Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, ruling facts are not reviewable and costs are exempt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a debt restructuring case involving three banks. The appellant argued the court appointed an unauthorized appraiser and failed to specify property values, but the court rejected these claims as the lower court's factual findings are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay court costs, which were exempted from the specific debt restructuring law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 372 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review factual findings of the court of first instance, and the appointment of appraisers outside the official list is permissible if deemed suitable by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1442 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Θ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. B. AE", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. AE", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "E. AE" και ήδη "Τ. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 9-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 24-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 507/2015 μη οριστική και 226/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1859/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-7-2020 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 5239/423/20-7-2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1859/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της πρώτης των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "A.
B. AE" και δεύτερης των εφεσιβλήτων (ως προς την δεύτερη των συνεκδικαζομένων εφέσεων) και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. ΑΕ". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 153/2017).
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 4181/1γ/19-11-2020 και 4182/1β/19-11-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Διονυσίας Μπετίνη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 7-7-2020 αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της προαναφερομένης αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-9-2021) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, στις ως άνω πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.
Οι εν λόγω, όμως, αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως. Επί της από 4-5-2012 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, κατά 1. της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. B. AE", 2. της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε.
Τ. Ε. ΑΕ" και 3. της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "E. ΑΕ", επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους ως άνω πιστωτές του και αίτημα τη ρύθμιση των χρεών του με μηνιαίες καταβολές, με εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του και έξι ακινήτων στα οποία αυτός διατηρεί ποσοστό συγκυριότητας (στα τέσσερα κατά ψιλή κυριότητα), κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ.
ΚΠολΔ), ερήμην της πρώτης και δεύτερης των καθών η αίτηση, η με αριθμ. 226/2018 οριστική απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου που την έκρινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν. Μετά από τις: 1. από 5-6-2018 με αριθμ. κατάθ. 7134/3132/2018 και 2. από 17-6-2019 με αριθμ. κατάθ. 6340/3172/2019 εφέσεις του αιτούντος και της τρίτης καθής η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "E. ΑΕ", αντίστοιχα, αφού συνεκδικάστηκαν οι ως άνω εφέσεις, εκδόθηκε, αντιμωλία αυτών και ερήμην της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "A.
B. AE" και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. ΑΕ" ως προς την δεύτερη των συνεκδικαζομένων εφέσεων, η με αριθμ. 1859/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη η πρώτη, από 5-6-2018, έφεση του αιτούντος-εκκαλούντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 17-6-2019 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "E. ΑΕ".
Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη από 4-5-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος υποβλήθηκε το έτος 2012 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλ. πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 65/2017).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.
α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). 'Ετι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (6-11-2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο τούτου ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 109/2020).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 518/2020, ΑΠ 1397/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 518/2020, ΑΠ 1397/2019).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ,Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προ¬σβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, διότι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αν και δέ¬χθηκε ότι:
α) το ύφος της συντάξεώς του ανερχόταν στο ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως, β) το κόστος διαβιώσεώς του ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και γ) δεν πρόκειται να μεταβληθεί στο μέλλον η ως άνω εισοδηματική του κατάσταση, δεν ρύθμισε τις μηνιαίες εκ μέρους του καταβολές σύμφωνα με τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες, αλλά αυθαίρετα και αναιτιολόγητα καθόρισε το ύφος αυτών (καταβολών) στο ποσό των 500 ευ¬ρώ, μηνιαίως, ποσό, το οποίο αδυνατεί εκ του λόγου αυτού να καταβάλει, χωρίς περαιτέρω να λάβει υπόψη τη μαρτυρική κατάθεση του γιού του ιερέα, πατέρα Ι., κατά κόσμον Γ.
Θ., ούτε και τα αποδεικτικά μέσα, που αυτός προσκόμισε με επίκληση και επί πλέον δεν συνυπολόγισε και το γεγονός ότι τα τέκνα του Κ. και Γ. Θ. θα καταβάλουν ως εγγυητές για το δάνειο της πιστώτριας E. το ποσό των 65.733,12 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 274/20 και 279/20 αποφά¬σεων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τον καθορισμό του ύφους της μηνιαίας καταβολής του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 1859/2020 αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β' του ν.3869/2010, 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...
Ο εκκαλών στην υπό στοιχ. α' έφεση, γεννήθηκε το έτος 1955 και ήταν έγγαμος με την Μ. Ε., η οποία απεβίωσε στις 26.05.2002, σε ηλικία 42 ετών, λόγω σοβαρής νόσου (καρκίνου), ενώ τυγχάνει πατέρας δύο ενήλικων σήμερα τέκνων, του Θ. Κ., οποίος γεννήθηκε στις 17-5-1985 και του Θ. Γ., ο οποίος γεννήθηκε στις 29-6-1988. Ο ανωτέρω εκκαλών διαμένει σε οικία, η οποία του ανήκει κατά ψιλή κυριότητα, σε ποσοστό 25% εξ' αδιαιρέτου και βρίσκεται στο …, επί της οδού … αριθμός …, ήτοι ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου (υπό στοιχεία ΑΙ), με εμβαδόν 92 τ.μ, έτους κατασκευής 1982 και αντικειμενικής αξίας 12.388,95 ευρώ (βλ.
δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2019), ενώ διατηρεί τα ακόλουθα εμπράγματα δικαιώματα στις παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες, που βρίσκονται στην ίδια προαναφερθείσα οικοδομή: α) δικαίωμα ψιλής κυριότητας, σε ποσοστό 33,3%, εξ αδιαιρέτου σε ένα ισόγειο διαμέρισμα 62 τ.μ, έτους κατασκευής 1969 και αντικειμενικής αξίας 10.018,88 ευρώ, η επικαρπία του οποίου ανήκει στην πεθερά του Α.
χήρα Γ. Μ., η οποία και διαμένει στο ανωτέρω διαμέρισμα, β) δικαίωμα ψιλής κυριότητας, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε ένα ισόγειο διαμέρισμα, 28 τ.μ, έτους κατασκευής 1969 και αντικειμενικής αξίας 3.231,90 ευρώ, στο οποίο διαμένει ο υιός του Γ. Θ., γ) δικαίωμα ψιλής κυριότητας, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε ένα ημιτελές διαμέρισμα δευτέρου ορόφου, 92 τ.μ, έτους κατασκευής 1982 και αντικειμενικής αξίας 8.672,27 ευρώ και δ) δικαίωμα ψιλής κυριότητας} σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, 34 τ.μ τετραγωνικών μέτρων, έτους κατασκευής 1982 και αντικειμενικής αξίας 3.357,59 ευρώ (περί των ανωτέρω βλ.
τη δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2019 και το υπ. αρ. … συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Μπούτου, από το οποίο προκύπτει ότι τα εμπράγματα δικαιώματα στα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν στον αιτούντα από κληρονομιά της συζύγου του, η δε επικαρπία τους ανήκει στην πεθερά του Α. χήρα Γ. Μ.). Επίσης, στον εκκαλούντα στην υπό στοιχ.
α' έφεση - αιτούντα, ανήκουν: α) κατά ποσοστό συγκυριότητας 18,75% εξ αδιαιρέτου το ισόγειο ενός κτίσματος, που βρίσκεται στο …, επί της οδού …αρ. …, επιφάνειας 82 τ.μ, έτους κατασκευής 1931 και αντικειμενικής αξίας ποσού 15.979,76 ευρώ και β) κατά ποσοστό συγκυριότητας 18,75 % εξ αδιαιρέτου ένα διαμέρισμα επιφάνειας 97 τ.μ του πρώτου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στο …, επί της οδού …αρ.
…, έτους κατασκευής 1931 και αντικειμενικής αξίας ποσού 8.839,12 ευρώ (βλ. δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2019). Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος - εκκαλούντος στην υπό στοιχ. α' έφεση προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες, οι οποίες και αναλήφθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης και δεν προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, ούτε εμπίπτουν στις λοιπές περιπτώσεις της περίπτωσης β' της ίδιας παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ανέρχονται στα κάτωθι χρηματικά ποσά:
α) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." έλαβε το υπ. αριθμ. … δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 17-2-2012, ύψους 5.203,12 ευρώ, β) από στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε.", έλαβε την υπ' αρ. … πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 12-2-2012, ύψους 2.107,09 ευρώ, γ) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "E. E. E. Α.Ε.", έλαβε το υπ' αριθμ.
σύμβασης … καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής, στις 10-2-2012, ύψους 3.058,12 ευρώ, και το υπ' αρ. σύμβασης …, επαγγελματικό δάνειο (που έλαβε το έτος 2000 με σκοπό την αγορά άδειας ταξί δημοσίας χρήσεως), με υπόλοιπο οφειλής, στις 10-2-2012, ύψους 173.305,67 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των οφειλών του προς την ως άνω πιστώτρια ανέρχονταν, στις 10-2-2012, στο ποσό των 176.363,79 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εκκαλών μέχρι και την 7η-11-2017 δραστηριοποιούνταν ως οδηγός ταξί σε όχημα κυριότητάς του, χωρίς να απασχολεί προσωπικό (βλ. την προσκομισθείσα εκτύπωση από την ιστοσελίδα του taxisnet περί διακοπής των εργασιών παροχής υπηρεσιών ΤΑΞΙ με οδηγό ιδιοκτήτη) και δεν παρουσίαζε μεγάλο κύκλο εργασιών, συνεπώς ήταν μικρέμπορος, το δε κέρδος που αποκόμιζε από την εκμετάλλευση του δημοσίας χρήσης μεταφορικού του μέσου αποτελούσε την αμοιβή του σωματικού του κόπου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και δραστηριότητας που ενείχε οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας, όπως, δηλαδή, θα συνέβαινε αν εκμεταλλευόταν περισσότερα του ενός δημοσίας χρήσης οχήματα, καθώς στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγοραζόμενων υλών και της εργασίας των χρησιμοποιούμενων τρίτων προσώπων, κατά τα ειδικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Εξάλλου, τα δηλωθέντα εισοδήματα του ανωτέρω εκκαλούντος κατά τα οικονομικά έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 ανερχόταν στα ποσά των 13.010,07 ευρώ, 10.174,15 ευρώ, 4.553,51 ευρώ, 5.200,76 ευρώ, 4.577,5 ευρώ, 3.107,92 ευρώ, 2.385,00 ευρώ, 4.417,25 και 2.385,02 ευρώ, αντίστοιχα. Τα εισοδήματα αυτού κατά το χρόνο που συνάφθηκαν οι επίδικες δανειακές συμβάσεις (η σημαντικότερη των οποίων, ύψους 175.772,65 ευρώ, όπως εκθέτει η εκκαλούσα στην υπό στοιχ.
β' έφεση-τράπεζα, στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συνάφθηκε το έτος 2000) κυμαίνονταν κατά μέσο όρο σε 2.000,00 ευρώ με 2.500,00 ευρώ μηνιαίως, το δε έτος 2012 μειώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να του είναι πλέον αδύνατη η εξυπηρέτηση των δόσεων των επίδικων δανείων, που τότε ανέρχονταν στο ποσό των 1.800,00 ευρώ μηνιαίως (βλ.
την περί των ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου).
Συνεπώς, ο εκκαλών στην υπό στοιχ. α' έφεση στερούνταν της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν είχε εμπορική ιδιότητα και έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ήδη από το έτος 2012, οπότε και σημειώθηκε, κατά τα ανωτέρω, κατακόρυφη πτώση των εισοδημάτων του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί έκτοτε να εξυπηρετεί τις δόσεις των δανείων του, όπως, εξάλλου, προκύπτει και από την από 3-2-2012 εξώδικη πρόσκληση της τράπεζας E. E. και την από 7-7-2012 αναγγελία κλεισίματος λογαριασμού της Ε.
Τ. Ε., που αυτός προσκομίζει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 7-11-2017 ο εκκαλών στην υπό στοιχ. α' έφεση προέβη στην μεταβίβαση, λόγω πώλησης, του με αριθμό κυκλοφορίας … επιβατικού αυτοκινήτου - ΔΧΕ ταξί, μαζί με την άδειά του ως δημοσίας χρήσεως, αντί τιμήματος που ανήλθε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό 30.000,00 ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κόστιζαν εκείνη τη περίοδο, κατ' ελάχιστον, οι άδειες ταξί (κρίση που ενισχύεται και από την περί αυτού κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), παρότι στο συνταχθέν σχετικά, υπ' αριθμ.
… συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πλάτωνος Χατζηπλάτων, αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 8.000,00 ευρώ. Εξάλλου, ήδη από 2-11-2017 ο εκκαλών στην υπό στοιχ. α' έφεση έχει υποβάλει προς τον ασφαλιστικό του φορέα τα απαιτούμενα έγγραφα για τη συνταξιοδότησή του, η οποία επίκειται εντός του έτους 2020, το δε ποσό που θα λαμβάνει μηνιαίως αναμένεται να ανέρχεται περίπου σε 650,00 ευρώ (και όχι σε 880,00 ευρώ όπως δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση), ενώ σύμφωνα με την υπ' αρ.
πρωτ. 1054639/5-0-2018 επιστολή του ΕΦΚΑ δεν δικαιούται προσωρινής σύνταξης, λόγω οφειλών της θανούσας συζύγου του, οι οποίες πρέπει να συμψηφιστούν. Περαιτέρω, το κόστος διαβίωσης του αιτούντος - εκκαλούντος στην υπό στοιχ. α' έφεση, υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως, όπως και ο ίδιος εκθέτει, περιλαμβανομένων των δαπανών διατροφής, λογαριασμών ΔΕΚΟ κ.λ.π, λαμβανομένου υπόψη ότι διαμένει μόνος του και τα τέκνα του έχουν ενηλικιωθεί.
Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι κατά το χρόνο λήψης των επίδικων δανείων, ο αιτών και ήδη εκκαλών στην υπό στοιχ. α' έφεση, τελούσε σε διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Η σημαντική μείωση των εσόδων από την άσκηση του επαγγέλματός του και η μετέπειτα συνταξιοδότηση του, τον οδήγησαν σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων του, τα δε προδιαληφθέντα εισοδήματά του συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις δανειακές συμβάσεις δεν του επιτρέπουν να εξυπηρετεί τις τελευταίες.
Η αρνητική σχέση ρευστότητας και οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων, που είχε ως συνέπεια τη μείωση των συντάξεων.
Συνεπώς, συντρέχει μόνιμη και διαρκής αδυναμία αυτού να αποπληρώσει το κύριο όγκο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Τα χρέη του πρέπει να ρυθμιστούν με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες από τα εισοδήματά του, η δε διάρκεια της ρύθμισης της παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 να προσδιορισθεί σε πέντε έτη (60 μηνιαίες δόσεις).
Ενόψει του μηνιαίου εισοδήματος του αιτούντος, πρέπει να καταβάλει προς τις πιστώτριές του 500,00 ευρώ μηνιαίως, το οποίο εμπίπτει στις οικονομικές δυνατότητές του, αφού του καταλείπει εισόδημα προς αξιοπρεπή κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι οικονομικές συνθήκες αυτονοήτως ώθησαν τα τελευταία χρόνια κάθε οικογενειακό προϋπολογισμό σε περιστολή και εκλογίκευση δαπανών, καθώς και του γεγονότος ότι, όπως προεκτέθηκε, το έτος 2017, εισέπραξε από την πώληση του οχήματος και της άδειας δημόσιας χρήσης - ταξί, το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ.
Σημειώνεται ότι, ελλείψει σχετικού λόγου εφέσεως στην υπό στοιχ. β' έφεση που να θίγει το ύψος της ορισθείσας από την εκκαλουμένη μηνιαίας καταβολής εξυπηρέτησης των οφειλών του αιτούντος, βάσει των περιουσιακών στοιχείων και των πάσης φύσεως εισοδημάτων του, η μηνιαία καταβολή εξυπηρέτησης των οφειλών αυτού δεν μπορεί να οριστεί σε ποσό μεγαλύτερο των 500,00 ευρώ μηνιαίως, το οποίο όρισε και η εκκαλουμένη.
Το ποσό των ανωτέρω δόσεων θα καταβάλλεται απευθείας στους πιστωτές για ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, συμμέτρως διανεμόμενο, ήτοι το ποσό που θα καταβάλλεται για την κάθε απαίτηση στον δικαιούχο αυτής θα καθορίζεται από τον τύπο χ = 500,00 ευρώ (συνολικό ποσό που κρίθηκε ότι μπορεί καταβάλει ο αιτών μηνιαίως για όλες τις οφειλές του) επί του ποσού της συγκεκριμένης απαίτησης διά του αθροίσματος των οφειλών του αιτούντος.
Έτσι, με τις ανωτέρω αναφερόμενες δόσεις συνολικού ύψους (500,00 ευρώ Χ 60 δόσεις =) 30.000,00 ευρώ, θα καλυφθεί ποσοστό επί της συνολικής οφειλής του αιτούντος. Ως εκ των άνω, η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και υπήγαγε τον αιτούντα στο καθεστώς ρύθμισης οφειλών του ν. 3869/2010, τυγχάνουν δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίστοιχοι λόγοι της υπό στοιχ.
β' εφέσεως περί συνδρομής πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του εκεί πρώτου εφεσίβλητου και περί μη περιέλευσης αυτού σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του".· Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διατάξεως αυτής, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία από όσα ο νομός απαιτεί για την εφαρμογή της, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, το εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε τη μηνιαία καταβολή του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 στο ποσό των 500 ευρώ, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προσδιόρισε το μηνιαίο εισόδημα του αναιρεσείοντος από τη σύνταξή του, στο ποσό των 650 ευρώ και αφού προσδιόρισε τις βιοτικές ανάγκες του (η σύζυγος του έχει αποβιώσει και τα ενήλικα τέκνα του διαμένουν μόνα τους) στο ποσό των 400 ευρώ κατά μήνα, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι το έτος 2017 αυτός εισέπραξε από την πώληση του οχήματος και της άδειας δημόσιας χρήσης-ταξί, το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, καθόρισε το ύψος της μηνιαίας καταβολής σε 500 ευρώ, συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμού 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα στο λόγο αυτό αιτιάσεις ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς υποστήριξη της προβληθείσας από αυτόν αδυναμίας του να καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Με τον ίδιο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του εκ του περιεχομένου του οποίου δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔικ. πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 989/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδ β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ύψους της μηνιαίας καταβολής παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του ότι από την πώληση του οχήματος και της άδειας δημόσιας χρήσεως - ταξί εισέπραξε μόνο το ποσό των 8.000 ευρώ, με το οποίο κάλυψε υποχρεώσεις του έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και εκ του πράγματος απορρίφθηκαν, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς Με το δεύτερο μέρος του ίδιου ως άνω (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι αυτός εισέπραξε από την πώληση του οχήματος του και της άδειας αυτού το ποσό των 30.000 ευρώ, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναιρέσεως.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια των αντιφατικών διατάξεων, ισχυριζόμενος ότι καίτοι στην προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα στο τμήμα αυτής όπου εκτίθενται οι νομικές σκέψεις διαλαμβάνεται ότι "απρόσφορα για την ικανοποίηση των δανειστών είναι τα ακίνητα στα οποία ο αιτών έχει την ψιλή κυριότητα ή ποσοστό επί της πλήρους κυριότητας και συνεπώς εξαιρούνται από την ρευστοποίηση....", στη συνέχεια, ελάσσονα πρόταση δέχεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση να εξαιρεθούν από την εκποίηση τα αναφερόμενα σ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία του (αναιρεσείοντος), επί των οποίων αυτός έχει ποσοστά ψιλής κυριότητας ή ποσοστά πλήρους κυριότητας.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναιρέσεως. Ακόμη, όμως και ήθελε εκτιμηθεί, ως παραβίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, γιατί η πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας πρέπει να συνέχεται αποκλειστικά και μόνον με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (Α.Π. 14/2021).
Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ α' του ν. 3869/2010 "Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας - Προστασία κύριας κατοικίας" ορίζεται ότι "1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών ορίζεται εκκαθαριστής.
Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του ΚΠολΔ". Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις ότι παρά το νόμο όρισε ως εκκαθαρίστρια την δικηγόρο Πειραιώς Ειρήνη Λαγουδάκη, χωρίς να αναφέρεται α' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) αν η εν λόγω δικηγόρος περιλαμβάνεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο δικαστήριο αυτό (Πειραιώς), προσέτι δε ότι αναφέρεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι η τιμή εκποιήσεως δεν πρέπει να είναι κατώτερη του 50% της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, χωρίς όμως να προσδιορίζεται με ακρίβεια ποια είναι η αντικειμενική αξία των προς εκποίηση ακινήτων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, καθ' όσον από τη διάταξη του άρθρου 372 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να διορίσει ως πραγματογνώμονες και πρόσωπα μη περιλαμβανόμενα στον, κατά το όρθρο 371 του ΚΠολΔ, κατάλογο των πραγματογνωμόνων, αν κρίνει, κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του, ότι αυτά είναι κατάλληλα, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, δεδομένου ότι προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως εξ αυτής προκύπτει, η αντικειμενική αξία καθενός των προς εκποίηση ακινήτων.
Τέλος, με τον τέταρτο, αορίστως διατυπούμενο, λόγο αναιρέσεως, δεν προβάλλεται συγκεκριμένη αναιρετική αιτίαση, αλλά πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β" του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2020 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 5239/423/20-7-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1859/2020 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ