά να προσβληθούν ως πλαστά.

Ειδικότερα, αιτιάται ότι ενώ, από τα αναλυτικά αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναίρεσης δημόσια έγγραφα, που συντάχθηκαν από τον κατά τόπο και καθ' ύλην αρμόδιο υπάλληλο, προκύπτει ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στην αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, τα όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ως μη γενόμενα από τους ίδιους τους αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους που υπογράφουν αυτά ή ενώπιον τους είναι δεκτικά ανταπόδειξης, χωρίς να απαιτείται η προσβολή των πιο πάνω εγγράφων ως πλαστών. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι κυρία του επίδικου κατέστη η αναιρεσίβλητη με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, από το συνδυασμό των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα παραπάνω δημόσια έγγραφα, αφού δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με τα δημόσια έγγραφα, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του βεβαιούμενου στα δημόσια έγγραφα περιστατικού.

Ε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών για ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για την κτήση κυριότητας της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της με πρωτότυπο τρόπο.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτό ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ενώ εκτίθενται αποσπασματικά και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος οι παραδοχές της προσβαλλομένης. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, παραγώγως, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από τον αληθή κύριο Ε. Τ., αλλά και πρωτοτύπως δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, στην τελευταία περίπτωση με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της από το 1864 και εφεξής, με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη. Ενόψει τούτων ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης, που περιέχει αιτιάσεις από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την επάλληλη αιτιολογία της περί κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία), με την δε αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η μία από αυτές, με επακόλουθο, ο ερευνώμενος λόγος, που πλήττει την άλλη επάλληλη αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1060/2019).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-04-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 516/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου