Supreme Court annuls lease dispute judgment for failing to specify business type under specific lease law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment regarding a lease dispute over a commercial property. The appellants argued the lower court failed to legally define whether the tenant's business was industrial or technical as required by the specific lease law. The court ruled that the vague finding violated the mandatory statutory requirement to distinguish between business types, necessitating a remand for proper legal specification.
Legislator headnote
AI generatedArticle 36(a) of Presidential Decree 34/1995; The court must explicitly define whether a business is industrial or technical under the specific lease law, and failure to apply the common sense criteria for this distinction constitutes a reversible error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1442 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1442/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ......., 2. ........και 3. ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλονόμο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «ΒΙΕΡΕΞ ΑΒΕ – ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΕΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλανόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουλίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3274/1999 μη οριστική και 5793/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 36 εδαφ. α΄ του ΠΔ 34/1995 σε περίπτωση καταγγελίας για ιδιόχρηση ή ανοικοδόμηση του μισθίου ακινήτου, το οποίο χρησιμοποιείται για τη στέγαση και λειτουργία βιοτεχνικής επιχείρησης ο εκμισθωτής, πέρα από τις αποζημιώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 29 έως 33, έχει υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτή του και τις δαπάνες του για τη νέα ηλεκτρική εγκατάσταση της ίδιας δύναμης σε άλλο μίσθιο, για να συνεχιστεί η λειτουργία της επιχείρησής του.
Συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης είναι και η στέγαση και λειτουργία στο μίσθιο βιοτεχνικής επιχείρησης και όχι βιομηχανικής. Πότε υπάρχει βιομηχανική ή βιοτεχνική επιχείρηση θα κριθεί κατά τα διδάγματα της οικονομικής επιστήμης και της κοινής πείρας. Γενικά βιομηχανική επιχείρηση είναι εκείνη στην οποία με διάθεση σοβαρών κεφαλαίων και εκτεταμένη χρησιμοποίηση μηχανικών ή άλλων μέσων και ειδικευμένου προσωπικού γίνεται κατεργασία πρώτης ύλης και παραγωγή νέων προϊόντων ή ο εξευγενισμός προϊόντων που υπάρχουν ή τέλος η προετοιμασία με επεξεργασία προϊόντων προς πώληση ή περαιτέρω εκβιομηχάνισή τους (ΑΠ 319/1960).
Η βιοτεχνία και η βιομηχανία γενικά ταυτίζονται (ΑΠ 621/1962) και η διαφορά τους είναι μόνο κατ΄ έκταση, δεδομένου ότι η βιοτεχνία έχει ως αντικείμενο τις ίδιες δραστηριότητες με μόνη διαφορά ότι διαθέτει λιγότερα μέσα. Εξάλλου η «βιοτεχνική επιχείρηση» είναι αόριστη νομική έννοια χρήζουσα εξειδίκευσης βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο αναιρετικός έλεγχος αυτής χωρεί μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ δηλαδή εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής, δηλαδή μη ορθή εξειδίκευση και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή ενόψει του ότι η παραπάνω διάταξη που την προβλέπει αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 412/1990, 519/1989).
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής «Η επιχείρηση της ενάγουσας είναι βιοτεχνική, ασχολούμενη με ηλεκτρομεταλλικές κατασκευές, είναι δε εγγεγραμμένη στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών». Με βάση την παραδοχή αυτή, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι, όμως, που έκρινε, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 36 εδαφ. α΄ του ΠΔ 34/1995, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξειδικεύεται η αόριστη νομική έννοια της βιοτεχνικής επιχείρησης μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5793/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ