Legislator Case Law & Legislation
1442/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata and interpretation of lease termination clauses.

Case Number 1442/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Ellenko AE against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to address res judicata issues and relied on contradictory reasoning regarding the interpretation of the lease termination clause. The court rejected these claims, finding that the lower court's primary and subsidiary grounds were legally sound and sufficient to support its judgment without violating procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 16 no. 1 & 8 of the Code of Civil Procedure; The appeal based on non-consideration of res judicata fails if the lower court provided independent and sufficient grounds for its decision, and the appeal based on lack of interpretation is inadmissible if the court explicitly addressed the issue with clear reasoning.

Keywords

AI generated
res judicata lease termination contract interpretation appeal dismissal Code of Civil Procedure legal reasoning contractual clause

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 16 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 16 no. 8 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΚΟ ΑΕ" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Μπότη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Καρβέλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10/2/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2513/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4951/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 30/5/2002 αίτησή τους και τους από 18/12/2003 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμό 557/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4951/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος, ως αναφέρεται στο διατακτικό της και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 7619/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 23/10/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγο αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ (α' περίπτωση) λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, εάν το δικάσαν δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται μέσω του από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 1339/1985).

Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είναι νόμιμος, διότι αν είναι μη νόμιμος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι επομένως η μη απάντηση σε αυτόν δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που προέκυπτε από τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο τελεσίδικες αποφάσεις, ως προς τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των εκμισθωτών - νυν αναιρεσιβλήτων ότι η μισθώτρια - νυν αναιρεσείουσα αποχώρησε από το μίσθιο ακίνητο παρά τη ρητή αντίθεση εκείνων για εξακολούθηση της μίσθωσης και μετά τη λήξη της αναγκαστικής παράτασης αυτής, κατά την 31-8-1997, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν περιέχεται σ' αυτήν κρίση περί της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου, ώστε να δύναται η κρίση αυτή να υποβληθεί στον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθότητα της ή μη.

Ο ίδιος ( πρώτος), κατά το άλλος μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή ισχυρισμό της νυν αναιρεσείουσας, περί ύπαρξης δεδικασμένου, ως προς το ως άνω ζήτημα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, από το περιεχόμενο των αμετάκλητων αποφάσεων με αριθμό 2513/2000 Μον/λους Πρωτοδικείου Αθηνών και 4951/2001 Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, το εκ των αποφάσεων αυτών προκύπτουν δεδικασμένο, αφορά το ζήτημα της μη ύπαρξης συμφωνίας, μεταξύ εκμισθωτών και μισθώτριας, περί εξακολούθησης της μίσθωσης και μετά τη λήξη της αναγκαστικής παράτασης αυτής, δηλαδή μετά την 31-8-1997, περιστατικό το οποίο αποτελούσε τη βάση της από 10-2-1998 αγωγής των εκμισθωτών, περί καταβολής σ' αυτούς μισθωμάτων και πέραν της ως άνω ημερομηνίας, οπότε η μισθώτρια αποχώρησε από το μίσθιο, παρά τη δήθεν συμφωνία, περί συνέχισης αυτής και η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε, με τις ως άνω αποφάσεις, ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Ενώ, ουδόλως αφορά (το εκ των ως άνω αποφάσεων δεδικασμένο) το κρίσιμο ζήτημα, εάν η μισθώτρια απεχώρησε, κατά την ως άνω ημερομηνία της λήξης της μίσθωσης, οικειοθελώς και παρά την αντίθεση των εκμισθωτών, οι τελευταίοι είχαν εκφράσει τη βούληση τους να αποδώσει η μισθώτρια το μίσθιο, κατά την ως άνω ημερομηνία της λήξης της αναγκαστικής παράτασης, περιστατικά τα οποία αποτελούσαν τη βάση του αιτήματος της από 26-9-1997 αγωγής της μισθώτριας - νυν αναιρεσείουσας, περί καταβολής σαυτήν, εκ μέρους των εκμισθωτών, αποζημίωσης, προς αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, δεδομένου ότι, η αμετάκλητος, κατά το πρώτο ως άνω κεφάλαιο (το αφορούν την αγωγή των εκμισθωμάτων) υπ' αριθ. 4951/2001 απόφαση του Εφετείου, αναιρέθηκε, ως προς το άλλο κεφάλαιο αυτής, που αφορά το κρίσιμο ως άνω ζήτημα της αγωγής της μισθώτριας, με την υπ' αριθ. 557/2004 απόφαση του Αρείου πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε και πάλι στο εφετείο, το οποίο, μετά από νέα συζήτηση της έφεσης των εκμισθωτών - νυν αναιρεσιβλήτων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του.

Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου ήταν μη νόμιμος και το Εφετείο, που δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια. II. Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠοΛΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προσαχθέν και επικληθέν αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), ήτοι την υπ' αριθμ. 4951/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης βεβαίωση, ότι το δίκασαν Εφετείο ήχθη στο αποδεικτικό του πόρισμα και "από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και το ως άνω φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δίκασαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου και συγκεκριμένα του από 8-10-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, ως προς τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο, τόσον θετικώς, όσο και αρνητικώς με τη ανάγνωση του καθοριζομένου πρώτου εδαφίου αυτού. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις αναφέρονται σε εκτίμησή του ως άνω εγγράφου από το δίκασαν Εφετείο και όχι σε λανθασμένη "ανάγνωση αυτού", όπως απαιτείται για την ίδρυση του προκείμενου λόγου, καθόσον δε αφορά το δεύτερο μέρος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι καταχωρείται σαυτήν αυτούσιο το κείμενο του πρώτου εδαφίου του επίμαχου όρου που φέρεται ότι δεν αναγνώστηκε.

IV. Παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 35/1997 ή, μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1456/1997), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 416/1993).

Περαιτέρω, εάν η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, κάθε μία εκ των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή πλήττεται αναποτελεσματικά η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες, ο λόγος αναίρεσης που αφορά την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται, ως αλυσιτελής.

Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δίκασαν εφετείο παρεβίασε τους ως άνω κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, κατά το ένα σκέλος αυτού, ενώ δέχθηκε ότι από τον επίμαχο όρο του, από 8-10-1996, συμφωνητικού προέκυπτε σαφώς η βούληση των μερών περί παράτασης της μίσθωσης και πέραν της 31-8-1997, εν τούτοις προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και κατά το άλλο σκέλος αυτού, διότι, σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα εφήρμοσε τους εν λόγω κανόνες.

To δίκασαν Εφετείο, ως προς το ως άνω ζήτημα, δέχθηκε τα εξής: "Από την σαφή διατύπωση του ενδιαφέροντος, εν προκειμένω, περιεχομένου του επίμαχου όρου "....πάσα μετέπειτα παραμονή της μισθώτριας θα αποτελεί αυθαίρετον χρήσιν του μισθίου, τυχόν δε καταβαλλόμενα ποσά, κατ' ουδέν θα θεωρούνται μισθώματα, αλλά αποζημίωσις χρήσεως, μέχρι της εκτελέσεως της εξωστικής αποφάσεως.

Εξυπακούεται ότι σε περίπτωση που η μισθώτρια υποχρεωθεί να αποδώσει το μίσθιο διατηρεί ακέραια τα δικαιώματα της..." προκύπτει ανενδοίαστα, χωρίς ανάγκη, δηλ. προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ότι η βούληση των διαδίκων ήταν να συνεχιστεί η μίσθωση και πέραν της 31-8-1997 και ότι μόνον σε περίπτωση που ασκηθεί στο μέλλον αγωγή αποδόσεως και η μισθώτρια υποχρεωθεί, σε εκτέλεση της εκδοθείσας επ' αυτής εξωστικής αποφάσεως, να αποδώσει την χρήση του μισθίου, οι εκμισθωτές θα υπείχαν υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας.

Ανεξάρτητα όμως από αυτό, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει το Εφετείο και με την ερμηνευτική αξιολόγηση (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.) του επίμαχου όρου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η αναφορά σ' αυτόν της περιπτώσεως της μη υπάρξεως νέας αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως και της υποχρεώσεως της μισθώτριας να παραδώσει αμέσως το μίσθιο - η οποία (αναγκαστική παράταση), όπως προαναφέρθηκε, πραγματικά δεν έλαβε χώρα, - δημιουργεί ασάφεια και αμφιβολία για το περιεχόμενο του.

Έτσι, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αλλά και την κατάσταση συμφερόντων των διαδίκων, καθώς και τον δικαιοπρακτικό σκοπό της καταρτίσεως του από 8-10-1996 συμφωνητικού και του επίμαχου όρου αυτού, κρίνει ότι το αληθινό νόημα της δηλωθείσας βουλήσεως των διαδίκων, όπως οι εκμισθωτές το αντελήφθησαν και η μισθώτρια ώφειλε και μπορούσε να το αντιληφθεί, είναι ότι με αυτό οι εκμισθωτές δεν άσκησαν δικαίωμα τους για απόδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου στις 31-8-1997, καθώς και ότι η ένδικη αποζημίωση θα κατεβάλετο από τους εκμισθωτές μόνον εάν συνεχιζόταν η μίσθωση, ακόμη και χωρίς να έχει αναγκαστικά παραταθεί και η μισθώτρια υποχρεώνετο

σε εκτέλεση εξωστικήςαποφάσεως να αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου, όχι δε, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η μισθώτρια, ότι οφείλεται αυτή (αποζημίωση), λόγω της εκ μέρους της αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος, για τον οποίο αποδόθηκε, αν δηλ. η μισθώτρια υποχρεώθηκε στην απόδοση ή όχι.

Την αξιολόγηση αυτή επιβάλλουν και τα συναλλακτικά ήθη που κρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ειδικότερα σε όλα τα μισθωτήρια εμπορικών μισθώσεων υφίσταται ρητή πρόβλεψη ότι, μετά την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως ή της αναγκαστικής παρατάσεώς της, ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποδώσει αμέσως το μίσθιο στον εκμισθωτή.

Ο όρος, όμως, αυτός ουδέποτε σημαίνει αυτοδίκαιη αποβολή του μισθωτή ή άσκηση του δικαιώματος αποδόσεως στον εκμισθωτή, για την άσκηση του οποίου απαιτείται εξωστική αγωγή ή εξώδικη όχληση από τους εκμισθωτές. Την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υπαγορεύει ακόμη και το γεγονός ότι στην αντίθετη περίπτωση δεν υπήρχε λόγος καταρτίσεως του από 8-10-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού για συμβατική παράταση της μισθώσεως μέχρι 31-8-1997, αφού ούτως ή άλλως είχε παραταθεί εκ του νόμου η διάρκεια της μισθώσεως μέχρι την ημερομηνία αυτή (31-8-97), ούτε βέβαια οι εκμισθωτές θα είχαν συμφωνήσει στην αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 550.000 δραχμών τον Οκτώβριο του 1996, εάν είχαν την πρόθεση, με το ίδιο συμφωνητικό, να ασκήσουν το δικαίωμα τους για απόδοση του μισθίου τον Αύγουστο του 1997, αποδεχόμενοι, εν γνώσει τους, να καταβάλουν περισσότερα χρήματα στην μισθώτρια, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, από αυτά που θα εισέπρατταν ως μίσθωμα μέχρι 31-8-1997, εξαιτίας της συμφωνημένης αναπροσαρμογής, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία τους.

Υπό τις παραδοχές αυτές, είναι προφανές ότι το δικάσαν Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ως άνω ζήτημα, δύο αιτιολογίες μία κύρια και μια επικουρική, κάθε μία εκ των οποίων αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασης. Ειδικότερα με την κύρια αιτιολογία της δέχθηκε ότι η βούληση των μερών περί του ως άνω κρισίμου ζητήματος της συνέχισης της μίσθωσης και μετά την 31-8-1997, προέκυπτε "ανενδοιάστως και χωρίς ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, από τη σαφή διατύπωση του ως άνω όρου του συμφωνητικού", ήτοι δέχθηκε ότι δεν υπήρχε κενό ή ασάφεια στον όρο αυτόν και γι' αυτό δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στις ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις, ενώ με την επικουρική αιτιολογία δέχεται ασάφεια του όρου και προβαίνει σε ερμηνεία αυτού σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ερμηνευτικές διατάξεις.

Αλλά η ως άνω κύρια αιτίαση ότι τάχα το Εφετείο ενώ δέχεται ανυπαρξία κενού ή ασάφεια του επίμαχου όρου, προβαίνει σε ερμηνεία αυτού, είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, καθόσον αφορά στις αιτιάσεις, τις αφορώσες την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα, αλυσιτελώς αυτές προβάλλονται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, μετά την αναποτελεσματική προσβολή της κύριας αιτιολογίας, η οποία αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. V. Με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ του ότι περιέχει ανεπαρκείς αποσπασματικές και μονομερείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αν η αναιρεσείουσα αποχώρησε από το μίσθιο οικειοθελώς και παρά την ρητή αντίθεση των αντιδίκων της ή αποχώρησε κατ' επιταγή του επίμαχου ως άνω όρου του από 8-10-1996 συμφωνητικού μίσθωσης (παράτασης).

Ο λόγος αυτός παρ εκτός του ότι είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ελλείποντα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης σε κάθε περίπτωση από τις αναφερθείσες ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλ-λόμενης απόφασης, σχετικά με το ζήτημα αυτό και υπό την περαιτέρω παραδοχή ότι με βάση τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά η μισθώτρια αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από το μίσθιο, παρά τη ρητή και κατηγορηματική δήλωση των εκμισθωτών αναιρεσιβλήτων να συνεχιστεί η μίσθωση, η απόφαση διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και ασάφειες αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κι επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει αν απορριφθεί, ως αβάσιμος.

VI. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2006 αίτηση της εταιρείας "ΕΛΛΕΝΚΟ ΑΕ" για αναίρεση της 7.619/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ