Legislator Case Law & Legislation
1442/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership recognition judgment due to valid standing.

Case Number 1442/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Holy Mosque of Didymoteicho's appeal against a lower court judgment recognizing the plaintiff's land ownership. The plaintiff sued to confirm his exclusive ownership of a farm, while the defendant challenged the title issued to a local mosque. The court ruled that the mosque had valid standing to sue because it had verbally and in writing disputed the plaintiff's ownership rights, thereby satisfying the legal requirement for standing under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 560 no. 1, Art. 70, Art. 973 of the Civil Code; A party possesses standing to file a declaratory action for ownership when they have validly disputed the opponent's claim, either verbally or in writing, creating a legal interest to prevent harm.

Keywords

AI generated
standing to sue declaratory action ownership dispute civil procedure legal interest property rights admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 70 of the Code of Civil Procedure
Art. 973 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1442/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μουφτείας Διδ/τείχου, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φωτιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιούγκη.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ:1. στο Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2. στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροπόδης-Έβρου, Νομαρ-χιακό Διαμέρισμα Έβρου, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Νομάρχη Έβρου, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρος της Στάμω Πατσουρίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2007 του ίδιου Δικαστηρίου που παραπέμπει την αγωγή ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων για τα αιτήματα της αρμοδιότητός των, και 69/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

O πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του (69/422/22/2008), το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, πατέρας του, ..., Έλληνας Μουσουλμάνος, κάτοικος ..., αγόρασε άτυπα, με το από 20-3-1958 ιδιωτικό συμφωνητικό, από τον ομόθρησκο του ..., αντί τιμήματος 40.000 δρχ., έναν αγρό, ιδιοκτησίας του τελευταίου - πωλητή, κείμενου στην αγροτική περιοχή ..., στη θέση "...", έκτασης 40.000 τ.μ. περίπου, ο οποίος συνόρευε νότια και ανατολικά με αγροτικές οδούς, βόρεια με ιδιοκτησία ... και δυτικά με ιδιοκτησία .... Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, παραλαβών τον ως άνω αγρό στη φυσική του εξουσίαση, βάσει της ως άνω άτυπης σύμβασης πώλησης, ασκούσε έκτοτε όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού, με τη θέληση του να είναι αποκλειστικός κύριος αυτού, ήτοι το επέβλεπε, το επιτηρούσε και το καλλιεργούσε ανελλιπώς με ετήσιες καλλιέργειες, έως το θάνατό του, το έτος 1979.

Μετά το θάνατο του ως άνω δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-πατέρα του, ο οποίος με τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Βρασίδα Μανατού, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό 62/282/62/1991 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας (εκούσιας δικαιοδοσίας) εγκατέστησε κληρονόμο του επί όλης της ακίνητης περιουσίας του τον υιό του -ενάγοντα, ο τελευταίος διαδέχθηκε τον πατέρα του στη νομή του ως άνω αγρού, καλλιεργώντας τον ομοίως με ετήσιες καλλιέργειες, διανοία κυρίου.

Εξάλλου, κατά τα έτη 1973, 1974 και 1975, προς βελτίωση των όρων της γεωργικής εκμετάλλευσης της περιοχής ..., κηρύχθηκε αναδασμός του αγροκτήματος ..., ο οποίος αναθεωρήθηκε το έτος 1979, ο δε προκύψας κτηματολογικός πίνακας αναδασμού κυρώθηκε με τη με αριθμό 367/13-1-1983 απόφαση του Νομάρχη Έβρου, νομίμως δημοσιευθείσας στο με αριθμό 132/β/30-3-1983 Φ.Ε.Κ.

Κατά τον ως άνω συντελεσθέντα αναδασμό, δημιουργήθηκε το με αριθμό 671 τεμάχιο, έκτασης 39.875 τ.μ., ταυτιζόμενο κατά έκταση, θέση και όρια με τον παραπάνω αγρό που νέμονταν από το έτος 1958 ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και στη συνέχεια ο ίδιος (ενάγων). Το ως άνω τεμάχιο του αναδασμού προέκυψε από διάφορα, διάσπαρτα προ του αναδασμού τεμάχια του ως άνω αγροκτήματος ...

και δη από το με αριθμό 731 τεμάχιο, έκτασης 8.565 τ.μ., το με αριθμό 1086 τεμάχιο έκτασης 8.250 τ.μ., από τμήμα του με αριθμό 1313 τεμαχίου έκτασης 3.000 τ.μ., από το με αριθμό 1316 τεμάχιο έκτασης 5.185 τ.μ., από το με αριθμό 2294 τεμάχιο έκτασης 3.500 τ.μ. και από τμήμα του με αριθμό 2648 τεμαχίου έκτασης 13.800 τ.μ., τα οποία, προ του αναδασμού, αποτελούσαν ιδιοκτησίες τρίτων ιδιωτών και της Μουφτείας Διδυμοτείχου, αναγράφηκε δε ως δικαιούχος του ως άνω αγρού στον παραπάνω κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα το "Τζαμί Τουρκικό", μετά δε από αίτηση της Μουφτείας Διδυμοτείχου, διορθώθηκε η επωνυμία της ως άνω μερίδας σε "Μουσουλμανικό Τέμενος συνοικισμού ...", δυνάμει της με αριθμό 9662 π.ε./17-3-2005 απόφασης του Έπαρχου Βορείου Έβρου, ενώ παράλληλα εκδόθηκε και ο με αριθμό 29.985/21-3-2005 τίτλος κυριότητας υπέρ του "Μουσουλμανικού Τεμένους συνοικισμού ...", ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

την 22-3-2005. Από του, ως άνω, χρόνου της κύρωσης του κτηματολογικού πίνακα και δημοσίευσης αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο προαναφερθείς παραχωρησιούχος κατέστη πρωτοτύπως κύριος του παραπάνω παραχωρηθέντος σ' αυτόν ακινήτου, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσης επ' ονόματι αυτού του οικείου παραχωρητηρίου και μεταγραφής αυτού, η δε ασκηθείσα έως το χρόνο εκείνο (30-3-1983) νομή, αρχικώς του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και στη συνέχεια του ίδιου του ενάγοντος, επί του άνω ακινήτου, αποσβέστηκε αυτοδικαίως με τη δημοσίευση του ως άνω πίνακα, με αποτέλεσμα το χρονικό διάστημα από την κατά τα ανωτέρω άτυπη αγορά του αγρού το έτος 1958 έως τη δημοσίευση στο ΦΕΚ του κτηματολογικού πίνακα του αναδασμού, την 30-3-1983, να μη μπορεί να συνυπολογιστεί ως χρόνος νομής χρησικτησίας.

Πλην, όμως, ο ενάγων και μετά τη δημοσίευση του παραπάνω κτηματολογικού πίνακα, συνέχισε να νέμεται τον ως άνω αγρό, ταυτιζόμενο κατά έκταση, θέση και όρια με το ακίνητο που είχε αγοράσει άτυπα ο πατέρας του.

Συγκεκριμένα, μην έχοντας ουδέποτε απωλέσει τη νομή και κατοχή του ως άνω αγρού, συνέχιζε, αδιάλειπτα, να τον καλλιεργεί με μονοετείς καλλιέργειες, κυρίως με αραβόσιτο, αλλά και με ζαχαρότευτλα, πατάτες και σκληρό σίτο μέχρι και το χρόνο άσκηση της αγωγής, κατέβαλε δε από το έτος 1979 έως το έτος 2002 τις πάγιες εισφορές που χρεωνόταν το ακίνητο αυτό για τις υπηρεσίες άρδευσης που παρείχε ο ΓΟΕΒ Ορεστιάδας στην περιοχή, ενώ δήλωνε αυτόν, καθώς και τις ετήσιες επ' αυτής καλλιέργειες στις αρμόδιες υπηρεσίες της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Έβρου, προκειμένου να λάβει ενίσχυση από κονδύλια της Ε.Ε. (επιδότηση στα πλαίσια του ΟΣΔΕ), ανελλιπώς από το έτος 1997 έως το 2005.

Οι παραπάνω δε πράξεις νομής και κατοχής ελάμβαναν χώρα δίχως ποτέ ο ενάγων να ενοχληθεί από την τρίτη εναγομένη - Μουφτεία Διδυμοτείχου, αρμόδια για τη διαχείριση του ως άνω αγρού. Η τελευταία, μόλις την 3-1-2005, κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 30-12-2004 εξώδικη καταγγελία, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι ο επίδικος αγρός εκμισθώθηκε από την ίδια (Μουφτεία Διδυμοτείχου) στον ενάγοντα ήδη από το έτος 1991, ο δε ενάγων παρά τη διαρκή σιωπηρή ανανέωση της μίσθωσης από το συμβατικό χρόνο λύσης της το έτος 1995 συνεχίζει να κατέχει τον αγρό δίχως να της καταβάλλει ετήσια μισθώματα, κατήγγειλε την, κατ' αυτήν, ως άνω μίσθωση του αγρού.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της τρίτης εναγομένης περί κατοχής του επίδικου αγρού από τον ενάγοντα όχι διανοία κυρίου, αλλά ως μισθωτής αυτού δεν κρίνεται αληθής. Πράγματι, ο ενάγων μίσθωνε από τη Μουφτεία Διδυμοτείχου κατά τα έτη 1979 έως 1990 έναν αγρό, ιδιοκτησίας της τρίτης , εναγομένης, έκτασης 25.000 τ.μ. περίπου, που βρισκόταν στην αγροτική περιοχή ..., συμμετέχοντας σε σχετικές δημοπρασίες και καταβάλλοντος ανελλιπώς στη Μουφτεία Διδυμοτείχου τα οφειλόμενα μισθώματα, εκδοθεισών και σχετικών αποδείξεων εξόφλησης από την τελευταία.

Πλην, όμως, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι ο ως άνω αγρός των 25.000 τ.μ. ταυτίζεται με τον επίδικο με αριθμό τεμαχίου 671 αγρό, έκτασης 39.875 τ.μ.

Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων, ασκώντας συνεχή νομή, διανοία κυρίου, επί του παραπάνω επίδικου ακινήτου για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την 30-3-1983, οπότε και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο κτηματολογικός πίνακας αναδασμού, στον οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο ακίνητο, το οποίο από ουδέν στοιχείο προκύπτει ότι εξυπηρετούσε θρησκευτικούς σκοπούς και ως εκ τούτου μπορούσε να χρησιδεσποθεί, από την οποία (νομή) ουδέποτε αποβλήθηκε, απέκτησε κυριότητα επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γεγονός που αμφισβητεί η τρίτη εναγομένη, η οποία όμως ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού." Με βάση δε τις παραπάνω παραδοχές, αφού εξαφάνισε κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και τον αναγνώρισε κύριο του επίδικου ακινήτου.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 εδ.α'του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου περί βακουφίων, διότι δέχθηκε χρησικτησία σε βάρος βακουφίου ακινήτου (επιδίκου), μολονότι αυτό είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας προαναφέρονται, δεν έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο υπήρξε ποτέ βακούφιο.

ΙΙ. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ'αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.1 ή στο άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.

Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, όπως είναι και το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας (άρθρο 973 ΑΚ). Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορα μέσο.

Ειδικότερα δε αν η προσβολή της κυριότητας συνίσταται σε αμφισβήτηση, προφορική ή και με άλλο δηλωτικό αυτής αλλά ρηματικό τρόπο, τότε ο κύριος δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή, στρεφόμενη κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμα της κυριότητας του επί του συγκεκριμένου πράγματος.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προαναφερθείσα απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ.1 εδ.α'ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του νόμου γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιείτο παθητικά ως εναγομένη στην ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου αγωγή του, μολονότι δέχθηκε επίσης ότι ο τίτλος κυριότητας επί του επιδίκου εκδόθηκε επ'ονόματι του Μουσουλμανικού Τεμένους συνοικισμού .... και το γεγονός αυτό αποτελεί, κατά τον αναιρεσίβλητο και την απόφαση, την αιτία της αμφισβήτησης της κυριότητάς του -αναιρεσιβλήτου- επί του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρεται τόσο στην ένδικη αγωγή όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα αμφισβητούσε προφορικά και εγγράφως το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου νομιμοποιείτο η αναιρεσείουσα ως εναγόμενη στην ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου αγωγή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση της Ιεράς Μουφτείας Διδυμοτείχου για αναίρεση της 69/422/22/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ