Legislator Case Law & Legislation
1442/2012 AI generated

1442/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1442/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1442/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 160/2011). Η μείωση της αξίας του πράγματος από την παραπάνω αιτία υπολογίζεται βάσει της αναλογίας που υπάρχει, κατά το χρόνο μεταστάσεως του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής ελαττωματικού και μη πράγματος (Α.Π. 1468/1998).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε.-Φ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κεφαλίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-7-2006 και από 3-1-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 634/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5363/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 540 Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση (αφού με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων η ένδικη σύμβαση καταρτίσθηκε προ της ενάρξεως της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου), σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος, ισόποση προς την προκύπτουσα διαφορά της αξίας του πράγματος λόγω του ελαττώματος σε σχέση με εκείνη χωρίς πραγματικά ελαττώματα.

Επομένως κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο της αγωγής του αγοραστή κατά του πωλητή κατ' είδος ορισμένου πράγματος για μείωση του τιμήματος λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν το πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή η σχετική με την ιδιοσυστασία και την κατάσταση του πράγματος ατέλειά του, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητά του, ότι το ελάττωμα αυτό είναι ουσιώδες, μειώνει δηλαδή ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι και ότι το ελάττωμα τούτο υπήρχε κατά το χρόνο μεταβάσεως του κινδύνου στον πωλητή, δηλαδή κατά το χρόνο παραδόσεως του πράγματος και, αν προηγήθηκε της παραδόσεως ακινήτου η μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου και κατά το χρόνο της μεταγραφής (πρβλ.

Α.Π. 160/2011). Η μείωση της αξίας του πράγματος από την παραπάνω αιτία υπολογίζεται βάσει της αναλογίας που υπάρχει, κατά το χρόνο μεταστάσεως του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής ελαττωματικού και μη πράγματος (Α.Π. 1468/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-1-2007 αγωγή του (επί της οποίας, μετά από συνεκδίκαση με την από 26-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω (ήτοι κατά το μέρος της με το οποίο ζήτησε τη μείωση του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου), τα εξής:

Ότι με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο αγόρασε από τους μη διαδίκους Θ. Α. και Δ. Α., ως οικοπεδούχους και από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως εργολήπτη την περιγραφόμενη σ' αυτήν "οριζόντια" ιδιοκτησία, ήτοι μία οικία αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, καθώς και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως χώρου σταθμεύσεως.

Ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα ανήλθε στο ποσό των 226.000.000 δραχμών (646.200 ευρώ), η αληθινή όμως αγοραία αξία του πωληθέντος ανερχόταν στο ποσό του 1.150.000 ευρώ. Ότι επειδή κατά το χρόνο της αγοράς της η ανωτέρω "οριζόντια" ιδιοκτησία δεν είχε αποπερατωθεί, συμφωνήθηκε ότι η αποπεράτωσή της θα γινόταν με δαπάνη και φροντίδα του εναγομένου εργολήπτη και θα παραδιδόταν σ' αυτόν μέχρι τις 15-1-2002.

Ότι η οριζόντια ιδιοκτησία του παραδόθηκε στις 19-11-2003, κατά το χρόνο δε της παραδόσεώς της παρουσίαζε τις αναφερόμενες ελλείψεις και κακοτεχνίες, οι οποίες μειώνουν την αξία και τη χρησιμότητά του και για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθούν τα ποσά που αναφέρονται κατ' αποκοπή για κάθε επί μέρους εργασία και συνολικά το ποσό των 84.100 ευρώ, μαζί δε με το Φ.Π.Α.

ποσοστού 19%, ήτοι 15.979 ευρώ, 100.079 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 100.000 ευρώ. Ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό των 646.200 ευρώ που μειώνεται κατά την αναλογία μεταξύ της αληθινής αγοραίας αξίας μη ελαττωματικού πράγματος ποσού 1.150.000 ευρώ και της πραγματικής αξίας του ελαττωματικού πράγματος ποσού 516.200 (το ορθό 546.200) ευρώ (646.200 μείον 100.000 το κόστος προς αποκατάσταση των ζημιών).

Ότι έτσι η αξία του πωληθέντος ελαττωματικού ακινήτου ανέρχεται σε (646.200 επί 546.200 δια 1.150.000 ευρώ ίσον 35.295.444 δια 1.150.000 ίσον) 306.916 ευρώ. Ζήτησε δε, κατά το προαναφερθέν μέρος της αγωγής, όπως το σχετικό αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του για μείωση του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου κατά το ποσό των 339.284 ευρώ (646.200 μείον 306.916) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό αυτό.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως διότι από αυτήν δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια ήταν η κατά το χρόνο μεταστάσεως του κινδύνου αγοραία τιμή του πωληθέντος ακινήτου χωρίς ελαττώματα (η οποία, συγκρινόμενη με την αγοραία τιμή του με ελαττώματα κατά τον ίδιο χρόνο, αποτελεί στοιχείο του υπολογισμού της μειώσεως του τιμήματος).

Ειδικότερα αρχικά μεν αναφέρεται ότι το συμφωνημένο τίμημα του πωληθέντος ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 646.200 ευρώ και ότι, μετά την αφαίρεση του πιο πάνω ποσού των 100.000 ευρώ που απαιτείται για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 546.000 ευρώ, στη συνέχεια όμως, κατά τον υπολογισμό της αιτούμενης μειώσεως του τιμήματος, δεν χρησιμοποιείται ως αγοραία τιμή του ακινήτου χωρίς ελαττώματα αυτή των 646.200 ευρώ αλλά εκείνη του 1.150.000 ευρώ και μάλιστα χωρίς να διευκρινίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο αυτή ανερχόταν στο τελευταίο ποσό.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ανωτέρω αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη, αν και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. Γι' αυτό πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες αυτές με τις πιο πάνω, να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα τρία σκέλη του (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 Α.Κ. προκύπτει ότι αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπληρώσεως της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει λόγω περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 330, 341 και 342 Α.Κ. προκύπτει ότι ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή αλλ' αντιθέτως η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αξιώσεως αυτής, την οποία ένσταση οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει (Α.Π. 352/ 2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής, σε σχέση με την αιτούμενη με την από 3-1-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος αποζημίωση (ποινική ρήτρα) ποσού 150.257 ευρώ και την αντίστοιχη ένσταση συμψηφισμού της πιο πάνω απαιτήσεώς του με την προβαλλόμενη με την από 26-7-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου απαίτηση του τελευταίου: "Με το υπ' αριθμ. .../25-4-2001 συμβόλαιο ...

το οποίο μεταγράφηκε νομότυπα, ο Ε.-Φ. Τ. αγόρασε από τους οικοπεδούχους Θ. Α. και Δ. Α. μια οριζόντια ιδιοκτησία τεσσάρων επιπέδων που ήταν υπό ανέγερση ... Όλοι αυτοί οι χώροι των τεσσάρων επιπέδων θα είχαν δυνατότητα εσωτερικής επικοινωνίας δια μέσου εσωτερικής κλίμακος, για το σύνολο δε αυτών των ακινήτων καθορίστηκε ως συνολικό τίμημα της αγοραπωλησίας το ποσό των 220.000.000 δραχμών.

Το ποσό του τιμήματος συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εργολήπτη Ε. Α. σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σχετικό εργολαβικό συμβόλαιο που είχε καταρτιστεί μεταξύ των προαναφερθέντων οικοπεδούχων και του τελευταίου (εργολήπτη Ε. Α.), ο οποίος είχε εξ ολοκλήρου αναλάβει την ανέγερση τριών συνολικά ανεξάρτητων κατοικιών επί του οικοπέδου τους.

Με το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι οι εργασίες για την αποπεράτωση της υπό ανέγερση παραπάνω ανεξάρτητης κατοικίας του ως άνω αγοραστή θα πραγματοποιηθούν με τις δαπάνες και τις φροντίδες του προαναφερθέντος εργολήπτη, αφού ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το έργο στον αγοραστή το αργότερο μέχρι 15-1-2002.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που καθυστερήσει η παράδοση του έργου για χρονικό διάστημα που θα υπερβαίνει τον ένα μήνα σε σχέση με τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παραδόσεως, τότε ο εργολήπτης θα είχε υποχρέωση καταβολής 80.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης, ως αποζημίωση. Οι εργασίες όμως για την αποπεράτωση της οικοδομής καθυστέρησαν και το έργο παραδόθηκε τελικά στον αγοραστή στις 19-11-2003.

Ωστόσο η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολήπτη Ε. Α. ούτε σε λόγους και αιτίες που αφορούσαν το πρόσωπό του. Όπως αποδείχθηκε ... μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε αγορά υλικών και ειδών εξοπλισμού της υπό ανέγερση κατοικίας διαφοροποιημένων και δαπανηρότερων σε σχέση με όσα είχαν προβλεφθεί στη σχετική συγγραφή υποχρεώσεων.

Η αξία τους, πλέον του εργολαβικού οφέλους του εργολήπτη, ανερχόμενου σε 20% για κάθε κονδύλιο, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι θα βαρύνει τον ως άνω αγοραστή, ο οποίος είχε και το αποκλειστικό δικαίωμα επιλογής των υλικών και του εξοπλισμού της κατοικίας που είχε αγοράσει και στην οποία θα κατοικούσε ο ίδιος ...

Περαιτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι, μετά από αίτημα του αγοραστή-ιδιοκτήτη της ως άνω κατοικίας, επήλθαν πολλές τροποποιήσεις και σοβαρές κατασκευαστικές αλλαγές που δεν αφορούσαν μόνο τα υλικά και τον εξοπλισμό της κατοικίας του αλλά επίσης και τη διαμόρφωση - μεταποίηση - διαρρύθμιση - αναδιανομή σχεδόν όλων των χώρων των τεσσάρων επιπέδων, αφού μεταβλήθηκαν, τροποποιήθηκαν και διαφοροποιήθηκαν πολλά από τα αρχικά σχέδια, ενώ ανακατασκευάσθηκαν αρκετοί χώροι που είχαν προβλεφθεί στη γενική και ειδική συγγραφή υποχρεώσεων.

Συγκεκριμένα, κατ' απαίτηση και εντολή του αγοραστή-ιδιοκτήτη της ίδιας ως άνω ανεξάρτητης κατοικίας-οριζόντιας ιδιοκτησίας, που συνιστά μαιζονέτα τεσσάρων επιπέδων, τροποποιήθηκαν εξ ολοκλήρου δύο όροφοι της οικίας, καθώς ένας όροφος μεταφέρθηκε από τη σοφίτα στο υπόγειο (studio προς πληρέστερη ηχομόνωσή του με τις όμορες κατοικίες) και αντιστρόφως από το υπόγειο στη σοφίτα.

Περαιτέρω κατ' απαίτηση και εντολή του ως άνω αγοραστή-ιδιοκτήτη της ίδιας ως άνω ανεξάρτητης κατοικίας-οριζόντιας ιδιοκτησίας του, αναδιαρθρώθηκαν και ανακατασκευάσθηκαν εξ αρχής κάποιοι άλλοι χώροι, γκρεμίστηκαν τοίχοι, επιχρίσματα και εγκαταστάσεις στους ορόφους, έγινε αλλαγή στη θέση της κουζίνας της οικίας που μεταφέρθηκε αρκετές φορές με αντίστοιχη μεταφορά και επανασχεδιασμό των σχετικών ηλεκτρολογικών εργασιών καθώς και των υδραυλικών εγκαταστάσεων όπως και των εγκαταστάσεων θέρμανσης, διανοίχθηκε νέος χώρος για παράθυρο στην κουζίνα με ταυτόχρονη κατασκευή υπέρθυρου τοξωτού παράθυρου μεταξύ της κουζίνας και του υπολοίπου χώρου του ισογείου, διπλασιάστηκε σχεδόν το μέγεθος της πισίνας, επήλθε αλλαγή ως προς την κλίση της δεξαμενής της δύο φορές, σκυροδετήθηκε ο πυθμένας της με διαφορετική κάθε φορά κλίση αφού προηγουμένως κατεδαφίσθηκε δύο φορές και τοποθετήθηκαν τελικά σκαλοπάτια με άλλη κλίση από την αρχική θέση και απόληξη στη δεξαμενή.

Επίσης κατ' απαίτηση του αγοραστή-ιδιοκτήτη και παρά την αντίθεση του μελετητή και επιβλέποντος το όλο έργο αρχιτέκτονος μηχανικού Γ. Π. που προέβαλε αντιρρήσεις για τεχνικούς λόγους, έγινε εκτεταμένη χρήση πωρόλιθου ως τελικού υλικού για την επίστρωση και την κάλυψη όλων των υπαιθρίων χώρων της οικίας, ενώ επιλέχθηκε επίσης από τον αγοραστή ιδιοκτήτη το ακριβότερο και ασφαλέστερο για την υγρομόνωση υλικό (με φύλλα από μολύβι) προκειμένου να μονωθούν οι ζαρντινιέρες που πάλι και αυτές κατ' απαίτηση του αγοραστή ιδιοκτήτη κατασκευάσθηκαν στον κήπο.

Με αυτές όμως τις μεταγενέστερες αλλαγές, τροποποιήσεις, μετατροπές και ανακατασκευές προκλήθηκαν πλείστα κατασκευαστικά προβλήματα και αναδιάρθωση των χώρων της οικοδομής, με δεδομένο μάλιστα το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις αυτές είχαν ζητηθεί από τον αγοραστή-ιδιοκτήτη της κατοικίας ενώ η ανέγερσή της ήταν σε προχωρημένο κατασκευαστικό στάδιο, αφού η εντολή για τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις δόθηκε από τον αγοραστή προς τον εργολήπτη έξι έως οκτώ μήνες μετά την αγορά της οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Επίσης κάποιες αλλαγές στην κατασκευή οδήγησαν σε υπέρβαση της αδείας και σε διακοπή εργασιών προκειμένου να αναθεωρηθεί η σχετική άδεια.

Συνεπώς η όποια επιμήκυνση στο χρόνο που απαιτήθηκε για να αποπερατωθεί η κατοικία του αγοραστή ιδιοκτήτη οφείλεται στις ως άνω επελθούσες αλλαγές κατ' απαίτηση του ιδίου του αγοραστή-ιδιοκτήτη της κατοικίας ως προς την κατασκευή της, καθώς και στη χρησιμοποίηση διαφορετικών υλικών και εξοπλισμού της επιλογής του ιδιοκτήτη αγοραστή, δηλαδή άλλων σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη σχετική συγγραφή υποχρεώσεων.

Ο ίδιος δε ο αγοραστής-ιδιοκτήτης της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και ανεξάρτητης κατοικίας είχε πλήρως αποδεχθεί, συναινώντας τόσο στις αλλαγές που επήλθαν κατ' εντολή του όσο και ως προς τη μετάθεση του χρόνου παραδόσεως του ανατεθέντος στον εργολήπτη έργου σε σχέση με την παραπάνω αρχική συμφωνία των διαδίκων, αφού οι όποιες καθυστερήσεις οφείλονται αποκλειστικά στις αιτίες αυτές.

Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανωτέρω αγοραστής-ιδιοκτήτης Ε.-Φ. Τ., καθ' όλο το επικαλούμενο τώρα από τον ίδιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο καθυστέρησε η παράδοση του έργου, δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε γραπτά ούτε προφορικά, προς τον εργολήπτη Ε. Α. ούτε του απέστειλε κάποιο σχετικό εξώδικο. Αντιθέτως μάλιστα, ακόμη και στις 19-11-2003, οπότε έγινε η παράδοση του έργου, ο ως άνω ιδιοκτήτης-αγοραστής, με το σχετικό έγγραφο συμφωνητικό που υπογράφει, δέχεται την παράταση επιμέρους εργασιών οι οποίες ακόμη και τότε δεν είχαν πραγματοποιηθεί από τον εργολήπτη Ε.

Α. για τεχνικούς λόγους και αφορούσαν την επίστρωση και κάλυψη της οροφής του "γκαράζ" έως τις 28-2-2004 και την τοποθέτηση ξύλινης πέργολας πάνω από το "γκαράζ" έως τις 15-6-2004". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης με τις πιο πάνω, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμες ρητώς μεν την αγωγή του, σιωπηρά δε την ένσταση συμψηφισμού που ο ίδιος είχε προβάλει κατά της αντίθετης συνεκδικαζόμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την καταβολή του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 343, 361, 404, 405 και 407 Α.Κ. τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου για την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου και συνακόλουθα της μη οφειλής εκ μέρους του της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών που θεσπίζουν τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.

εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο κρίση του διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Αν δε το δικαστήριο, ανελέγκτως κρίνοντας, διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των μερών και παρά ταύτα δεν προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις προκειμένου να ανεύρει την αληθή βούληση των συμβληθέντων, τότε παραβιάζει αυτούς με τη μη εφαρμογή τους (Α.Π. 1673/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής:

Ότι πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε συναίνεσε στην παράταση του χρόνου παραδόσεως του πωληθέντος ακινήτου του αλλά αντίθετα επιφυλάχθηκε ρητά των δικαιωμάτων του. Ότι για το λόγο αυτό τόσο στο από 19-11-2003 πρωτόκολλο παραδόσεως-παραλαβής του ακινήτου του όσο και στο υπό ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό τέθηκε σχετική ρητή πρόβλεψη για τις αξιώσεις του από την καθυστέρηση της παραδόσεως.

Ότι παρά ταύτα η προσβαλλομένη έκρινε ότι αυτός είχε αποδεχθεί πλήρως την καθυστέρηση με την αιτιολογία ότι συναίνεσε στις αλλαγές που έγιναν κατ' εντολή του και στη μετάθεση του χρόνου παραδόσεως του έργου, καθώς μάλιστα καθ' όλο το διάστημα της καθυστερήσεως δεν διαμαρτυρήθηκε στον αναιρεσίβλητο γραπτά ή προφορικά ούτε του απέστειλε κάποιο σχετικό εξώδικο αλλά αντίθετα ακόμα και στο συμφωνητικό παραδόσεως του έργου στις 19-11-2003 δέχθηκε την παράταση επί μέρους εργασιών μέχρι τις 28-2-2004 και τις 15-6-2004.

Ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκ μέρους του αποδοχή της καθυστερήσεως δεν είναι, κατά την προσβαλλομένη, ρητή προκύπτουσα από κάποιο έγγραφο αλλά έμμεση (σιωπηρή), συναγόμενη από την πιο πάνω συμπεριφορά του, η προσβαλλομένη αναζήτησε την αληθινή του βούληση στα αναφερόμενα στοιχεία, για να καταλήξει στην κρίση της ως προς το νόημα της δικαιοπρακτικής του βουλήσεως, την οποία ερμηνεύει.

Ότι συνεπώς η προσβαλλομένη διαπίστωσε, εμμέσως πλην σαφώς, την ύπαρξη αμφιβολίας (ασάφειας) ως προς την από μέρους του αποδοχή της καθυστερήσεως και έπρεπε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τους οποίους δεν εφάρμοσε. Ότι διαφορετικά και υπό την εκδοχή ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει η έμμεση ή άμεση διαπίστωση ασάφειας (αμφιβολίας) ως προς την από μέρους του αποδοχή της καθυστερήσεως, και η προσβαλλομένη δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

ή 288 Α.Κ., διαφορετικά και αν ακόμα εφάρμοσε αυτές, σε κάθε περίπτωση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν προσδιορίζει αν κατέληξε στο αναφερόμενο αποδεικτικό της πόρισμα επειδή η δήλωσή του ήταν ξεκάθαρη και σαφής ή αν το πόρισμα αυτό συνήγαγε από την ερμηνεία της με βάση τα στοιχεία που παραθέτει.

Ότι σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας (ασάφειας) ή και αν ακόμα εφάρμοσε τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, διέλαβε και πάλι ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόσον δεν προσδιορίζει: α) αν κατά την εντολή του για τις κατασκευαστικές τροποποιήσεις ή ακόμα και κατά την επιλογή των υλικών και ειδών εξοπλισμού γνώριζε και αποδεχόταν πως αυτές θα είχαν ως συνέπεια τη μετάθεση του χρόνου παραδόσεως του ακινήτου και για ποιο χρονικό διάστημα, β) αν και με βάση ποια κριτήρια, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η εντολή και επιλογή του αυτές θεωρούνται και αντικειμενικά ότι αποτελούν γνώση και έγκριση για τη μετάθεση του χρόνου παραδόσεως του ακινήτου και για ποιο χρονικό διάστημα και γ) τα ίδια ελλείποντα στοιχεία που επικαλέσθηκε με τον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως.

Ότι για τους λόγους αυτούς η προσβαλλομένη παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις το μεν ευθέως με το να μην τις εφαρμόσει αν και ήταν εφαρμοστέες, άλλως εκ πλαγίου αφενός λόγω των προαναφερθεισών ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ουσιώδους ζητήματος της διαπιστώσεως ή όχι αμφιβολίας ή κενού ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο της από μέρους του αποδοχής της καθυστερήσεως και αφετέρου λόγω των επίσης προαναφερθεισών ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ουσιώδους ζητήματος του περιεχομένου της γνώσεως και βουλήσεώς του και των κριτηρίων από τα οποία συνάγεται η γενομένη δεκτή σιωπηρή δήλωση βουλήσεως.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως διότι, αν θεωρηθούν αληθή τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή του, το εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία δηλώσεως βουλήσεως του αναιρεσείοντος ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ή εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτών. Αντίθετα, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, το εφετείο προέβη στην ουσιαστική κρίση ότι, μετά από σχετικά αιτήματα του αναιρεσείοντος, επήλθαν στο έργο σοβαρές κατασκευαστικές αλλαγές που προκάλεσαν την καθυστέρηση παραδόσεώς του και ότι συνακόλουθα δεν υπήρχε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου για την καθυστέρηση αυτή, ως επιχείρημα δε προς ενίσχυση της πιο πάνω κρίσεώς του χρησιμοποίησε και το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν είχε διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 και 529 Α.Κ. προκύπτει ότι επί πωλήσεως ακινήτου, αν δεν πιστώθηκε το τίμημα, ο αγοραστής οφείλει γι' αυτό τόκους από τη μεταγραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, αν αυτή έγινε πριν από την παράδοση του πωληθέντος ακινήτου, σε κάθε δε περίπτωση από την παράδοση αυτού. Για τη σχετική περί τοκοδοσίας κρίση του δικαστηρίου με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν απαιτείται παράθεση ειδικών αιτιολογιών, αφού αυτή επέρχεται εκ του νόμου (πρβλ. Α.Π. 1767/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι, δεχόμενη ότι αυτός οφείλει τόκους του τιμήματος του πωληθέντος σ' αυτόν ακινήτου από το χρόνο παραδόσεώς του (19-11-2003) παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 694 εδ.α Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η υποχρέωση για τοκοδοσία γεννάται εκ του νόμου (και συγκεκριμένα από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 522, 525 και 529 Α.Κ. και όχι από εκείνη του άρθρου 694 εδ.α του ίδιου κώδικα, την οποία από παραδρομή ανέφερε και το εφετείο) και συνακόλουθα το εφετείο δεν όφειλε να διαλάβει ειδική αιτιολογία για το θέμα αυτό.

Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, εκτός των αναφερομένων σ' αυτήν εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό του ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας του τιμήματος του επιδίκου ακινήτου από τις 19-11-2003, οπότε του παραδόθηκε αυτό διότι, λόγω των υπαρχουσών κατά την ημέρα εκείνη κατασκευαστικών εκκρεμοτήτων, οι διάδικοι συμφώνησαν να μεταθέσουν χρονικά την οικονομική εκκαθάριση των μεταξύ τους υπαρχουσών οικονομικών εκκρεμοτήτων, άλλως ότι απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός δεν είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα από την επισκόπηση των από 10-1-2008 εγγράφων προτάσεων, τις οποίες είχε υποβάλει ο αναιρεσείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την αντίκρουση της από 26-7-2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι αυτός δεν είχε προβάλει πρωτοδίκως τον πιο πάνω ισχυρισμό, τον προέβαλε δε για πρώτη φορά με τον τρίτο λόγο της από 25-2-2009 εφέσεώς του, πλην όμως απαραδέκτως αφού δεν επικαλέσθηκε και κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2010 αίτηση του Ε.-Φ. Τ. για αναίρεση της 5363/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ