Legislator Case Law & Legislation
1442/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to consider forest documents in property title case.

Case Number 1442/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Regional Court of Crete's refusal to consider specific forest documents regarding a property dispute. The appellant argued the lower court ignored evidence proving the land's forest character and lack of exploitation since 1870. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged receiving and considering all legally submitted documents, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a lower court failed to consider submitted documents is inadmissible if the lower court's judgment explicitly states it took all such documents into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lower court review document consideration forest land status property title dispute civil procedure code evidence submission

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο - Εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Καραγεώργη Σερβίας 10), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του ΝΣΚ Αφεντία Ιωσηφίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Ι. Ε. Π., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1991 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 37/2015 μη οριστική και 14/2018 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητά το αναιρεσείον με την από 12-10-2018 αίτησή του και τους από 25-7-2019 προσθέτους αυτής λόγους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 12-10-2018 αίτηση αναίρεσης και το από 25-7-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που στρέφονται κατά των αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης 37/2015 μη οριστικής και 14/2018 οριστικής η αίτηση αναίρεσης και κατά της δεύτερης παραπάνω απόφασης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. η ….19/12-8-2019 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Χανιών Α. Τ. για την επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο). Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).

Με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις (37/2015) έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 83/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ιδίου κατά του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, κρίθηκε ορισμένη η παραπάνω αγωγή και τάχθηκαν αποδείξεις, ενώ με τη δεύτερη απόφαση (14/2018) η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφό της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.

Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του (ΑΠ 1181/2013, ΑΠ 1420/2011).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 384/2013). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες του άρθρου 1094 ΑΚ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς την περιγραφή του πράγματος, να προσδιορίζεται τούτο στο δικόγραφο της αγωγής κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε ουδεμία αμφιβολία να γεννάται για την ταυτότητά του.

Αν, δε, φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 299/2011). Η περιγραφή αυτή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, εφ' όσον τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 933/2012).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία, όμως, δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω αναγνωριστικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι αυτός ισχυρίσθηκε με την αγωγή του αυτή, όπως παραδεκτά διευκρινίστηκε, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις του και εκτιμάται, πλην άλλων και ότι είναι κύριος ενός ακινήτου, που περιγράφει στην εν λόγω αγωγή του κατά θέση και όρια, έκτασης 182.675 τμ ή 183 στρεμμάτων και ότι το αναιρεσείον αμφισβητεί την κυριότητά του "στα 120 στρέμματα από το σύνολο των 183 στρεμμάτων" του ακινήτου αυτού, χωρίς αυτό (αναιρεσείον) να προσδιορίζει ειδικότερα τα παραπάνω 120 στρέμματα. Ζήτησε δε με την αγωγή του, επειδή, ενόψει της εν λόγω αμφισβήτησης, έχει έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του, όχι μόνο στα 120 στρέμματα, αλλά στο σύνολο των 183 στρεμμάτων του ακινήτου. Η αγωγή αυτή είναι ορισμένη, χωρίς να απαιτείται αναφορά εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αναγνώρισή του ως κυρίου των επιπλέον των αμφισβητουμένων 120 στρεμμάτων, αφού, για την ανωτέρω αιτία, είναι αδύνατος ο προσδιορισμός τούτων και, συνεπώς, παραδεκτά ο ενάγων ζητά να αναγνωρισθεί κύριος των 183 στρεμμάτων, ακολούθως δε, δεν απαιτείται ξεχωριστή περιγραφή των 120 στρεμμάτων.

Συνεπώς, το Εφετείο, που δέχτηκε τα ίδια και έκρινε ορισμένη την παραπάνω αγωγή, εξαφανίζοντας, κατά παραδοχή του οικείου λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την πρωτοβάθμια απόφαση που την είχε απορρίψει ως αόριστη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και οι σχετικές αιτιάσεις των πρώτου και δευτέρου κυρίων λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αοριστία της αγωγής, λόγω μη αναφοράς εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την επιπλέον έκταση των 63 στρεμμάτων και λόγω μη περιγραφής της έκτασης των 120 στρεμμάτων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.

2. Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μια μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, ΑΠ 823/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 14/2018 απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "...", έχει έκταση 182.674,75 τμ και συνορεύει βόρεια με κτήματα Δ.

Φ., με διαχωριστική γραμμή το ρυάκι, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. και Κ. Κ. και κτήματα κληρονόμων Μ. Κ., ανατολικά με κτήματα Κ. συζ. Σ. και Ι. Κ., δυτικά με κτήματα Ε. Φ. Μ. και με διαχωριστική γραμμή το ρυάκι, ευθεία μέχρι "...", όπως αυτό εμφαίνεται στο από 15-1-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Γ. με τα στοιχεία Α, 1-19, Δ, 21, 22, 23, Ε, 24, Ζ, 25-36, Α. Εμπεριέχει 10 καστανιές περίπου, 500 περίπου ελαιόδεντρα, χαρουπιές και άλλα δέντρα, καθώς και είδη δασικής βλάστησης, αλλά και διάφορα κτίσματα για τη λειτουργία κέντρου ιππασίας. Ο ενάγων απέκτησε το ακίνητο αυτό δυνάμει του ….69/1974 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Ε.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους Ι. Μ. και Α. συζ. Ι. Μ.. Στο συμβόλαιο αυτό το επίδικο περιγράφεται ως αγριάδα κρημνώδης, ακαλλιέργητη, εκτάσεως ως έγγιστα 89 1/2 περίπου στρεμμάτων, εμπεριέχουσα δύο μικρές και δύο μεγάλες καστανιές και συνορεύει βόρεια με κτήματα Δ. Φ. με διαχωριστική γραμμή το ρυάκι και συρματόπλεγμα, νότια με κληρονόμους Γ.

και Κ. Κ. και Μ. Κ., ανατολικά με κτήματα Κ. συζύγου Σ. και Ι. Κ., δυτικά Ε. Φ. Μ. με διαχωριστική γραμμή το ρυάκι ευθεία μέχρι "...". Με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, η έκταση που περικλείεται στα όρια, που αναφέρονται στο συμβόλαιο, εμβαδού 182.674,75 τμ, τα οποία από τότε (1974) νέμεται και κατέχει με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν στον κύριο.

Ειδικότερα το επέβλεπε, εκχέρσωσε ένα μεγάλο τμήμα αυτού έκτασης 90 στρεμμάτων βάσει της ….53/2-12-1976 άδειας του δασαρχείου ….., φύτευσε διάφορα δέντρα (ελιές, φουντουκιές, χαρουπιές, κλπ) διάνοιξε εντός αυτού αγροτικούς δρόμους. Οι παραπάνω δικαιοπάροχοί του Ι. και Α. Μ. απέκτησαν το επίδικο ακίνητο με τα όρια, που προαναφέρθηκαν, δυνάμει του ...83/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε.

Κ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, λόγω αγοράς από τη Σ. σύζυγο Ε. Σ.. Στο συμβόλαιο αυτό το επίδικο περιγράφεται ως αγριάδα εκτάσεως ως έγγιστα 90 στρεμμάτων, περιέχουσα 7 καστανιές και ότι άλλο εμπεριέχει, συνορεύουσα με αγριάδα Ε. Δ., Ε. Μ., Γ. και Ι. Φ., Ν. Μ. και Γ. Δ. ως γέρνουν τα νερά μέχρι του ... να κατέβει έως το δρόμο, όπου συνορεύει με Ε.

Μ.. Η ανωτέρω Σ. Μ. είχε αποκτήσει το επίδικο δυνάμει του ...99/1957 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Ε. Κ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από τον Α. Φ. Μ., ο δε τελευταίος, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, το είχε αποκτήσει δυνάμει εξώδικης διανομής μεταξύ αυτού και των λοιπών κληρονόμων του πατέρα του Φ.

Μ.. Οι δικαιοπάροχοι της Σ.ς Μ. είχαν αποκτήσει το επίδικο δυνάμει του ….43/1932 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου και νέμησης προς κατιόντες του συμβολαιογράφου Ε. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο συμβόλαιο αυτό μεταξύ των διανεμητέων ακινήτων περιγράφεται και ένα μετόχιο εκτεινόμενο από τον ποταμό του ….. μέχρι της ….

Δ. Ο., Μ. Μ., Δ. Φ., ρυάκιον και προχωρεί ρυάκι - ρυάκι μέχρι (...) Ε. Π., Ι. Φ., ποταμόν μέχρι Ατζέμιδων, εκτάσεως ως έγγιστα τετρακοσίων μουζουργιών κατά τη διατύπωση του συμβολαίου αγοράς ή όσης εκτάσεως είναι εις στρέμματα. Εξάλλου οι ανωτέρω (απώτεροι) δικαιοπάροχοι αυτών Φ. Μ. και Ε. σύζυγος Φ. Μ. είχαν αποκτήσει το ακίνητο των 400 μουζουρίων στη θέση "..." η "..." δυνάμει του …..88/1907 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ι.

Β. από αγορά από τις Χ. Κ. και Ν. Μ., οι δε τελευταίες είχαν αποκτήσει το επίδικο από κληρονομιά των γονέων τους που απεβίωσαν το έτος 1870 περίπου, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό. Σύμφωνα με την από 12-5-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 37/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Γ.

Β., αφού έλαβε υπόψη τη μορφή και το ανάγλυφο του επιδίκου, την οριοθέτηση του επίδικου με βάση τα αναφερόμενα στους τίτλους τοπωνύμια και τον εντοπισμό τους στο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και αφού ανέτρεξε σε ιστορικές πηγές υπολογίζει ότι το ένα μουζούρι αντιστοιχεί σε 2 έως 2,5 στρέμματα.

Επομένως το περιγραφόμενο στα …..43/1932 και ……88/1907 συμβόλαια ακίνητο των 400 μουζουρίων αντιστοιχεί σε 800 - 1000 στρέμματα, ενώ το επίδικο, το οποίο στα προαναφερθέντα συμβόλαια των ετών 1957, 1964 αναφέρεται ότι έχει έκταση 90 στρεμμάτων περίπου και 89,5 στρέμματα περίπου στο τελευταίο του έτους 1974, είναι τμήμα της ιδιοκτησίας των 400 μουζουρίων ή 800 - 1000 στρεμμάτων, το εμβαδόν του οποίου υπολογίζεται σε 184.936,37 τμ βάσει του τοπογραφικού, που συνέταξε ο ίδιος και τα όρια της ιδιοκτησίας έχουν παραμείνει αναλλοίωτα κατά τη συνέχεια των συμβολαίων.

Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, αφού εντόπισε τα όρια που αναφέρονται στα προαναφερθέντα συμβόλαια ("διαχωριστική γραμμή το ρυάκι", "...", "ως γέρνουν τα νερά") στο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, στον οποίο αποτυπώνεται η περιοχή και το ανάγλυφό της και ερμηνεύοντας το χάρτη αυτό οριοθέτησε το επίδικο, όπως περιγράφεται στα συμβόλαια.

Σύμφωνα επομένως με την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης η έκταση που περικλείεται στα όρια, που αναφέρονται στα συμβόλαια των ετών 1957, 1964 και 1974 έχει εμβαδόν 184.936,37 τμ. Το γεγονός ότι στα συμβόλαια αυτά αναφέρεται ως έκταση του περιγραφόμενου ακινήτου 90 στρέμματα ή 89,5 στρέμματα περίπου, δεν είναι παράδοξο, διότι το εν λόγω ακίνητο μέχρι το έτος 1990 δεν είχε εμβαδομετρηθεί.

Εξάλλου στα παλαιά χρόνια, που συντάσσονταν συμβόλαια χωρίς τοπογραφικά διαγράμματα, οι μεταβιβάζοντες οι οποίοι δεν είχαν αντίληψη των μονάδων μετρήσεων δεν έδιναν βαρύτητα στην έκταση των ακινήτων και την προσδιόριζαν κατά προσέγγιση, περιέγραφαν όμως τα όρια των ακινήτων με αναφορές στο ανάγλυφο της περιοχής ή τοπωνύμια και γνώριζαν ότι τα ακίνητά τους είναι αυτά που περικλείονται στα όρια που περιγράφουν.

Άλλες φορές πάλι αναγραφόταν στα συμβόλαια μικρότερη έκταση για φορολογικούς λόγους και άλλες φορές αναγραφόταν το εμβαδόν που αναγραφόταν στο προηγούμενο συμβόλαιο προκειμένου να υπάρχει συνέχεια στα συμβόλαια και ταύτιση στο εμβαδόν του ακινήτου. Οι προαναφερθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από το έτος 1870 τουλάχιστον μέχρι και το έτος 1974, οπότε περιήλθε στον ενάγοντα, νέμονταν το επίδικο ακίνητο, ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.

Ειδικότερα πέραν της επιβλέψεως και εποπτείας του το καλλιεργούσαν με τα υπάρχοντα τότε μέσα καλλιέργειας και το έσπερναν κατά το μεγαλύτερο μέρος του με κριθάρι, σιτάρι, βίκο κλπ και σε ένα τμήμα του, όπου υπήρχε στέρνα, φύτευαν κηπευτικά μέχρι το έτος 1945, ενώ από το έτος 1945 και μέχρι το 1974, που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα το εκμίσθωναν σε διάφορους κτηνοτρόφους.

Την καλλιέργεια αυτή του επιδίκου με τα παραπάνω είδη γνωρίζουν και κατέθεσαν οι μάρτυρες του ενάγοντος Ι. Β. και Ι. Μ., ηλικιωμένοι κάτοικοι της περιοχής, εκ των οποίων ο Ι. Μ. είναι αυτός που μεταβίβασε στον ενάγοντα το επίδικο με το …..69/1974 συμβόλαιο και κατέθεσε, έχοντας ιδία γνώση και αντίληψη, τόσο για την καλλιέργεια του επιδίκου, όσο και για τα όριά του, που είναι η κορυφογραμμή, τα νερά και το ρυάκι, για δε το εμβαδόν του ότι δεν εμβαδομετρήθηκε αλλά του μεταβίβασε όση έκταση περικλείεται στα περιγραφέντα από το συμβόλαιο όρια, αφού το ακίνητό του το γνώριζε με βάση τα όριά του.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού Αστικού Κώδικα στις 23-7-1904 οι Χ. Κ. και Ν. Μ., βρίσκονταν στη νομή του επιδίκου ακινήτου ήδη επί 37έτη, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους από το 1870 περίπου και με δεδομένο ότι το Οθωμανικό Δίκαιο που ίσχυε στην Κρήτη δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας, οι Φ.

Μ. και Ε. Μ., στους οποίους περιήλθε το επίδικο το 1907 με το ….88/1907 συμβόλαιο, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα μόλις την 23-7-1909, οπότε και παρήλθε το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, έπρεπε να παρέλθει από της ισχύος του (23-7-1904) προκειμένου να καταστούν κύριοι αυτού.

Συνεπώς ο ενάγων, που νεμήθηκε το επίδικο από το 1974 μέχρι την άσκηση της αγωγής και πριν από αυτόν οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοί του από το 1870 μέχρι το 1974, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τα άρθρα 302, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, αλλά και με παράγωγο τρόπο αποκτώντας από αληθείς κυρίους δυνάμει των προαναφερθέντων συμβολαίων".

Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου τόσο με τον παράγωγο τρόπο που αναφέρει στην παραπάνω απόφασή του, λόγω μεταβίβασής του από τους αληθινούς, κατά σειρά, κυρίους και με τα συμβολαιογραφικά έγραφα, σύμφωνα με όσα ειδικότερα, κατά τα ανωτέρω, διαλαμβάνει στην απόφασή του, όσο και με πρωτότυπο τρόπο και, συγκεκριμένα, με έκτακτη χρησικτησία, έχοντάς το στη νομή του από το έτος 1974 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής του και με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1870.

Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αλυσιτελείς ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τη διαδοχή των τίτλων του αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του και ως προς τη διαφορετική έκταση σε καθένα των τίτλων αυτών του ακινήτου που αφορούν και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κύριος λόγος αναίρεσης, επειδή το Εφετείο, αν και, εμμέσως, διέγνωσε ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στους παραπάνω τίτλους ως προς την έκταση του ακινήτου που οι τίτλοι αυτοί αφορούν, δεν προσέφυγε, για να διακριβώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων ως προς την έκταση του ακινήτου αυτού, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Είναι δε αλυσιτελείς οι λόγοι αυτοί, διότι πλήττεται μόνο ο ανωτέρω παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, ενώ δεν πλήττεται η παραπάνω επάλληλη αιτιολογία κτήσης της κυριότητας από αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επίσης, η αιτιολογία αυτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς με κάποιον από τους λοιπούς (πρόσθετους) λόγους αναίρεσης.

3. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, οι δε αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1987/2007).

Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε ανέκαθεν και, συγκεκριμένα, από το έτος 1870 συνεχώς μέχρι και το έτος 1974, που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο, κατά χρονολογική σειρά, στους ιδιώτες, που αναφέρει στην εν λόγω απόφασή του.

Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, με την κρίση της για κυριότητα των αναφερομένων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και εν συνεχεία και του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3, 6 και 103 του οθωμανικού νόμου περί Γαιών και 239 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, καθόσον "η επίδικη έκταση υπήρξε ανέκαθεν ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους και στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με την προσάρτηση της Κρήτης στην Ελλάδα, αφού ανήκε στις δημόσιες εκτάσεις που προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ουδέποτε δε υπήρξε ιδιοκτησία ιδιωτών Οθωμανών ή Ελλήνων επί αυτής", ενώ "η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο κτήμα δεν ήταν ποτέ δυνατή, διότι από την έναρξη ισχύος του Κρητικού ΑΚ (23-7-1904) μέχρι και την 11-5-1915, δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής χρησικτησία που το άρθρο 295 του Κρητικού ΑΚ αναγνώρισε, ενώ μετά την 11-5-1915 τα δημόσια κτήματα, όπως το επίδικο, εξαιρούνται της χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του ΝΔΣΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφενός μεν ως απαράδεκτος, διότι, υπό την ανωτέρω επίκληση, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του γεγονότος, ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική κτήση και, συγκεκριμένα, ιδιοκτησία των ανωτέρω προσώπων που αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι το επίδικο αποτελούσε δημόσιο κτήμα, την οποία, όμως, τούτο, όχι μόνο δεν εξέφερε, αλλά δέχτηκε ακριβώς τα αντίθετα, ήτοι ότι δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, αλλά ιδιοκτησία των ανωτέρω ιδιωτών.

4. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι για γεγονότα, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, ισχυρισμό, δηλαδή, που επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/1982), υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Όπως προαναφέρθηκε, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που είτε θεμελιώνουν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε χρησιμεύουν για την αντίκρουση των ισχυρισμών του εναγομένου (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1348/2017).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα. Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή δεν έγινε επίκληση και προσκόμισή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 30/1997).

Πρέπει, επίσης, να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 503/2013).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιόν του το αναιρεσείον με τις προτάσεις του και από τα οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, προκύπτει "ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης και η μη διενέργεια πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1870 μέχρι το έτος 1909", ήτοι: 1) το …..55/12-12-1989 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Διεύθυνσης Δασών ….., 2) την 192/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, "με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του αντιδίκου και επικυρώθηκε το ΠΔΑ, γενομένου δεκτού του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης", 3) την από 6-12-2009 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου Α.

Λ., "στην οποία αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση μέχρι την εκχέρσωσή της δεν τύγχανε οποιασδήποτε μορφής εκμετάλλευσης", 4) την από 27-2-2001 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Ε. Κ., "από την οποία προκύπτει ότι όλη η επίδικη έκταση είναι δασική" και 5) το ….91/πε/28-2-2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών ….. Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, όπως αυτό εκτέθηκε ειδικότερα παραπάνω κατά την ανάπτυξη των τρίτου και τετάρτου κυρίων λόγων αναίρεσης, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα που προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, βάσει του άρθρου 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-7-2019 πρόσθετους αυτής λόγους του Ελληνικού Δημοσίου, κατά των 37/2015 και 14/2018 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ