1442/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2975/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 544/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1442/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 25/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, κατά το οικείο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 544/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1442 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1442/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. συζύγου Α. Σ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., 2) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αριστείδη Τσαβδαρίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον εκκαθαριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Κ. που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Καραγκούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2975/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 544/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7/5/2015 αίτησή τους και τους από 7/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 25/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, κατά το οικείο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 544/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 7-5-2015 αίτηση αναίρεσης και του από 7-12-2015 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ.544/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ’ ουσία την από 5-10-2010 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 2975/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο εν μέρει την από 17-2-2009 ανακοπή τους, είχε ακυρώσει αντίστοιχα την εκδοθείσα, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, υπ’ αριθμ..../2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που διατάσσει καθεμία από τις ανακόπτουσες να καταβάλει στην καθ’ ης αναιρεσίβλητη ποσό πέραν των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επειδή στο άρθρο 197 του ΑΚ ορίζεται ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", ενώ το άρθρο 198 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενεί υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε".
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Η καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει αυτή να θεωρείται βέβαιη.
Έτσι, η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει α)στάδιο διαπραγματεύσεων, β)συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων του ενός διαπραγματευομένου απέναντι στον άλλο, που είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γ)ζημία, δ)υπαιτιότητα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή εκείνου που δεν τήρησε την πρέπουσα συμπεριφορά και ε)αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.
Κατά συνέπεια εκείνος, που κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης, θα ματαιώσει τη σύναψη αυτής με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας, (κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασομένου) και θα προξενήσει υπαίτια ζημία σε εκείνον που πίστεψε στις διαβεβαιώσεις ότι η σύναψή της πρέπει να θεωρείται βέβαιη, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο διαφέρον εμπιστοσύνης και περιλαμβάνει κάθε ζημία θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται προς το ότι το ζημιωθέν μέρος, πιστεύοντας στην έντιμη στάση του άλλου μέρους, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή έχασε άλλη ευκαιρία, εξαιτίας της πεποιθήσεώς του για την κατάρτιση της σύμβαση και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά του άλλου μέρους, που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Αντίθετα δεν νοείται ως ζημία υπό την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 198 ΑΚ και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπληρώσεως της συμβάσεως, ότι δηλαδή θα είχε ο παθών αν καταρτιζόταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, δεδομένου μάλιστα του ότι το μέρος, που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν τήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένοι στο πλαίσιο της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας του προσώπου να συνάπτει ή και μη συνάψει συμβάσεις και να καθορίζει το περιεχόμενό τους, να καταρτίσει τη σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (Ολ.ΑΠ 37/2005, ΑΠ 606/2015).
Τέλος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεως, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση συμβάσεως, μέχρι την τελική σύμπτωση τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Από τις ίδιες δε διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει ότι η συμπεριφορά, η οποία προκάλεσε τη ζημία στον άλλον, πρέπει να εκδηλώθηκε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αρχίζει, αφότου εκδηλωθεί ενδιαφέρον για τη σύναψη συμβάσεως και λήγει, όταν, είτε συναφθεί η επιδιωκόμενη σύμβαση, είτε διακοπούν οριστικά οι διαπραγματεύσεις και έτσι ματαιωθεί η σύναψή της (ΑΠ 554/2011). Συνακόλουθα τούτων, αν η υπαίτια αυτή συμπεριφορά εκδηλώνεται πριν αρχίσει το στάδιο των διαπραγματεύσεων ή μετά τη λήξη του, δεν γεννιέται υποχρέωση αποζημίωσης κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 198 ΑΚ (ΑΠ 1324/1994, ΑΠ 786/1982).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με την από 17-2-2009 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιτρεπτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τον αναιρετικό έλεγχο, ζήτησαν την ακύρωση της υπ’ αριθμ..../2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ’ αίτηση της αναιρεσίβλητης, με βάση την από 12-11-2007 έγγραφη απόδειξη είσπραξης του ποσού των 30.0000€ καταβληθέντος από αυτή στις αναιρεσείουσες έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος για την αγορά του περιγραφομένου ακινήτου τους και την από 15-9-2008 βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Γ., ότι ουδέποτε καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συγκεκριμένου ακινήτου, ισχυριζόμενες ειδικότερα με τον έκτο λόγο αυτής, που ζήτησαν το συμψηφισμό της επικαλούμενης απαίτησής τους 160.000€ από ευθύνη της αναιρεσίβλητης κατά τις διαπραγματεύσεις, με την ένδικη απαίτηση της τελευταίας, τα εξής: "H ματαίωση της σύμβασης από υπαιτιότητα της καθ’ ης οδήγησε στο επαχθές για τα συμφέροντα μας αποτέλεσμα το ακίνητο συνιδιοκτησίας μας να μην έχει πουληθεί και να παραμένει απούλητο.
Η έκβαση αυτή είναι ιδιαιτέρως δυσμενής για τα συμφέροντά μας, καθώς όπως είναι γνωστό η αγοραστική κίνηση στις αγοραπωλησίες ακινήτων έχει μειωθεί σημαντικότατα λόγω οικονομικής κρίσης. Παρατηρείται δηλαδή στην αγορά μείωση του ενδιαφέροντος για επενδύσεις σε ακίνητα από κατασκευαστικές εταιρείες αλλά και ιδιώτες, καθώς και κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων ακίνητων.
Είναι δε γνωστό ότι ο κλάδος της αγοραπωλησίας ακινήτων διέρχεται σημαντική κρίση. Το επίδικο ακίνητο μας δεν αναμένεται να πουληθεί το προσεχές διάστημα λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τις επενδύσεις ακινήτων. Ακόμα και στην περίπτωση που εκδηλωθεί κάποιο ενδιαφέρον αγοραστού, το ακίνητό μας θα πουληθεί με πολύ χαμηλότερο τίμημα από αυτό που είχαμε συμφωνήσει με την καθ’ ης.
Σύμφωνα με πληροφορίες από ειδικούς μεσίτες ακινήτων το ακίνητο μας δεν μπορεί να πουληθεί σήμερα πάνω από 700.000 €. Η ζημία μας συνεπώς από τη μη ματαίωση της σύμβασης αγοραπωλησίας ενόψει της σημαντικής οικονομικής κρίσης και της πτώσης της αγοραστικής κίνησης στις αγοραπωλησίες ακινήτων υπολογίζεται, ότι ανέρχεται σήμερα στο ποσό των εκατό εξήντα χιλιάδων ευρώ (160.000€) [860.000€ (συμφωνηθέν τίμημα με την καθ’ ης) - 700.000€ τρέχουσα αγοραστική αξία του ακινήτου = 160.000€], χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε τη μείωση της αγοραστικής αξίας του επίδικου ακινήτου μας που θα επέλθει στο μέλλον".
Ο λόγος, όμως, αυτός της ένδικης ανακοπής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν αναφέρονται σε αυτόν από τις αναιρεσείουσες ανακόπτουσες συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προκλήσεως της επικαλούμενης ζημίας τους εντός του σταδίου των διαπραγματεύσεων πώλησης του ακινήτου τους προς την αναιρεσίβλητη, ο, κατά τις απόψεις τους, χρόνος λήξης του οποίου (σταδίου των διαπραγματεύσεων), επίσης δεν προσδιορίζεται, προκειμένου να κριθεί εάν η συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας επήλθε η ζημία, εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και εάν η ζημία τους υπήρξε απότοκος της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης εντός του σταδίου των διαπραγματεύσεων ή της άσχετης προς την εν λόγω συμπεριφορά υποτιμήσεως των ακινήτων της περιοχής του οικοπέδου τους.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι ο ως άνω λόγος της ανακοπής, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, ήταν αόριστος και τον απέρριψε, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα. επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ. 3/1997, ΑΠ.1821/2008, ΑΠ.121/2009).
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε, ως νομικά αβάσιμο, τον ισχυρισμό τους περί απόσβεσης της υποχρέωσης για απόδοση του ποσού των 30.000 ευρώ που έλαβαν, εφόσον δεν ήταν πλέον πλουσιότερες κατά τούτο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ’ ουσία διερεύνηση του προβαλλόμενου με τον πέμπτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους ισχυρισμού που επικαλούνται, αλλά, κρίνοντας ομοίως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία ο ίδιος λόγος ανακοπής τους είχε απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας του έκτου λόγου της ένδικης ανακοπής των αναιρεσειουσών, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως, με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, ενός οικοπέδου επιφανείας 474,51 τ.
μ μετά των επ’ αυτού κτισμάτων (οικίας - βοηθητικού κτίσματος), το οποίο βρίσκεται στην ... Αττικής, στο ... επί της οδού ... Περί τα μέσα 2007 αποφάσισαν να πωλήσουν το ανωτέρω ακίνητο και για το λόγο αυτό έβαλαν αγγελία πώλησης στην εφημερίδα "...". Τον Ιούνιο 2007 ο Π. Κ., ως εκπρόσωπος της εφεσίβλητης- καθ’ ης η ανακοπή, επικοινώνησε με τις εκκαλούσες - ανακόπτουσες και δήλωσε ότι ενδιαφέρεται για την αγορά του εν λόγω ακινήτου.
Τελικά, μετά διαπραγματεύσεις και ειδικά το Νοέμβριο 2007, οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες συμφώνησαν με την εφεσίβλητη- καθ’ ης η ανακοπή ομόρρυθμη εταιρεία να της μεταβιβάσουν, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο έναντι του ποσού των 860.000 ευρώ. Για την αγορά του ακινήτου, στις 12.11.2007 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης - καθ’ ης κατέβαλε, για λογαριασμό της τελευταίας, το ποσό των 30.000 ευρώ, ως αρραβώνα, έναντι του συνολικού τιμήματος, που συμφωνήθηκε για την ανωτέρω αγοραπωλησία, για το λόγο δε αυτό συντάχθηκε η από 12.11.2007 έγγραφη απόδειξη ποσού 30.000 ευρώ, που υπογράφηκε από τις εκκαλούσες- ανακόπτουσες και στην οποία αναγράφεται ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε ως αρραβώνας για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου έναντι του συνολικού ποσού των 860.000 ευρώ, που συμφωνήθηκε για την αγοραπωλησία.
Η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή αμέσως μετά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε και της καταβολής του ποσού των 30.000 ευρώ, ως αρραβώνα, αφού προηγούμενα της παραδόθηκαν οι τίτλοι κτήσης, προέβη σε ενέργειες, προκειμένου να καταρτιστεί το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης του ακινήτου. Ειδικότερα, προέβη στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος και σχεδίων (βλ.
το από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Φ.), ετοίμασε πλήρη φάκελο και υπέβαλε, με δικές της δαπάνες, στην αρμόδια Πολεοδομία την από 11.12.2007 αίτηση χορήγησης άδειας κατεδάφισης των κτισμάτων του οικοπέδου, η οποία εκδόθηκε στις 21.12.2007, με αριθμό ...2007 και με διάρκεια ισχύος εξ (6) μηνών.
Επίσης, προέβη σε έλεγχο των τίτλων δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου και ετοίμασε σχέδιο συμβολαίου κατάργησης της υπάρχουσας οριζόντιας ιδιοκτησίας και σχέδιο του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου, σχέδια που επιμελήθηκε η συμβ/φος Αθηνών Α. Γ., αναμένοντας, κατά τα λοιπά, την προσκόμιση, εκ μέρους των εκκαλουσών - ανακοπτουσών, των απαιτούμενων πιστοποιητικών για τη σύνταξη του συμβολαίου, αντίθετα, οι τελευταίες καθυστερούσαν να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες και συγκεκριμένα καθυστέρησαν να προσκομίσουν το απαιτούμενο για τη σύνταξη του συμβολαίου πιστοποιητικό Τ.Α.Π, από το Δήμο ..., το οποίο τελικά το προσκόμισαν στα τέλη Μαρτίου 2008.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιανουάριο 2008, εμφανίστηκε άλλος υποψήφιος αγοραστής και συγκεκριμένα η Α. Δ., η οποία προσέγγισε τις εκκαλούσες- ανακόπτουσες και τις προσέφερε το ποσό των 900.000 ευρώ για την αγορά του επίδικου ακινήτου, γεγονός που και οι εκκαλούσες - ανακόπτουσες, με την ένδικη ανακοπή τους, αποδέχονται και προκύπτει από την ίδια την ένορκη κατάθεση της ανωτέρω Α.
Δ.. Μετά την ανωτέρω προσφορά, οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες άρχισαν να πιέζουν την εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή για αύξηση του τιμήματος της επίδικης αγοραπωλησίας στο ποσό των 900.000 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα της τελευταίας, αλλά ενισχύεται, επιπλέον, από το ότι μετά την ανωτέρω προφορική συμφωνία των διαδίκων έως το Μάρτιο, οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες δεν επιμελήθηκαν έτσι ώστε να μη συνεχιστεί η δημοσίευση σε εφημερίδες της αγγελίας πώλησης του επίδικου ακινήτου, αλλά, αντίθετα, συνέχιζαν να δημοσιεύουν σε εφημερίδες σχετικές αγγελίες.
Η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή αρνήθηκε να συναινέσει σε αύξηση του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, με αποτέλεσμα να υπάρξουν αναβολές στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αφού οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες καθυστερούσαν στην προσκόμιση των αναγκαίων για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πιστοποιητικών, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρεται.
Μάλιστα δε, παρήλθε το χρονικό διάστημα των εξ (6) μηνών από την έκδοση της άδειας κατεδάφισης και η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή δεν ενδιαφερόταν πλέον για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης. Στη συνέχεια, ακολούθησε η από 30.4.2008 εξώδικη δήλωση των εκκαλουσών - ανακοπτουσών, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή στις 2.5.2008 (βλ.
την .../2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ό. Μ. - Α.), με την οποία δηλώνουν ότι αποκλειστική υπαίτια της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου είναι η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή, η οποία δεν προσήλθε στις 24.4.2008 στη συμβολαιογράφο, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τα χρήματα για την καταβολή του τιμήματος και ότι έχουν υποστεί ζημία από την ανωτέρω υπαίτια άρνηση της, καλώντας την να προσέλθει σε πέντε ημέρες από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης στη συμβολαιογράφο για την κατάρτιση του συμβολαίου.
Πλην, όμως, όπως ήδη παραπάνω αποδείχθηκε, υπαίτιες της ματαίωσης της σύμβασης είναι οι ίδιες οι εκκαλούσες- ανακόπτουσες, οι οποίες καθυστερούσαν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την προσκόμιση των πιστοποιητικών και συνεχώς ανέβαλαν την κατάρτιση του συμβολαίου, πιέζοντας την εφεσίβλητη- καθ’ ης η ανακοπή να αυξήσει το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, με αποτέλεσμα να παρέλθει το χρονικό διάστημα της ισχύος της άδειας κατεδάφισης.
Η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή, για τους παραπάνω λόγους, έχασε το ενδιαφέρον της για την κατάρτιση της επίδικης πώλησης, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτιση της και να ανακύψει υποχρέωση των εκκαλουσών - ανακοπτουσών για απόδοση του ποσού των 30.000 ευρώ, που δόθηκε ως αρραβώνας, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης και της ακυρότητας του απαιτούμενου για την κύρια σύμβαση συμβολαιογραφικού τύπου (ΑΚ 158, 159 παρ.1, 180, 1033) Μάλιστα, η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή, απέστειλε στις εκκαλούσες - ανακόπτουσες την από 25.6.2008 δήλωση της, η οποία επιδόθηκε σε αυτές στις 27.6.2008, με την οποία αξίωσε την απόδοση του ανωτέρω ποσού, εντός προθεσμίας δύο (2) ημερών από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης, πλην όμως οι εκκαλούσες - ανακόπτουσες δεν το κατέβαλαν.
Ακολούθως, η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή με την από 15.9.2008 αίτηση της, πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης .../2008 διαταγής πληρωμής. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, προκύπτει ότι η ματαίωση της σύμβασης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εφεσίβλητης - καθ’ ης η ανακοπή, ούτε σε συμπεριφορά της αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη αυτής κατά τις διαπραγματεύσεις.
Ως εκ τούτου,, δεν υφίσταται απαίτηση των εκκαλουσών - ανακοπτουσών, που απορρέει, όπως διατείνονται με τον έκτο λόγο ανακοπής, από ευθύνη της εφεσίβλητης - καθ’ ης η ανακοπή από τις διαπραγματεύσεις και η ένσταση συμψηφισμού, που κατά τις ΑΚ 440 επ. νόμιμα προβάλλουν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους προσβάλλουν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων τις διατάξεις της εκκαλούμενης, όσον αφορά τα αιτούμενα κονδύλια α) των 160.000 ευρώ που όπως διατείνονται, είναι η διαφορά μεταξύ του ποσού των 860.000 ευρώ, που είναι το τίμημα που συμφωνήθηκε και του ποσού των 700.000 ευρώ, που είναι πλέον η αγοραία αξία του ακινήτου και β) των 40.000 ευρώ, που είναι η διαφορά μεταξύ του ανωτέρω τιμήματος που συμφωνήθηκε και του ποσού των 900.000 ευρώ, που τους πρόσφερε η Α.
Δ., πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, όσον μεν αφορά το κονδύλιο των 160.000 ευρώ, είναι πρωτίστως αόριστο, αφού αόριστη αναφορά γίνεται για πτώση της αγοραστικής εκτίμησης στις πωλήσεις ακινήτων που συντέλεσε στην πτώση και της αξίας του δικού της ακινήτου, κατά 160.000 ευρώ, επιπλέον δεν αναφέρεται ότι αυτές ήλθαν σε συμφωνία για την πώληση του επιδίκου με την παραπάνω αναφερόμενη ως αγοραία αξία του ακινήτου, ύψους 700.000 ευρώ.
Όσον δε αφορά το δεύτερο κονδύλιο των 40.000 ευρώ, καθόσον, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή ευθύνεται, κατά τις διατάξεις που αφορούν τις διαπραγματεύσεις, για την επικαλούμενη ζημία των εκκαλουσών - ανακοπτουσών". Έτσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198 και 440 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την απόρριψη της προτεινόμενης ένστασης συμψηφισμού της απαίτησης των αναιρεσειουσών ποσού 40.000 € από την ευθύνη της αναιρεσίβλητης κατά τις διαπραγματεύσεις, όπως διατείνονται με τον έκτο λόγο της ανακοπής τους οι αναιρεσείουσες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ως προς τη συνδρομή ευθύνης για τη ματαίωση κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης αγοραπωλησίας μεταξύ των διαδίκων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη - καθής η ανακοπή, αμέσως μετά τη συμφωνία για την αγοραπωλησία του περιγραφόμενου οικοπέδου των αναιρεσειουσών - ανακοπτουσών και την καταβολή του ποσού των 30.000 € στις τελευταίες, ως αρραβώνα, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 860.000 ευρώ, προέβη σε ενέργειες, προκειμένου να καταρτιστεί το οριστικό συμβόλαιο, υποβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στην αρμόδια πολεοδομία την από 17-12-2007 αίτηση χορήγησης άδειας κατεδάφισης των κτισμάτων του πωλούμενου οικοπέδου, η οποία εκδόθηκε στις 21-12-2007 με διάρκεια ισχύος έξι μηνών, δηλαδή μέχρι 21-6-2008, αναμένοντας την προσκόμιση εκ μέρους των αναιρεσειουσών των απαιτούμενων πιστοποιητικών για τη σύνταξη του συμβολαίου, ότι οι αναιρεσείουσες - ανακόπτουσες καθυστερούσαν και προσκομίσουν το απαιτούμενο για τη σύνταξη του συμβολαίου πιστοποιητικό Τ.Α.Π.
από το Δήμο ..., το οποίο τελικά προσκόμισαν στα τέλη Μαρτίου 2008, ότι τον Ιανουάριο του 2008, εμφανίστηκε ως υποψήφια αγοραστής η Α. Δ., η οποία προσέφερε για την αγορά του επίδικου ακινήτου το ποσό των 900.000 ευρώ, ότι μετά την ανωτέρω προσφορά οι ανακόπτουσες άρχισαν να πιέζουν την καθής η ανακοπή για αύξηση του τιμήματος της αγοροπωλησίας στο ποσό των 900.000 ευρώ, ότι η καθής η ανακοπή αρνήθηκε να συναινέσει στην αύξηση του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, με αποτέλεσμα να υπάρξουν συνεχείς αναβολές στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αφού οι ανακόπτουσες καθυστερούσαν την προσκόμιση των αναγκαίων, για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, πιστοποιητικών, μάλιστα δε παρήλθε το χρονικό διάστημα των έξι μηνών από την έκδοση της άδειας κατεδάφισης και η καθής η ανακοπή αναιρεσίβλητη δεν ενδιαφερόταν πλέον για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ότι στη συνέχεια ακολούθησε η από 30-4-2008 εξώδικη δήλωση των ανακοπτουσών, επιδοθείσα στην καθής η ανακοπή στις 2-5-2008, με την οποία δηλώνουν ότι αποκλειστική υπαίτια της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου είναι η καθής η ανακοπή, η οποία δεν προσήλθε στις 24-4-2008 στη συμβολαιογράφο, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τα χρήματα για την καταβολή του τιμήματος και ότι έχουν υποστεί ζημία από την ανωτέρω υπαίτια άρνησή της, καλώντας αυτή να προσέλθει σε πέντε ημέρες από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης στη συμβολαιογράφο, για την κατάρτιση του συμβολαίου, πλην όμως, όπως ήδη παραπάνω αποδείχθηκε, υπαίτιες της ματαίωσης της σύμβασης είναι οι ίδιες οι ανακόπτουσες, οι οποίες καθυστερούσαν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την προσκόμιση των πιστοποιητικών και συνεχώς ανέβαλαν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, πιέζοντας την καθής η ανακοπή να αυξήσει το συμφωνημένο τίμημα της πώλησης με αποτέλεσμα να παρέλθει το χρονικό διάστημα της ισχύος της άδειας κατεδάφισης και ότι η καθής η ανακοπή, για τους παραπάνω λόγους, έχασε το ενδιαφέρον της για την κατάρτιση της επίδικης πώλησης, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτισή της, αποστέλλοντας ακολούθως στις ανακόπτουσες την επιδοθείσα σε αυτές την 27-6-2008 από 26-6-2008 δήλωσή της, με την οποία αξίωνε την απόδοση του ποσού των 30.000 € που είχε δοθεί ως αρραβώνας, λόγω ματαίωσης της σύμβασης, εντός προθεσμίας δύο ημερών από την επίδοση της εξώδικης δήλωσής της, δεν αναφέρει α) εάν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ορισμένη προθεσμία για την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, β)ποιά ήταν τα πιστοποιητικά που καθυστερούσαν να προσκομίσουν οι αναιρεσείουσες ανακόπτουσες μετά τα τέλη Μαρτίου 2008 και ήταν αναγκαία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, γ) πότε έγιναν οι αναβολές στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου και ποιός ήταν υπαίτιος τούτων και δ) εάν η αναιρεσίβλητη εταιρεία προσήλθε στην συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου στις 24-4-2008, αλλά και στις 7-5-2008, που προσκλήθηκε με την από 30-4-2008 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειουσών και σε καταφατική περίπτωση την αιτία της μη υπογραφής του.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την ένσταση συμψηφισμού της επικαλούμενης από τις αναιρεσείουσες ανακόπτουσες απαίτησης των 40.000 € είναι βάσιμος. Όμως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για την επικαλούμενη απαίτηση των 160.000 ευρώ, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν πρωτίστως αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτόν η επάλληλη αιτιολογία της απόφασης για την κατ’ ουσία απόρριψη της συγκεκριμένης απαίτησης των 160.000€, είναι αλυσιτελής, αφού η κύρια περί αοριστίας αυτής κρίση του Εφετείου που στηρίζει αυτοτελώς το αντίστοιχο διατακτικό της, δεν επλήγη επιτυχώς με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, που προαναφέρθηκε (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης των αναιρεσειουσών ποσού 40.000 ευρώ από την ευθύνη της αναιρεσίβλητης στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής από το άρθρο 559 αριθμ.11γ του ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτές με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧ.ΔΙΚ., όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ....2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της μερικής ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 178 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.544/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ