Legislator Case Law & Legislation
1442/2011 AI generated

1442/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1442/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1442/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Β. συζ. Ν. Σ., το γένος Ι. (Ι.) Μ., κατοίκου ..., 2. Α. Μ. του Ι. (Ι.) και 3. Β. Μ. του Ι. (Ι.), κατοίκων ..., οι οποίοι η μεν πρώτη (Β. Σ.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κουτρομάνο, οι δε 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. συζ. Δ. Β., το γένος Σ. Ε., 2. Ξ. Β. του Δ. και 3. Α. Ε. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ξέρνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4789/2001 μη οριστική, 3677/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1754/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, μέρος πρώτο, και δεύτερο, αντίστοιχα λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την "κάρτα" του συμ/φου Αθηνών Κ. Παπαδόπουλου με χειρόγραφες εγγραφές σ' αυτήν με το ακόλουθο περιεχόμενο "αριθμός δημόσιας διαθήκης κας Κ. .../31-8-1968", την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις των κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που με λόγο έφεσης των επανέφεραν στο Εφετείο-σε απάντηση αρνητικού ισχυρισμού της εναγομένης, ότι η διαθέτιδα ήταν πλήρως ικανή για τη σύνταξη της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, αφού βρισκόταν σε πλήρη διανοητική κατάσταση ...

και σύμφωνα με τον οποίο η διαθέτιδα είχε απωλέσει τη μνήμη της και ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη, αφού στερούταν, παντελώς της χρήσης του λογικού της κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο πρώτος, μεν μέρος πρώτο, ως απαράδεκτος αφού ''η πλημμέλεια που περιέχεται σ' αυτόν, αναφερόμενη σε αποδεικτικά μέσα, δε συνιστά "πράγμα"'' κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ο δεύτερος δε ως αβάσιμος, αφού ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, στον οποίο στηρίζεται η ένδικη αγωγή τους, ερευνήθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο (κάρτα), το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι αυτοί γνώριζαν ότι η διαθέτιδα το έτος 1968 είχε συντάξει υπέρ αυτών δημόσια διαθήκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, το οποίο μάλιστα ρητά μνημονεύει. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, μέρος τρίτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού στο ως άνω έγγραφο, "κάρτα", δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που κατά το νόμο είχε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 445 ΚΠολΔ, (πλήρη απόδειξη), αλλά εκτιμώντας το μαζί με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις, προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από τα εκτιμώμενα ελευθέρως αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και ένορκες βεβαιώσεις).Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του προς τον αμέσως προηγούμενο.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού, από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-9-1992 ιατρικής γνωματεύσεως, που αφορούσε την διανοητική και ψυχική κατάσταση της διαθέτιδας Ά. Π. Κ., στην οποία αναφερόταν ότι αυτή δεν έχει επαφή με το περιβάλλον συνεχώς και ότι η διανοητική της κατάσταση είναι μετρία Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι η διαθέτιδα ήταν ικανή για σύνταξη διαθήκης, αφού δεν στερούνταν της χρήσης του λογικού της, προέβη σε συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων δηλ. των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ένορκων βεβαιώσεων και των υπόλοιπων εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο.

Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι η από 24-9-1992 ιατρική γνωμάτευση, στην οποία αναφέρεται η διανοητική κατάσταση της διαθέτιδας ως μετρία, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού έγινε με μοναδικό σκοπό την εισαγωγή της στο ίδρυμα, στερείται νόμιμης αιτιολογίας, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού πέραν της αοριστίας του, με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων. που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.2.2010 αίτηση των Β. συζ. Ν. Σ. κλπ για αναίρεση της 1754/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ