Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, upholding lower court's rejection of public law claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Lamia's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting its lawsuit. The plaintiff argued the lower court erred in dismissing the primary claim based on a verbal contract while accepting an ancillary unjust enrichment claim. The court ruled that since the primary basis was invalid due to the lack of a written contract, the ancillary claim was properly accepted, and the appeal arguments regarding the nature of the works were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 559(4) and 580(1) of the Code of Civil Procedure; Article 94 of the Constitution: Jurisdiction over public law disputes belongs exclusively to administrative courts, excluding civil courts, whereas private law disputes fall under civil jurisdiction; consequently, a civil court may accept an ancillary unjust enrichment claim when the primary public law claim is rejected due to lack of legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1442 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: του Αυτοδιοικούμενου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (OTA A' Βαθμού) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 55/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από21 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Περαιτέρω, σύμφωνα την παράγραφο 1 του το άρθρου 94 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά, δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, υπήχθησαν από 11.6.1985, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημόσιου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημόσιου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εκτός των άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα, μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στο συναπτόμενο με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ.ΑΠ 7/2001). Τέλος, κατά το άρθρο 904παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβάση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού για αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με κάποια άλλη διάταξη (ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 2362/ 1995 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006) (ΑΠ 284/2011), ορίζεται ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτιση της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι, επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως Δήμου ή Κοινότητας ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα αρθρ. 158 και 159§1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται κατά το αρθρ. 180 ΑΚ ως μη γενομένη, αίρεται δε η ακυρότητα, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επανακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή ( ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1161/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου και επικυρώθηκε ή πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 76.405 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία των υδραυλικών εργασιών που πραγματοποίησε, ως εμπειροτέχνης υδραυλικός, στην περιοχή της Υπάτης, ύστερα από προφορική και συνακόλουθα άκυρη συμφωνία.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της επίμαχης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι με άτυπες συμφωνίες που κατήρτισε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.2006 με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, ο τελευταίος ανέθεσε, μέσω των αρμόδιων οργάνων του, σ' αυτόν, ως εμπειροτέχνη υδραυλικό, τη συντήρηση των δικτύων ύδρευσης, τη σύνδεση νέων παροχών, την αποκατάσταση μικροβλαβών και τη μέτρηση υδρομέτρων στην περιοχή της Υπάτης, ότι αυτός εκτέλεσε τια αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή εργασίες από τον Ιανουάριο έως και το Νοέμβριο του 2006, για τις οποίες του οφείλει, ως αμοιβή το ποσό των 76.405 ευρώ και το ποσό των 16.572 ευρώ, ως υπόλοιπο από τις εργασίες που εκτέλεσε κατά το έτος 2005.
Στη συνέχεια ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 92.997, (76.405+16572) ευρώ από τις επίμαχες συμβάσεις έργου, και επικουρικά αν κριθεί ότι οι πιο πάνω συμβάσεις είναι άκυρες, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στην αρχή σκέψεις, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ενόψει του ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αναφέρονται σε άκυρες συμβάσεις έργου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος και του ότι οι εν λόγω συμβάσεις ρυθμίζονται, σε περίπτωση εγκυρότητας τους, από το ιδιωτικό δίκαιο, αφού δεν περιλαμβάνουν όρους οι οποίοι επιτρέπουν στον εναγόμενο Δήμο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονται από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η πιο πάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι τα πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση της, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων πού θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 390/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση, ενώ αυτή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται αν προηγήθηκε των ένδικων συμβάσεων απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και αν για την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, και στη συνέχεια ορισμένη την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με μόνη την επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων, ενώ, λόγω της αοριστίας της κύριας βάσης, εμποδιζόταν η διάγνωση της ακυρότητας των επίμαχων, διαδοχικών συμβάσεων έργου και η απόρριψη για την αιτία αυτή της κύριας βάσης από τη σύμβαση, η οποία (απόρριψη) - αποτελεί ενδοδιαδικαστική αίρεση για την παραδεκτή σώρευση επικουρικά της βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της επικουρικής αυτής βάσης, λόγω της αοριστίας της, το οποίο ο ίδιος επικαλέστηκε με την έφεση του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτάθηκε κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1705/08).
Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι στην επίμαχη αγωγή αναφέρει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, όπως έχει προεκτεθει, ότι ανέλαβε το έργο της συντήρησης των δικτύων ύδρευσης, σύνδεσης νέων παροχών, αποκατάστασης μικροβλαβών και μέτρησης υδρομέτρων στην περιοχή της Υπάτης με άτυπες συμφωνίες και ότι, στην περίπτωση που κριθούν άκυρες συμφωνίες αυτές, στηρίζει επικουρικά την αξίωση του στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αναφορά αυτή για άτυπη κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων είναι, σύμφωνα με την πιο πάνω νομική σκέψη, επαρκής για να κριθεί από το δικαστήριο μη νόμιμη η κύρια βάση από τη σύμβαση, αφού, αν δεν υφίσταται ο έγγραφος συστατικός τύπος, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να τεθεί ζήτημα έγκυρης σύμβασης και συνακόλουθα ενδοσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου Δήμου.
Επομένως ορθά κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση και στη συνέχεια παραδεκτή και νόμιμη η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, οι οποίες αναφέρονται στην εξουσία των οργάνων του νομικού προσώπου για τη δέσμευση αυτού από τις καταρτιζόμενες δικαιοπραξίες, των άρθρων 1 παρ. 3 τουν. 1418/1984 και 70 παρ. 1 του π.δ. 28/1980, που αναφέρονται στην εκτέλεση δημόσιων τεχνικών έργων και την εκτέλεση εργασιών, του άρθρου 16 του π.δ. 171/1987, που αναφέρεται στην παραλαβή των δημόσιων έργων και προμηθειών και των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, που αναφέρονται στην καταβολή της αμοιβής από σύμβαση έργου με την παράδοση του έργου, επειδή δεν διευκρινίζει αν οι επίδικες εργασίες συνιστούν εκτέλεση δημοτικού τεχνικού έργου, για το οποίο απαιτείται η χρήση ειδικών τεχνικών γνώσεων, ή απλή εκτέλεση, εργασιών και επειδή δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία ως προς το ζήτημα αν υπήρξε παράδοση, παραλαβή και έγκριση των επίμαχων εργασιών και αν η οφειλόμενη αμοιβή ήταν συμφωνημένη ή μη, έτσι δε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει του ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις αναφέρονται στην κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο πως δικαιολογείται για την προβολή του λόγου αυτού έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατά την έκταση αυτή έχει νικήσει (ΑΠ 1663/2010).
Επιπροσθέτως ο λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι για την καθίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται το δικαστήριο της ουσίας να εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και νά διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997). Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης κα ινα καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 276 του ν. 3463/2006 και 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2012 αίτηση του Δήμου Λαμιέων για αναίρεση της απόφασης 55/2012 του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ