Legislator Case Law & Legislation
1441/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds not referencing the specific appealable point of law.

Case Number 1441/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a breach of contract claim. The appellants argued the lower court erred in ignoring a bank account statement, but the Court found their appeal grounds vague because they failed to explicitly reference the specific appealable point of law in their written submission. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondent companies.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to explicitly reference the specific appealable point of law established in the contested judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds reference requirement breach of contract legal costs Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1706/2023
Supreme Court Case 1142/2022
Supreme Court Case 591/2022
Supreme Court Case 865/2020
Supreme Court Case 709/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1441/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ι., 2) Θ. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Χρυσοχού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "CAIRO III FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καρναβά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2013 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2017 μη οριστική και 99/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 68/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/7/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 68/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία συνεκδίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η δεύτερη υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την από 26.11.2013 αγωγή της αρχικά ενάγουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη, για τη διάρρηξη της αναφερόμενης ο' αυτήν καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942 και 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 278/2011). Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 928/2014).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου.

Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.

Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 805/2013).

Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διάρρηξης, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 822/2024, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1217/2014).

Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 28/2017). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 778/2015). 4) Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς. 5) Γνώση του τρίτου.

Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017).

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί ο' αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολίευσης δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 822/2024, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1472/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1860/2023, ΑΠ 24/2023 , ΑΠ 162/2020).

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η ένδικη απαλλοτρίωση έγινε με πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη στον πρώτο αναιρεσείοντα πρόθεσης βλάβης της δανείστριας κατά το χρόνο της μεταβίβασης και ειδικότερα ως προς τη γνώση αυτού περί της πορείας των τραπεζικών πιστώσεων της πρωτοφειλέτιδας και τη μη εξυπηρέτηση από αυτή του ομολογιακού δανείου και ως προς την αδυναμία ικανοποιήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης από την υπολειπόμενη περιουσία του, εξαιτίας της συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου προς τη θυγατέρα του, δεύτερη αναιρεσείουσα.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<...Δυνάμει της με αριθμό ...-2001 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και της από 4-6-2002 και με αριθμό ...

πρόσθετης πράξης αυτής που αποτελεί παράρτημα και αναπόσπαστο τμήμα, η ενάγουσα χορήγησε πίστωση στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΑΕ", με εγγύηση του πρώτου εναγόμενου, αρχικά μέχρι του ποσού των 586.940,57€, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε μέχρι του ποσού των 300.0006. Σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω σύμβασης ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός, που αντιστοιχεί στον με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος κινήθηκε από την τελευταία αναγνώριση του υπόλοιπου, ήτοι από την 1-10-2012, ημέρα που ο ως άνω λογαριασμός είχε υπόλοιπο ποσού 2.277,10€ και μέχρι το κλείσιμο αυτού την 27-8-2013 και έκτοτε, δηλαδή από 1-10-2012 έγιναν οι εξής χρεοπιστώσεις, την 1-10-2013 χρεώθηκαν 326,546 για συμβατικούς τόκους, την 22-1-2013 πιστώθηκαν 326,546 για τόκους, την 9-4-2013 χρεώθηκαν 420,946 για τακτοποίηση υπολοίπου TREASURY απόδοσης, την 7-8-2013 χρεώθηκαν 47,976 για έξοδα επίδοσης, την 7-8-2013 χρεώθηκαν 701,226 για ελέγχους έρευνας περιουσιών, την 7-8-2013 χρεώθηκαν 6006 για έξοδα ανάλυσης αυξητικής πίστης, την 27-8-2013 χρεώθηκαν 25,112,076 για τακτοποίηση χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού όψεως με αριθμό ..., την 27-8-2013 χρεώθηκαν ποσό 13,096 για συμβατικούς τόκους και την 27-8-2013 που καταγγέλθηκε η σύμβαση το συνολικό κατάλοιπο αυτού ποσού 26.895,296 μεταφέρθηκε σε καθυστέρηση στον με αριθμό ...

λογαριασμό. Με την από 27-8-2013 επιστολή της η ενάγουσα ανακοίνωσε στην αρχική πιστούχο και τους εγγυητές, μεταξύ αυτών και στον πρώτο των εναγομένων, το κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού και το χρεωστικό υπόλοιπό του στις 27-8-2013, που ανερχόταν σε 26.895,296 καλώντας τους συγχρόνως σε άμεση καταβολή αυτού, αυτή δε η επιστολή κοινοποιήθηκε νόμιμα στους συνοφειλέτες, όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμ. ..., ...

και ...-2013 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Χ. Μ. Στη συνέχεια, η ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό .../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΑΕ" που εδρεύει στην Α'ΒΙ.ΠΕ.

Βόλου και εκπροσωπείται νόμιμα και ο έτερος εγγυητής, Α. Σ. επιτάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 26.895,29 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 28-082013 και εφεξής, με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975 μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και ποσό 721,36 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Ο ανωτέρω εκτελεστός τίτλος επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 69/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους άνω συνοφειλέτες ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ (αριθμ. καταθ. 555/2013), η δε απόφαση έγινε τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι συνοφειλέτες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας με την υπ'αρ. 170/8-4-2019 απόφασή του.

Επομένως, η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση σε βάρος (και) του πρώτου εκκαλούντος από την ανωτέρω αιτία (της σύμβασης πίστωσης). Εκτός από αυτήν την απαίτηση αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη διατηρεί σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος και έτερη απαίτηση. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ.

Α.Ε." αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν.3156/2003, ποσού 300.000 ευρώ, διαιρούμενου σε 297.000 και 3.000 ομολογίες στον κομιστή (ανώνυμες), δυνάμει της από 11-3-2008 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, σε συνδυασμό με την από 12-3-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Κάθε ομολογία είχε ονομαστική αξία ένα ευρώ και τιμή έκδοσης στο άρτιο, έφεραν αύξοντες αριθμούς από 1 έως 297.000 και από 297.001 έως 300.000 και εκδόθηκαν σε απλούς ή πολλαπλούς τίτλους. Την 18-03-2008 η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία εξέδωσε Πρόγραμμα Κοινού ομολογιακού δανείου 300.000 Ευρώ με το οποίο κοινοποίησε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη τους όρους του ομολογιακού δανείου και την καλούσε να συμμετάσχει στην κάλυψή του.

Κατά την ίδια ως άνω ημέρα, ήτοι την 18-03-2008, εξέδωσε στο Βόλο δύο τίτλους ομολογιών ομολογιακού δανείου και συγκεκριμένα, τον υπ' αυξ. αριθμό 1 και 2 πολλαπλό τίτλο 297.000 και 3.000 ομολογιών αντίστοιχα, με ονομαστική αξία για όλες ένα ευρώ, τις οποίες και παρέδωσε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, αφού πρώτα αυτή της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ.

Το δάνειο εκδόθηκε και καλύφθηκε την 18-3-2008 στο σύνολο του από την ενάγουσα-εφεσίβλητη υπό την προγενέστερη επωνυμία της σε ποσοστό 99% και από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG PRIVATE BANK Luxemburg S.A." που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, σε ποσοστό 1% σύμφωνα με την από 14-3-2008 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, που συνήφθη με τις τράπεζες και την ανώνυμη εταιρία και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενους τα αδέλφια Σ. (τον Α.

Σ. και τον πρώτο εναγόμενο- εκκαλούντα), οι οποίοι συμβλήθηκαν υπό την ιδιότητα των εγγυητών ενεχόμενοι εις ολόκληρον με την εκδότρια του ομολογιακού δανείου - Σ. Α. Ε.- ως αυτοφειλέτες, για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε φύσεως απαιτήσεων των ομολογιούχων κατά της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, σύμφωνα με τον υπ'αρ. 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης κάλυψης και τον υπ' αρ. 15 όρο του δανείου.

Ημερομηνία λήξης των ως άνω ομολογιακών δανείων ορίσθηκε η 8-4-2013 και συμφωνήθηκε η καταβολή των δεδουλευμένων τόκων ανά εξάμηνο, με εξαίρεση την πρώτη περίοδο εκτοκισμού. Επειδή όμως η εκδότρια εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΑΕ" δεν εξόφλησε τη δήλη ημέρα, ήτοι την 8-4-2013, τις ως άνω ομολογίες των συναφθεισών ομολογιακών δανείων, καταβάλλοντος το ποσό των 300.000 €, καθώς και τους ληξιπρόθεσμους τόκους, οχλήθηκε δε προς τούτο με εξώδικη δήλωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης, η οποία, σύμφωνα με τον όρο 4ιστ του ομολογιακού δανείου, ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων και μοναδική ομολογιούχος του δανείου, την ...-2013 κατήγγειλε τις ως άνω συμβάσεις των ομολογιακών δανείων, όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...

και ... από ...-2013 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Χ. Μ., και κάλεσε τους συνοφειλέτες, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα των εγγυητών που παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως, να της καταβάλουν το ληξιπρόθεσμο οφειλόμενο κεφάλαιο των ανεξόφλητων ομολογιών με αύξοντες αριθμούς ..., που ανερχόταν την ...-2013 σε ποσό 310.182,35 € (συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών τόκων περιόδου από 8-4-2013 που έληξε η δήλη μέρα πληρωμής έως την ημερομηνία της καταγγελίας) και το ποσό των 3.133,15 € έντοκα για το Ομολογιακό δάνειο των ομολογιών με αυξ.

Αρ. 2, ήτοι για τις ομολογίες από 297.001 μέχρι 300.000, έντοκα τα ως άνω ποσά από 29-8-2013 με τον συμβατικό τόκο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Για την ως άνω απαίτησή της η εφεσίβλητη - ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό ...-2013 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκαν ο πρώτος εκκαλών - πρώτος εναγόμενος, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ.

Α. Ε," και ο Α. Σ. να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 310.182,35 ευρώ και το ποσό των 3.133,15 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 28-08-2013 και εφεξής, με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και ποσό 6.808,57 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Ο ανωτέρω εκτελεστός τίτλος επικυρώθηκε με την υπ'αρ.73/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους συνοφειλέτες ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ (αριθμ.καταθ.556/2013), η δε απόφαση έγινε τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι συνοφειλέτες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας με την υπ'αρ. 16011-4-2019 απόφασή του.

Επομένως, η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση σε βάρος (και) του πρώτου εκκαλούντος και από την ανωτέρω αιτία (του ομολογιακού δανείου). Οι ανωτέρω παραδοχές της εκκαλουμένης δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης. Επίσης, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο έγερσης της από 14-11-2013 και με αριθ.

εκθ. καταθ. 184/26-11-2013 ένδικης αγωγής διάρρηξης (επιδόθηκε στις 30-12-2013) και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, στις 2-5-2017 (μετά την οποία εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αρ. 185/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου-συνεκκαλουμένη) και στις 21-1-2020 (μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 99/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου - εκκαλουμένη), χρόνοι που είναι οι κρίσιμοι για τον έλεγχο της συνδρομής ή μη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομιμοποίησης (62, 73, 216 παρ. 1 α' ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, είχε δικαίωμα να ζητεί τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, γιατί ήταν και ειδικότερα έγινε εκ νέου δικαιούχος των προαναφερόμενων χρηματικών απαιτήσεων. ...

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2011 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της Συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Ζ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Βόλου στον τόμο 556 και με αριθμό 448 ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην θυγατέρα του- δεύτερη εναγομένη, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, με παρακράτηση της επικαρπίας, επί του ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου διώροφης οικίας με υπόγειο, που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως τριακοσίων πενήντα έξι (356,00) τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης του Βόλου, του ομωνύμου Δήμου της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας, της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στην περιφέρεια του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στο Ο.

Τ. 1469, στις Βόρειες Συνοικίες, επί της οδού ..., στην οποία φέρει αριθμό δημοτικής αρίθμησης 7. Το ανωτέρω οικόπεδο είναι κατά κανόνα άρτιο και οικοδομήσιμο, και συνορεύει γύρω ανατολικά σε πλευρά 19,27 μ με ιδιοκτησία Κ. Κ., νότια σε πλευρά 15,81 μ. με οδό ..., δυτικά σε πλευρά μέτρων 15,12+9,61+4,24 με ιδιοκτησία Η. Κ. και βόρεια σε πλευρά 1,97 μ με ιδιοκτησία Β.

Π. Η ανωτέρω αναφερόμενη διώροφη οικία με υπόγειο, αποτελείται από υπόγειο συνολικού εμβαδού 167,67τ.μ., που περιλαμβάνει τρεις (3) κλειστές θέσεις στάθμευσης εμβαδού της κάθε μίας 10,125τ.μ. και λοιπούς βοηθητικούς χώρους (αποθήκες - λεβητοστάσιο - αποθήκη καυσίμων - μηχανοστάσιο ανελκυστήρα), από το ισόγειο που περιλαμβάνει ένα καθιστικό- τραπεζαρία, γραφείο, καθημερινό, κουζίνα, ξενώνα, διάδρομο, λουτρό και WC και εσωτερική κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο, εμβαδού 158,17 τ.μ.

και από τον πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο, που περιλαμβάνει τρία (3) υπνοδωμάτια, δύο (2) λουτρά, ένα βεστιάριο και χώρο πλυντηρίου και κλίμακα καθόδου στο ισόγειο, εμβαδού 120,82 τ.μ. και είχε περιέλθει οίον πρώτο εναγόμενο με τη με αριθμό .../1995 πράξη αγοράς της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου μεταγραφείσης στον τόμο 376 και αριθμό 177.

Η αξία του μεταβιβασθέντος ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου ανέρχεται κατά την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ, στο ποσό των 64.409,836, που ισούται με την εμπορική αξία, που υπολογίσθηκε στα 7/10 της όλης αξίας του ακινήτου, γιατί ο πρώτος εναγόμενος είναι γεννημένος το 1948 και είχε ξεπεράσει το 60° έτος της ηλικίας του, και η αξία της επικαρπίας του ως άνω ακινήτου που παρέμεινε στον επικαρπωτή ανέρχεται στο ποσό 27.604,21 €, ενώ η εμπορική αξία της επικαρπίας ανέρχεται σε ποσό 9.000€.

Οι προαναφερόμενες αξίες (αντικειμενική και εμπορική) του ως άνω ακινήτου που μεταβιβάστηκε κατά τα ως άνω, είναι ίδιες και κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και κατά το χρόνο άσκησης της ,αγωγής, αντίστοιχα αφού δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ούτε οι εκκαλούντες προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αναιρούνται τα παραπάνω.

Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, κατά το χρόνο της μεταβίβασης (14-32011) ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών είχε ήδη αναλάβει υποχρεώσεις τόσο από τη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (που καταρτίστηκε νωρίτερα, στις 16.2.2001) όσο και από την κάλυψη του ομολογιακού δανείου (στις 14.3.2008), ως εγγυητής που παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της ένστασης διζήσεως (βλ. 16° όρο της σύμβασης πίστωσης και 15° όρο του ομολογιακού δανείου, που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής).

Γνώριζε δε την πορεία των δύο πιστώσεων, καθώς αυτός και ο αδελφός του (Α. Σ.) ήταν οι ιδρυτές της αρχικώς ομόρρυθμης και στη συνέχεια ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΑΕ", που έλαβε την πίστωση και αποφάσισε την έκδοση ομολογιακού δανείου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ. .../1989 συστατικής ανώνυμης εταιρίας συμβολαιογραφική πράξη που συνέταξε η συμβολαιογράφος Βόλου Γ.

Γ.-Ζ.

Επομένως, έστω και εάν η μεταβίβαση έγινε σε χρόνο πριν από την καταγγελία και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ήταν ήδη γεννημένες οι στηριζόμενες σε αυτόν απαιτήσεις της εφεσιβλήτσυ ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας σε βάρος του εκκαλούντος, ενώ κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (27-2017) ήταν σε κάθε περίπτωση γεννημένες και οι απαιτήσεις από το ομολογιακό δάνειο, που καταγγέλθηκε λόγω μη πληρωμής στις ...-2013, δύο έτη μετά τη μεταβίβαση.

Γνώριζε δε την κακή πορεία του ομολογιακού δανείου καθώς οι καταβολές που πραγματοποιούνταν το προγενέστερο διάστημα που γειτνιάζει με το χρόνο της μεταβίβασης αφορούσαν μόνο καταβολές τόκων, όπως αποδεικνύεται από το ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής από 28.8.2013 αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού του ομολογιακού δανείου (17.5.2010 εξόφληση τόκων, 8.10.2010 έναντι τόκων κλπ).

Η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση κατέστησε τον πρώτο εκκαλούντα- εναγόμενο αφερέγγυο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2012- 2013), που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων για το χαρακτηρισμό της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής (ΑΠ 1275/2020), καθώς αποδεικνύεται ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του ανωτέρω διαδίκου, όπως αυτή περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, δεν ήταν επαρκής προς ικανοποίηση της δανείστριας που διατηρεί απαίτηση συνολικού ύψους περίπου 340.000 ευρώ, όπως αποδείχθηκε.

Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι, ο πρώτος εναγόμενος, πέραν του επίδικου ακινήτου, έχει στην κυριότητά ένα αγροτεμάχιο στις Μηλιές Ν. Μαγνησίας, 6 περίπου στρεμμάτων και ένα αγροτεμάχιο 1.357 τμ στην Σκιάθο, μικρής αγοραίας αξίας, αμφότερα, σύμφωνα και με τις παραδοχές τις εκκαλουμένης που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα η λοιπή εμφανής του περιουσία να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας Επίσης, αποδεικνύεται ότι η αποξένωση από το ανωτέρω περιουσιακό στοιχείο έγινε με πρόθεση βλάβης της δανείστριας-ενάγουσας, ενώ γνώριζε ότι με αυτές (μεταβιβάσεις) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, εγγυητής στις προαναφερόμενες συμβάσεις, και μέτοχος της πρωτοφειλέτριας ως άνω εταιρίας, -γνώριζε, κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, την παθητική, σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, κατάσταση. Αντιλαμβανόμενος, επομένως, ο πρώτος εναγόμενος ότι πρόκειται να επιχειρηθεί αναγκαστική σε βάρος της περιουσίας του εκτέλεση και να απολέσει τα περιουσιακά του στοιχεία, επέλεξε να καταρτίσει την ένδική σύμβαση, Η ανωτέρω κρίσης ενισχύεται από το γεγονός ότι το έτος 2013 (δύο έτη δηλαδή μετά την επίδικη γονική παροχή προς τη θυγατέρα του) ο πρώτος εναγόμενος εκμίσθωσε το ανήκον ο' αυτόν ποσοστό της επικαρπίας επί του επιδίκου ακινήτου, προς τη δεύτερη εναγόμενη-εκκαλούσα για διάστημα 35 ετών, από 1-2-2013 μέχρι 31- 1-2048, αντί ετήσιου μισθώματος ύψους 300 ευρώ προκειμένου η τελευταία να κατοικεί σε αυτό, μίσθωση για την οποία τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος δηλαδή το υπ' αρ. .../2013 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Β.

Μ. νόμιμα μεταγραμμένο στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου στον τόμο 567 με αριθμό 120. Με την ανωτέρω εκμίσθωση, η οποία διόλου τυχαία καταρτίστηκε λίγους μήνες πριν την άσκηση της αγωγής διάρρηξης, καθίσταται ακόμη πιο δυσχερής η ικανοποίηση της ενάγουσας από το εν λόγω ακίνητο, μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού του.

Επιπρόσθετα δυνάμει του με αριθ. .../2013 μισθωτήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ. νόμιμα μεταγραμμένο στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου στον τόμο 61 με αριθμό 342 ο πρώτος εναγόμενος εκμίσθωσε στον υιό του το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο στα Μηλιές Μαγνησίας 6 στρεμμάτων στον υιό του Ι.

για 35 έτη ( από 1-2-2013 έως 31-1-2048) αντί ετησίου μισθώματος 200 ευρώ (βλ την από 12-9-2013 έρευνα ακίνητης περιουσίας που διενήργησε στο Υποθηκοφυλακείο Μηλέων η δικηγόρος Βόλου Λαμπρινή Παρασκευά για λογαριασμό της ενάγουσας-εφεσίβλητης) ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε αντίστοιχες μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων προέβη κατά τους ίδιους χρόνους και ο έτερος εγγυητής των ένδικων συμβάσεων, Α.

Σ. του Ι., ομοίως με γονική παροχή προς τα τέκνα του, για τις οποίες η ενάγουσα έχει ασκήσει σχετικές αγωγές διάρρηξης. Από τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ο πρώτος εναγόμενος και η πρωτοφειλέτρια απέφυγαν να ικανοποιήσουν την ενάγουσα, προτιμώντας με τον παρόντα δαπανηρό δικαστικό αγώνα να καθυστερήσουν την σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, σαφώς προκύπτει ότι η ένδικη απαλλοτρίωση έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας δανείστριας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, αφού γνώριζε ότι, κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου γονικής παροχής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος των απαλλοτριώσεων, με την επιχειρούμενη απαλλοτρίωση καθίστατο εντελώς αφερέγγυος και δεν ήταν δυνατό πλέον να εισπραχθεί από την ενάγουσα, έστω και εν μέρει, το εν λόγω χρέος της.

Τελικά ο σκοπός αυτός πραγματοποιήθηκε, διότι η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση, να εκτελέσει τις προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής. Εξάλλου, ενόψει ότι οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις έγιναν λόγω γονικής παροχής,, δηλαδή για αιτία χαριστική, δεν απαιτείται η δεύτερη εναγόμενη, προς την οποία έγινε η παροχή να τελεί σε γνώση της ανωτέρω καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου, ότι αυτός προέβη στη σύσταση της προδιαληφθείσης γονικής παροχής προς βλάβη της εναγομένης, και συνεπώς παρέλκει η έρευνα αυτής, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, χωρίς η ανωτέρω κρίση να προσβάλλεται με λόγο έφεσης.

Ο εναγόμενοι αντικρούοντας τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας περί πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου βλάβης της ενάγουσας, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με το λόγο της έφεση τους ότι όταν προ δύο (2) ετών έγινε η μεταβίβαση, τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και η πρωτοφειλέτης ανώνυμη εταιρία είχαν εχέγγυα εξασφάλισης της απαίτησης της αντιδίκου τους καθόσον ο πρώτος εναγόμενος δεν απεκδύθηκε της πλήρους κυριότητας του επίδικου ακινήτου αν και θα μπορούσε ενώ είχε και στην κυριότητα του μετοχές ( % του μετοχικού κεφαλαίου της Σ.

ΑΕ), η δε πρωτοφειλέτριας εταιρία διαθέτει επαρκή περιουσία (οικόπεδο μετά του εργοστασίου) αξίας 2.929.850 ευρώ, Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, όσον αφορά στον πρώτο εναγόμενο, η (αντικειμενική) αξία της επικαρπίας που παρακράτησε του επιδίκου ακινήτου, όπως προκύπτει από το συμβόλαιο μεταβίβασης ανέρχεται σε 27.604,21 ευρώ, πόσο που σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας, η δε επίκληση ότι κατέχει μετοχές, χωρίς να προσδιορίζει την αξία τους, όλως αορίστως προβάλλεται.

Όσον αφορά την πρωτοφειλέτρια εταιρία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αδιάφορο όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης, όπως εν προκειμένω η εταιρία "Σ. Α.Ε.", διαθέτει επαρκή περιουσία (οικόπεδο μετά του εργοστασίου) για την ικανοποίηση του δανειστή για την ικανοποίηση του δανειστή, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης ή της άσκησης της αγωγής (ή ακόμα και της πρώτης συζήτησης), καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικώς και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος, δηλαδή του πρώτου εναγόμενου-εκκαλούντος, και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από την διάταξη του άρθρου 486 του ΑΚ.

Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτόμενου του περί αντιθέτου λόγου της έφεσης.....Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, θεμελιώνεται δικαίωμα της εφεσίβλητης να ζητήσει τη διάρρηξη των ανωτέρω δικαιοπραξιών στο σύνολο τους, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς η ανωτέρω κρίση να προσβάλλεται με λόγο έφεσης.....>>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα όχι η επίδικη μεταβίβαση είναι καταδολιευτική. Ειδικότερα, ο πρώτος των αναιρεσειόντων ιδρυτής της αρχικώς ομόρρυθμης και στη συνεχεία και μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ.

ΑΕ" που έλαβε την πίστωση από την πρώτη αναιρεσίβλητη και εξέδωσε το ομολογιακό δάνειο που καλύφθηκε από την τελευταία, ο οποίος είχε αναλάβει υποχρεώσεις τόσο από τη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όσο και από την κάλυψη του ομολογιακού δανείου ως εγγυητής, παραιτηθείς από τα δικαιώματα της ενστάσεως διζήσεως, ενώ γνώριζε την πορεία των ως άνω πιστώσεων και δη την κακή πορεία του ομολογιακού δανείου, καθώς οι καταβολές που πραγματοποιούντο αφορούσαν μόνο καταβολές τόκων, μεταβίβασε στη θυγατέρα του, δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω γονικής παροχής το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, με παρακράτηση της επικαρπίας, επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου της διώροφης οικίας του, καταστάς ούτω αφερέγγυος, καθόσον η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του, αποτελούμενη από ένα αγροτεμάχιο στις Μηλιές Ν.

Μαγνησίας και ένα αγροτεμάχιο στη Σκιάθο, μικρής αγοραίας αξίας, αμφότερα, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας Τράπεζας. Η ως άνω μεταβίβαση έγινε με πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, γνώριζε κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως την παθητική σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας κατάσταση και παρά ταύτα προέβη στη μεταβίβαση με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της αποφάσεως ότι οι καταβολές που πραγματοποιούντο για το ομολογιακό δάνειο κατά το διάστημα που γειτνιάζει με το χρόνο της μεταβιβάσεως αφορούσαν καταβολές τόκων, με την παραδοχή ότι η ημερομηνία λήξεως του δανείου είχε οριστεί δύο έτη αργότερα το 2013, οπότε τότε έπρεπε να εξοφληθούν οι ομολογίες, διότι τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ομολογιούχου, πρώτης αναιρεσίβλητης, είχαν συντελεστεί κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως του ομολογιακού δανείου, έτσι ώστε η απαίτηση να είναι ήδη γεγενημένη σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και του εγγυητή - πρώτου αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων, 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο, όμως, μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό ΙΙβ του άρθρο 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέστηκαν παραδεκτά οι διάδικοι (ΑΠ 1536/2023, 1001/2022). Για να είναι, όμως, λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σ' αυτά, ενώ κύρια στηρίχτηκε για να καταλήξει στο πόρισμά του και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 409/2015, ΑΠ 155/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που έχει προσκομίσει ένας διάδικος, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει την αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι τα μέσα απόδειξης, που προσκομίστηκαν νόμιμα, από ένα διάδικο, λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων θεμάτων, ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΑΠ 450/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό ΙΙβ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ως προς την πρόθεση βλάβης του πρώτου αυτών, ότι "γνώριζε την πορεία των δύο πιστώσεων, καθώς αυτός και ο αδελφός του (Α.

Σ.) ήταν οι ιδρυτές της αρχικώς ομόρρυθμης και συνέχεια στη ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΑΕ", που έλαβε την πίστωση και αποφάσισε την έκδοση ομολογιακού δανείου", έλαβε υπόψη την .../1989 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Γ. Ζ., η οποία, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων απάντων των διαδίκων, ουδόλως προσκομίστηκε.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων (εναγομένων - εκκαλούντων) ενώπιον του Εφετείου, οι τελευταίοι, προς υποστήριξη της έφεσής τους, προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους, το άνω έγγραφο, ήτοι "αντίγραφο του με αριθμό ...-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. - Γ. - Ζ., που έχει μεταγραφεί..." με αριθμό σχετικού, 1.12.

Με την ως άνω νόμιμη προσκομιδή από τους αναιρεσείοντες, αντιδίκους των αναιρεσιβλήτων, το πιο πάνω έγγραφο κατέστη κοινό μέσο απόδειξης και συνεπώς το Εφετείο νομίμως (άρθρο 346 ΚΠολΔ) το έλαβε υπόψη. Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την παραδοχή του περί της πρόθεσης βλάβης του πρώτου αναιρεσείοντος κατά την κατάρτιση της άνω καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, θεμελίωσε κυρίως στα υπόλοιπα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο πιο πάνω έγγραφο (συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας) για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό ΙΙγ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες δε διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλούμενου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).

Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Για την επίκληση δε αυτή, πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 1706/2023, ΑΠ 1142/2022, ΑΠ 591/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1Ιγ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πρόθεσης βλάβης του πρώτου από αυτούς, με την κατάρτιση της ένδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή, από ...-2023 αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού του ομολογιακού δανείου, και στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά το οποίο υποχρέωση της οφειλέτιδας εταιρίας και του πρώτου αυτών ήταν η εξόφληση του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου κατά τη λήξη των ομολογιών την 8-4-2013 και η καταβολή των δεδουλευμένων τόκων ανά εξάμηνο, με εξαίρεση την πρώτη περίοδο εκτοκισμού και ότι το να εμφανίζει ο λογαριασμός του δανείου μόνο καταβολές τόκων ήταν συμφωνημένος όρος, και όχι τεκμήριο της κακής πορείας του ομολογιακού δανείου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη.

Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν την ομολογία αυτή των άνω αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι η ως άνω αναφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης στην αγωγή της δεν συνιστά ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, καθόσον, όταν εκτέθηκαν στην αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης τα περιστατικά αυτά, δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας επιβλαβών γι' αυτήν περιστατικών, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για τη στήριξη της αγωγής.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς των αναιρεσίβλητων, λόγω της διαφορετικής υπεράσπισης αυτών, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την καθεμία αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης