Supreme Court dismisses appeal on civil liability grounds, upholding lower court's finding of fault and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding civil liability. The appellant argued the lower court erred in evaluating medical records and admitted unproven facts without evidence. The court rejected these claims, ruling that the appellate court's assessment of evidence and common sense regarding causation falls within the exclusive jurisdiction of the trial court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 930, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the erroneous evaluation of evidence or the admission of unproven facts without specific proof is inadmissible as it pertains to the trial court's exclusive domain of fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1442 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1442/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουνίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας που έχει επέλθει.
Αμέλεια κατ' άρθρο 330 ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητός του, είτε υπάρχει σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μη υποκείμενη στον ακυρωτικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημιά ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Κατά τον Οκτώβριο 2002, η ενάγουσα και ο σύζυγός της, μαζί με το ηλικίας τεσσάρων ετών τέκνο τους, κατοικούσαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο μικρής οικοδομής, επί της οδού ......., στη Λάρισα.
Ο πρώτος όροφος της ιδίας οικοδομής, που περιλαμβάνει δύο διαμερίσματα, ανήκε τότε στην κυριότητα του Χ1 , που είναι πατέρας του εναγομένου και κατέθεσε ως μάρτυράς του. Αν και η οικογένεια του Χ1 δεν κατοικούσε στην εν λόγω οικοδομή, υπήρχε έρις ανάμεσα σ' αυτήν και στην οικογένεια της ενάγουσας, με αφορμή ζητήματα που προέκυπταν από τη σχέση τους ως συνιδιοκτητών της ίδιας οικοδομής.
Το ένα από τα δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου ήταν μισθωμένο στο Ζ1 , ο οποίος συμβίωνε σ' αυτό με τη Ζ2 , που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της ενάγουσας (όλα αυτά συνομολογούνται). Την 12-10-2002, ημέρα Σάββατο, ο Ζ1 κάλεσε στην οικοδομή τον Χ1 , ως εκμισθωτή του διαμερίσματος στο οποίο κατοικούσε, προκειμένου να επιληφθεί ενός προβλήματος που είχε εμφανισθεί στο σύστημα αποχέτευσης.
Ο Χ1 ήρθε και για να επισκεφθεί τον πίσω, ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπου βρισκόταν το τμήμα της αποχέτευσης που έπρεπε να ελεγχθεί, χρειάσθηκε να περάσει μέσα από το ισόγειο διαμέρισμα και να συνεργασθεί με το σύζυγο της ενάγουσας. Λίνο αργότερα ήρθε στην οικοδομή και η......, που είναι αδελφή του εναγομένου και έφερε στον πατέρα της κάποιο εργαλείο.
Μπήκε και αυτή στο διαμέρισμα της ενάγουσας, με συναίνεση της τελευταίας. Εκεί, όμως, οι δύο γυναίκες λογομάχησαν, με αφορμή την από ..... έγκληση που είχε υποβάλει η ........ εναντίον της ενάγουσας και του συζύγου της, για προηγούμενο επεισόδιο μεταξύ τους, συνεπεία της οποίας εκκρεμούσε ποινική δίωξη σε βάρος τους.
Ενώ συνέβαιναν αυτά, στην οικοδομή έφθασε και ο εναγόμενος, ο οποίος είναι υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, με σκοπό να συμπαρασταθεί στους οικείους του σε περίπτωση ανάγκης, λόγω της έχθρας που προϋπήρχε με τους συνιδιοκτήτες. Τότε αυτός, ακούγοντας τις φωνές των δύο γυναικών, θέλησε να εισέλθει στο διαμέρισμα της ενάγουσας.
Και οι δυο πόρτες, όμως, ήσαν κλειστές. Ο εναγόμενος δεν κτύπησε το κουδούνι, αλλά προσπάθησε να παραβιάσει τη μία από αυτές, εξασκώντας πίεση με τα χέρια του. η πρώτη πόρτα δεν άνοιξε και τότε ο εναγόμενος στράφηκε προς την άλλη, την οποία, επίσης, κτύπησε με τα χέρια του και ώθησε με το σώμα του. Η πόρτα έσπασε και άνοιξε απότομα.
Ο εναγόμενος εισέβαλε με φωνές στο ισόγειο διαμέρισμα ("μαινόμενος" και λέγοντας "θα σας σκοτώσω όλους, είμαι στρατιωτικός, έχω λεφτά να σας πληρώσω" και βρέθηκε μπροστά στην ενάγουσα, η οποία κρατούσε στην αγκαλιά τον τετράχρονο γιο της, που είχε τρομάξει και έκλαιγε γοερά. Τότε απώθησε με βία την ενάγουσα, και την έριξε στον παρακείμενο καναπέ, ακολούθως δε στράφηκε εναντίον του συζύγου της, ο οποίος στο διάστημα που μεσολάβησε είχε ξαναμπεί στο διαμέρισμα, από τον ακάλυπτο χώρο όπου βρισκόταν προηγουμένως.
Κατά την 12-10-02, η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Διάνυε το δεύτερο μήνα της κύησης, στο δεύτερο τέκνο της. Το απόγευμα της ίδιας μέρας άρχισε να έχει πόνους στην κοιλιά, επικοινώνησε με το γιατρό της και, σύμφωνα με την οδηγία του, παρέμεινε ξαπλωμένη. Την επόμενη ημέρα, Κυριακή, άρχισε να έχει μια μικρή αιμορραγία και εξακολούθησε τη συντηρητική αγωγή, που της είχε συστήσει ο γιατρός της, μένοντας ξαπλωμένη στο σπίτι της.
Αυτό κράτησε και ολόκληρη τη μεθεπόμενη ημέρα, Δευτέρα. Την Τρίτη 15-10-2002, η αιμορραγία εντάθηκε και η ενάγουσα υποχρεώθηκε να μεταβεί στο ιδιωτικό μαιευτήριο "Ο Ιπποκράτης", όπου συνεργαζόταν ο ιατρός της, ....... Εκεί διαπιστώθηκε ότι το κυοφορούμενο δεν μπορούσε να σωθεί". Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι από την προαναφερομένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος (κτυπήματα που επέφερε στις θύρες του διαμερίσματος, η θραύση της μιας από αυτές, η αυθαίρετη είσοδός του στην κατοικία της ενάγουσας, η βίαιη απώθηση αυτής και η ρίψη της στον καναπέ ότι κρατούσε μικρό παιδί στην αγκαλιά και η δημιουργία επεισοδίου μέσα στο σπίτι), προκλήθηκε στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη ψυχική κατάσταση ανησυχίας, τρόμου, συγχύσεως, ταραχής και θλίψεως, η οποία σε συνδυασμό με τις δυνάμεις που ασκήθηκαν στη μήτρα της από την βίαιη πτώση της στο καναπέ και το βάρος του νηπίου που κρατούσε στα χέρια της, είχε ως αποτέλεσμα την αποβολή του κυήματος μετά από τρεις ημέρες.
Ακολούθως, έκρινε ότι συντρέχουν οι ουσιαστικοί όροι της ευθύνης από αδικοπραξία και επιδίκασε στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 15.060 ευρώ κατά μερική παραδοχή της αγωγής της, απορρίπτοντας την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συνυπαιτιότητός της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, συνισταμένη στο ότι δεν εμερίμνησε για την έγκαιρη εισαγωγή της σε γυναικολογική κλινική προς νοσηλεία.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.
Επομένως, οι περί των αντιθέτων με αριθμό 1 και 3 του αναιρετηρίου λόγοι αναιρέσεως α) από το άρθρο 559 αριθμ. 1, β) από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 13 του ιδίου άρθρου, όπως ορθώς εκτιμώνται), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, διαφορετική από κείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή.
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν έγινε λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένου σ' αυτό κρίσιμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την περαιτέρω συναγωγή του αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου α) της από 15.10.2002 ιατρικής βεβαίωσης του ιατρού Λαρίσης ....., και της υπ' αριθμ. .....διπλοτύπου αποδείξεως παροχής υπηρεσιών του ιδίου β) του από .......εξιτηρίου της κλινικής "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ" στην οποία νοσηλεύτηκε η αναιρεσίβλητη και της υπ' αριθμ. .....
αποδείξεως παροχής υπηρεσιών της εν λόγω κλινικής, γ) της από ..... ιατρικής βεβαιώσεως του Ιατρού Λαρίσης νευρολόγου - ψυχιάτρου ....., συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα περί της υπάρξεως της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος θεμελιουμένης στην ανωτέρω συμπεριφορά του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (αριθμ. 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ), πλήττων την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία συνήγαγε με την συνεκτίμηση του περιεχομένου και των προδιαληφθέντων εγγράφων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α΄ του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένστανση ή αντένστανση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιούντων την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή της υπάρξεως των στοιχείων της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, "των καταθέσεων των μαρτύρων, που δόθηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό συνεδριάσεως αυτού και όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν νομίμως με επίκληση".
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω (δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο αυτού μέρος) από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.06.2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της 328/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου Ψ1 , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ