Legislator Case Law & Legislation
1442/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal was inadmissible due to lack of substantive impact.

Case Number 1442/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Proktisma against the Second Instance Court of Lamia. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a set-off claim and failed to consider specific accounting ledgers, but the Court found these arguments lacked substantive impact on the case outcome. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence or arguments is inadmissible if the alleged error does not have a decisive influence on the final judgment.

Keywords

AI generated
procedural admissibility substantive impact set-off claim accounting ledgers legal costs appeal dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 669 of the Commercial Code
Article 361 of the Commercial Code
Article 874 of the Civil Code
Article 112 of the Enforcement Law
Articles 64-67 of the Law dated July 17, 1923
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 548/1993
AP 481/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1442 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΚΤΙΣΜΑ Ανώνυμος Εταιρεία-Βιομηχανία Προκατασκευασμένων Στοιχείων", που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου : Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Μεγάλη Βρύση Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Άγγελος Ζάντζας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 136/2002 του Εφετείου Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις εκκαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσίβλητη ../18-12-2006 και .../3-1-2008 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 1-9-2002 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 20-9-2007 κλήσεως της αναιρεσίβλητης, με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων Α, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, εφόσον η τελευταία αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία της απολιπόμενης αναιρεσείουσας (άρθρ. 576 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Από τα άρθρα 669 Εμπ.Ν.,361 , 874 Α.Κ. ,112 Εισαγ.Ν.Α. και 64-67 του ν.δ. 17-7/18-8-1923, προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, με την οποία συμφωνείται να καταχωρούνται οι μεταξύ τους δοσοληψίες σε λογαριασμό υπό τύπο πιστοχρεωλυτικών κονδυλίων και να οφείλεται το υπόλοιπο πού προκύπτει από την αντιπαραβολή κατά το κλείσιμό του λογαριασμού.

Οι απαιτήσεις με την είσοδο τους στο λογαριασμό αποβάλλουν την αυτοτέλεια τους, μεταβαλλόμενες σε αριθμητικά κονδύλια αυτού (Α.Π. 391/1992,1524/1991).Για την θεμελίωση αγωγής πού στηρίζεται σε ωρισμένη σύμβαση και συγχρόνως στη σύναψη αλληλοχρέου λογαριασμού, πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο της, για να είναι ωρισμένη, η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων και το περιεχόμενο της σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, να καθορίζονται οι πράξεις πού έγιναν και οι αμοιβαίες πιστοχρεώσεις των μερών, από τις οποίες να προκύπτει το κατά το κλείσιμο του κατάλοιπο (Α.Π. 179/1991).Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι σ αυτή η τελευταία (ενάγουσα-αναιρεσίβλητη) εκθέτει ότι το έτος 1988 συνήφθη μεταξύ αυτής και της εναγομένης - αναιρεσείουσας σύμβαση μισθώσεως έργου και τοιαύτη αλληλοχρέου λογαριασμού, δυνάμει των οποίων ανέλαβε (η ενάγουσα) με δικά της υλικά την κατασκευή στα εκτελούμενα από την εναγομένη οικοδομικά έργα αλουμινοκατασκευών και σιδηροκατασκευών, σύμφωνα με την παραγγελία της εναγομένης και αντί αμοιβής πού θα συνεφωνείτο κάθε φορά μεταξύ τους.

Περαιτέρω εκτίθεται στην αγωγή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων ότι οι από την σύμβαση μισθώσεως έργου εκατέρωθεν δοσοληψίες θα καταχωρίζονται σε λογαριασμό υπό τύπο πιστοχρεώσεων και θα οφειλόταν το κατάλοιπο που θα προέκυπτε κατά την ημέρα του κλεισίματος, ότι σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως μισθώσεως έργου, η ενάγουσα, από το έτος 1988 έως 7-12-1995 προέβη σε κατασκευές (αλουμινοκατασκευές και σιδηροκατασκευές), πού εκτίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, αντί της συμφωνηθείσης μεταξύ τους και εκτιθέμενης στην αγωγή για κάθε μία κατασκευή αμοιβής, ότι ο αλληλόχρεος αυτός λογαριασμός λειτούργησε από το έτος 1988 έως τις 7-12-1995, οπότε κλείσθηκε οριστικά και ότι από τις αμοιβαίες πιστοχρεώσεις των μερών, πού εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, σύμφωνα με τις γενόμενες ως άνω κατασκευές και τις καταβολές της εναγομένης, κατά τον εκτιθέμενο σ αυτή (αγωγή) τρόπο, προέκυψε χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της εναγομένης ποσού 2.554.853 δραχμών, το οποίο γνωστοποίησε στην τελευταία.

Με βάση τα άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα εζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το άνω ποσό. Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή είναι ωρισμένη, αφού στο δικόγραφο της εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα περιστατικά πού είναι αναγκαία, κατ' άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. για την θεμελίωση της ιστορικής της βάσης και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων πού την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά της εναγομένης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι αόριστη και ως τοιαύτη απορριπτέα ως απαράδεκτη, η δε προσβαλλομένη, πού δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ., ήτοι παρά τον νόμο δεν εκήρυξε το εκ της αοριστίας της αγωγής απαράδεκτο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί πού τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.Α.Π.1373/1997,3/1997). Επομένως, υπό την έννοια αυτή, "πράγμα" είναι και ο λόγος εφέσεως, πού αφορά αυτοτελή ισχυρισμό του εκκαλούντος (Ολ.

Α.Π. 11/1996).

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, με ειδική αιτιολογία, δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή διατεινόταν ότι η αγωγή είναι αόριστη και ως τοιαύτη απορριπτέα. Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της τον αποτελούντα "πράγμα" κατά τα εκτεθέντα ως άνω λόγο εφέσεως (περιέχοντα τον αυτοτελή περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) και απήντησε, απορρίψασα αυτόν (πρώτο λόγο εφέσεως),εντεύθεν δε ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη δεν απήντησε στον λόγο αυτό εφέσεως υποπεσούσα στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δικ., ως μη λαβούσα υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.β του Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα πού δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων πού δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι κατ άρθρο 400 αριθ.3 Κ.Πολ.Δικ. εξαιρετέοι μάρτυρες ,ήτοι τα πρόσωπα πού μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος(Α.Π. 887/1990).

Εν προκειμένω, όπως από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης και των με αριθμό 121/2000 πρακτικών της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας πρωτοβαθμίου δίκης προκύπτει, στο άνω δικαστήριο εξετάσθηκε ως μάρτυς ο Β, ο οποίος κατά την εξέταση του ήταν ομόρρυθμος εταίρος της αναιρεσίβλητης. Κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, στην άνω δίκη το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας (και μετά την έφεση της εναγομένης κατά της 121/2000 αποφάσεως αυτού, το εκδώσαν την προσβαλλομένη 136/2002 απόφαση Εφετείο Λαμίας)μπορούσε να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ελεύθερα την κατάθεση του άνω μάρτυρα, πού, ως ομόρρυθμος εταίρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ως πρόσωπο πού μπορούσε να έχει συμφέρον από την δίκη, ήταν, κατ άρθρο 400 αριθ.3 Κ.Πολ.Δικ., εξαιρετέος μάρτυρας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη, λαβούσα υπόψη την κατάθεση του άνω μάρτυρα έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο πού ο νόμος δεν επιτρέπει, υποπεσούσα στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11α του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειώνεται ότι δεν θα ήταν επιτρεπτό να λάβει υπόψη το δικαστήριο και να εκτιμήσει ελεύθερα την κατάθεση του άνω μάρτυρα, αν αυτός ,πέραν της ιδιότητος του ως ομορρύθμου εταίρου της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, ήταν και εκπρόσωπος αυτής, ιδιότητα πού δεν είχε, κατά τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη, για τον λόγο ότι τότε (αν δηλαδή ο μάρτυρας ήταν και εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης) θα ταυτιζόταν διαδικαστικώς με το νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και δεν θα μπορούσε να είναι μάρτυρας αυτής (Ολ.Α.Π. 1328/1977,Α.Π.887/1990).Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη παρά τον νόμο δεν εκήρυξε την ακυρότητα της κατάθεσης του άνω μάρτυρα, υποπεσούσα στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως εκτέθηκε, η κατάθεση του άνω μάρτυρα ήταν επιτρεπτή και παραδεκτά λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε από το δικαστήριο.

Η αναιρεσιβαλλομένη, λαβούσα υπόψη και εκτιμήσασα ελεύθερα τα μνημονευόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων την κατάθεση του άνω μάρτυρα) κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και, κατ' ακολουθίαν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ, ήτοι δεν δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο τα αντίθετα υποστηρίζων ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο αυτός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν εκτίθεται ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1459/1997).Όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τα συνομολογούμενα με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης) ο εξετασθείς ως άνω Β ήταν κατά την εξέταση του ομόρρυθμος εταίρος της αναιρεσίβλητης, όχι, όμως και εκπρόσωπος αυτής.

Επομένως το Εφετείο, πού δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον άνω ισχυρισμό, με βάση την ομολογία (και) της αναιρεσείουσας ,πού είναι αποδεικτικό μέσο (αρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ.),έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό ("πράγμα"),πού προτάθηκε από αυτή και δεν δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατ' ακολουθίαν, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του αρθρ.559 αριθ.8 και 10 Κ.Πολ.Δ.

και ο τα εναντία διαλαμβάνων δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το τέταρτο και το πέμπτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IV.Mε τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ,κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι ,προς απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι δυσκολευόταν στην εκπλήρωση των προς την τελευταία υποχρεώσεων της, εξ ου λόγου συνήφθη η σύμβαση της με την εταιρία "SOYLIS ΑΕ",δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη προμηθευόταν πρώτες ύλες για να εκτελέσει τις άνω κατασκευές και αυτή (αναιρεσείουσα) πλήρωνε το κόστος στην άνω εταιρία, ισχυρίσθηκε ότι ήταν οικονομικά υγιής και εύρωστη, με άμεμπτη συναλλακτική φήμη, προσαγαγούσα τους ισολογισμούς των ετών 1994 και 1995 , από τους οποίους προέκυπτε η οικονομική υγεία και ευρωστία της και η άμεμπτη συναλλακτική της φήμη, επί πλέον δε (ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα) ότι η άνω σύμβαση με την αναφερθείσα εταιρία έγινε προς όφελος της αναιρεσίβλητης, αφού, με βάση την σύμβαση αυτή, η τελευταία προμηθευόταν τις αναγκαίες για την εκτέλεση των κατασκευών πρώτες ύλες σε τιμές κόστους και ότι η προσβαλλομένη, μη λαβούσα υπόψη τους άνω ισχυρισμούς της, πού προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα",αλλά προβλήθηκαν ως επιχειρήματα της αναιρεσείουσας κατά του εν αρχή ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης (Α.Π.1342/1996). Όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, αυτή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, επομένως και τους με επίκληση προσαχθέντες ως άνω ισολογισμούς.

Σε κάθε περίπτωση, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων πού επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και προσκομιδή των περί ων ο λόγος μέσων, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.548/1993),όπως συνέβη εν προκειμένω, πού οι άνω ισολογισμοί προσήχθησαν για να αποδείξουν την βασιμότητα του πρώτου εκ των άνω επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας.

Εντεύθεν, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τους ισολογισμούς αυτούς και υπέπεσε στην από την διάταξη του άνω άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αναιρεσιβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι η προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού, αφορώσα τις εκτιθέμενες δύο ανταπαντήσεις της κατά της αναιρεσίβλητης, ποσού 1.212.521 και 3.508.342 δραχμών, προβλήθηκε μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απαράδεκτα, εφόσον, κατά την προσβαλλομένη, αυτή (ένσταση συμψηφισμού) δεν αποδεικνυόταν με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ούτε αποδείχθηκε ότι προτάθηκε καθυστερημένα ως άνω από δικαιολογημένη αιτία.

Από τα εκτεθέντα και γενόμενα από την προσβαλλομένη δεκτά προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αποτελούντα "πράγμα" ως άνω ισχυρισμό (ένσταση συμψηφισμού) και έκρινε ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε απαράδεκτα, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

και ο εκ της άνω διατάξεως τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα και έχουσα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως άνω ένσταση συμψηφισμού και τις άνω δύο ανταπαντήσεις της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης πού την θεμελιώνουν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε απαράδεκτη την άνω ένσταση συμψηφισμού και δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της, δεν απητείτο να λάβει υπόψη τα από την αναιρεσείουσα προσκομισθέντα με επίκληση και εκτιθέμενα στην αίτηση αποδεικτικά μέσα (τιμολόγια) γιατί αυτά προσήχθησαν για την απόδειξη της ουσίας της ένστασης και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.

τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το τέταρτο σκέλος του), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα από την αναιρεσείουσα προσκομισθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος (Α.Π.481/1991). Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ,Πολ,Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει της από 1-9-2008 αίτηση της ΠΡΟΚΤΙΣΜΑ Ανώνυμη εταιρία Βιομηχανία Προκατασκευασμένων Στοιχείων, για αναίρεση της 136/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ