Supreme Court dismisses appeals against social security fund decisions regarding property ownership and rent distribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed all appeals filed by the Greek state and social security funds against a lower court decision. The case involved disputes over property ownership and rent distribution between different social security fund branches. The court ruled that the appeals relied on false premises and failed to apply the correct legal provisions regarding property rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094 of the Civil Code; The Supreme Court holds that appeals based on false premises regarding property rights or misapplication of statutory provisions must be rejected as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1441 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1441/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο ..., οδός ..., (Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, του κλάδου υγείας του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας" (ΤΑΥΤΕΚΩ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Καρυτινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 1-4-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" (ΑΤΑΠΕ)" που εδρεύει στην Αθήνα, Λ. Συγγρού αρ. 103-105 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ: 1) Το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10 (Α.Φ.Μ. 090165560) και εν προκειμένω και από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αρ. 29, 2) Το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικό διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (και ήδη ο ΕΦΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αγίου Κωνσταντίνου αριθμ. 8, με ΑΦΜ 997072577, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, τα οποία δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-Ε.Φ.Κ.Α.) όπως μετονομάστηκε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, σύμφωνα με το άρθρο 31 του νόμου 4445/2016 ΦΕΚ Α 236/19.12.2016), με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του άρθρου 62 1105 του νόμου 4387/2016, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αρ. 12) και εκπροσωπείται νόμιμα, (ΑΦΜ 997072577), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δ. Σ., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Ή Εθνική" (ΑΤΑΠΕ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, Λ. Συγγρού αρ. 103- 105 και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ 999368697), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ: 1) Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) που εδρεύει στο ..., οδός Αποστόλου Παύλου αρ. 12 και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ 9997478559), 2) Το Ελληνικό Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα (ΑΦΜ Υπουργείου Οικονομικών 0901165560), τα οποία δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Γ. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10 (Α.Φ.Μ. 090165560) και εν προκειμένω και από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αρ. 29, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Ή Εθνική" (ΑΤΑΠΕ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, Λ. Συγγρού αρ. 103- 105 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ: 1) Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), που εδρεύει στο ..., επί της οδού Αποστόλου Παύλου αρ. 12, με Α.Φ.Μ. ... και το οποίο εκπροσωπείται νομίμως, 2) Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (και ήδη e-ΕΦΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ) το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αγίου Κωνσταντίνου αριθ. 8, με ΑΦΜ 997072577, και εκπροσωπείται νομίμως από τον Διοικητή του, τα οποία δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2016 αγωγή του υπό στοιχεία Α, Β και Γ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2140/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1013/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν: το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 4-10-2022 αίτησή του, το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 4-11-2022 αίτησή του, και το υπό στοιχείο Γ αναιρεσείον με την από 26-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 855/2021, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020, 691/2018).
Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης των τριών (3) αιτήσεων αναίρεση, που εκκρεμούν ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης και συγκεκριμένα της από 26-09-2022 (υπ' αριθ. κατ. 833/04-10-2022) αίτησης αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, της από 04-10-2022 (υπ' αριθ.
κατ. 836/05-10-2022) αίτησης αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) και της από 04-11-2022 (υπ' αριθ. κατ. 969/7-11-2022) αίτησης αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάστηκε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) κατά του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ ''Η Εθνική'' (ΑΤΑΠΕ).
Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1013/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εκκαλούντος ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, που συνεκδίκασε τις εφέσεις κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2140/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ημέρα, αφού με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που κινεί αυτή, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.-7-1944 περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέτασης μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών ....".
Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' Ν. 2579/1998 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου και 22 παρ. 4 Ν. 1868/1989 έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Επίσης, τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών".
Εξάλλου, με το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 4938/2022 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος όχι μόνον κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτει την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 1860/2012).
Κατά το άρθρο του 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015).
Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης (ή όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό η οριζόμενη, στην περίπτωση αυτή, εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης), είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980). Επομένως, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 626/1980, ΑΠ 845/2018).
Κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (ΑΠ 625/2022, ΑΠ 78/2022). Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/90, ΑΠ 1253/2018).
Ενόψει αυτών, η υπ' αριθ. 2140/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενσωματώνεται στην απορρίψασα την έφεση του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ, λόγω της ερημοδικίας του, υπ' αριθ. 1013/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά με λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται σε σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 617/2019, ΑΠ322/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε την 22-06-2022 στο ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από την σχετική ενυπόγραφη επισημείωση του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Α. στα επιδοθέντα αντίγραφα αυτής, αντίστοιχα. Δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που δίκασε ερήμην του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ, ως εκκαλούντος, απέρριψε δε ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του, την έφεσή του, επιδόθηκε σ' αυτό και ούτε προκύπτει η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ...-2023 πληρεξούσιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Π. Α., το ερημοδικασθέν εκκαλούν ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ, δια του διοικητή του, διόρισε την δικηγόρο Αθηνών (μεταξύ των λοιπών κατονομαζόμενων δικηγόρων) Δ. Σ., που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ, ειδική πληρεξουσία να ασκεί οποιοδήποτε ένδικο μέσο, να παρίσταται και να το εκπροσωπεί ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και να παραιτείται από οποιοδήποτε ένδικο μέσο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά την 07-11-2022, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται η υπό την ίδια ημερομηνία έγκυρη σιωπηρή παραίτηση του ερημοδικασθέντος στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η εν λόγω παραίτηση κατέστησε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση ως προς το ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του για αναίρεση αυτής. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από μεν το Ελληνικό Δημόσιο και το ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ την 4-10-2022 και 5-10-2022, αντίστοιχα, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που αρχίζει από την επίδοση, την 22-06-2022, της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1-7-2022 έως 15-9-2022, από δε το ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ την 7-11-2022, εντός της (καταχρηστικής) προθεσμίας των δύο (2) ετών, που αρχίζει από την δημοσίευση, την 28-2-2022, της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, οι συνεκδοκαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν ειδικότερα τα ακόλουθα: Το ενάγον - αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ ''Η Εθνική'' (ΑΤΑΠΕ) με την από 19-12-2016 (υπ' αριθ. κατ. 3067/23-12-2016) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων - αναιρεσειόντων, ήτοι του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ, ήδη e-ΕΦΚΑ), του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ενιαίος Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), του Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, ιστορούσε ότι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών ''Η Εθνική'' (ΤΣΑΠΑΕ), που μετονομάστηκε σε Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας ''Η Εθνική'' (ΤΑΠΕ), είχε αποκτήσει κατά κυριότητα με αγορά, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ...-1934 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Α., το περιγραφόμενο ακίνητο, κείμενο στην πόλη των Αθηνών. Ότι στο ασφαλιστικό ταμείο ΤΑΠΕ υπήρχαν, με βάση το καταστατικό του, τρεις ασφαλιστικοί κλάδοι και συγκεκριμένα ο κλάδος ασφαλίσεως ασθένειας και μητρότητας, ο κλάδος ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (κύρια σύνταξη) και ο κλάδος πρόνοιας (εφάπαξ βοηθήματα).
Ότι, επίσης με βάση το καταστατικό του, κατανεμήθηκαν τα κεφάλαια του ασφαλιστικού ταμείου ΤΑΠΕ στους δύο από τους προαναφερόμενους κλάδους του και συγκεκριμένα στον κλάδο σύνταξης κατά τα 4/5 και στον κλάδο πρόνοιας κατά 1/5. Ότι ο κλάδος πρόνοιας του εν λόγω ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ μετατράπηκε στο ενάγον ΝΠΙΔ ΑΤΑΕ και ακολούθως οι λοιποί κλάδοι εντάχθηκαν ο μεν κλάδος γήρατος στο ΝΠΔΔ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήδη e-ΕΦΚΑ, ο δε κλάδος ασθένειας στο ΝΠΔΔ ΤΑΥΤΕΚΟ, ήδη ΕΤΕΑΠ (για τις παροχές σε χρήμα) και στο ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ (για τις παροχές σε είδος).
Περαιτέρω, το ενάγον ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ εξέθεσε ότι, ως καθολικός διάδοχος του κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ, είναι από το νόμο συγκύριος κατά 20% (1/5) επί όλων των περιουσιακών στοιχείων, κινητών και ακινήτων, που ανήκαν στον κλάδο αυτό (πρόνοιας) κατά τη μετατροπή του σε αυτοτελές νομικό πρόσωπο, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.
Ότι υπέβαλε την σχετική αίτηση στο αρμόδιο υπουργείο προς έκδοση της προβλεπόμενης από το νόμο διαπιστωτικής πράξης για την μεταβίβαση του ποσοστού 20% (1/5) εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του επί του ακινήτου και την μεταγραφή του δικαιώματος συγκυριότητάς του κατά το αντίστοιχο ποσοστό στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου και του κτηματολογίου.
Και ότι απορρίφθηκε η αίτηση αυτή με την αναφερόμενη απόφαση του γενικού γραμματέα του υπουργείου, Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί το αμφισβητούμενο από το Ελληνικό Δημόσιο και τα συνεναγόμενα ΝΠΔΔ δικαίωμα συγκυριότητάς του κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, να υποχρεωθούν τα τρία πρώτα εναγόμενα ΝΠΔΔ (ΕΦΚΑ, ΤΑΥΤΕΚΟ, ΕΟΠΥΥ) να του το αποδώσουν και να καταδικαστεί το τέταρτο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (νυν Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), σε δήλωση βούλησης και ειδικότερα να υποχρεωθεί να εκδώσει διαπιστωτική πράξη για την μεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου και για την μεταγραφή στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου και του κτηματολογίου.
Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το αίτημα περί απόδοσης του εξ’ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τα σωρευόμενα αιτήματα, αναγνωριστικό (συγ)κυριότητας και καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών από τους τρεις εναγόμενους - εκκαλούντες, ήδη αναιρεσείοντες, η από 18-12-2019 (υπ' αριθ. κατ. 8833/19-12-2019) έφεση του ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ, η από 18-12-2019 (υπ' αριθ. κατ. 8878/20-12-2019) έφεση του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ και η από 26-2-2020 (υπ' αριθ. κατ. 1454/03-03-2020) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου (δεν άσκησε έφεση το εναγόμενο ΝΠΔΔ ΤΑΥΤΕΚΟ) κατά του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσιβλήτου, ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΑΕ.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με την υπ' αριθ. 388/29/4-9-1933 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας εγκρίθηκε το καταστατικό του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής Εταιρίας. Το διοικητικό συμβούλιο του ταμείου με απόφασή του, κατά την υπ' αριθ. 38/30-09-1936 συνεδρίασή του, συνέστησε τον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου, με σχετική τροποποίηση του καταστατικού του.
Με την υπ' αριθ. 8436/18-02-1937 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας το ανωτέρω ταμείο μετονομάστηκε σε Ταμείο Συντάξεων και Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρίας η ''Η ΕΘΝΙΚΗ'' (ΤΣΑΠΑΕ). Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 19875/Ε452/19-4-1952 (ΦΕΚ Β 90/19-4-1952) απόφαση του Υπουργού Εργασίας ανασυντάχθηκε το καταστατικό του ταμείου, το οποίο μετονομάστηκε σε Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρίας ''Η ΕΘΝΙΚΗ'' (ΤΑΠΕ).
Στο καταστατικό του εν λόγω ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ οριζόταν: ... Άρθρο 2 "1. Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των περί ων το άρθρο 3 του παρόντος προσώπων κατά της ασθενείας - μητρότητος και της αναπηρίας - γήρατος - θανάτου, διά της χορηγήσεως εις τα ανωτέρω πρόσωπα και εις τα υπό των οικείων άρθρων του παρόντος οριζόμενα μέλη οικογενείας των, των υπό των διατάξεων τούτου προβλεπομένων παροχών εις είδος και εις χρήμα (περιοδικών και εφ' άπαξ) εν περιπτώσει επαληθεύσεως ασφαλιστικής τινός περιπτώσεως. 2.
Η υπό του Ταμείου ασκούμενη ασφάλισις διεξάγεται διά τριών διακεκριμένων απ' αλλήλων και οικονομικώς αυτοτελών ασφαλιστικών κλάδων: α) του Κλάδου ασφαλίσεως ασθενείας και μητρότητος, β) του Κλάδου ασφαλίσεως αναπηρίας - γήρατος - θανάτου (συντάξεων) και γ) του Κλάδου προνοίας (βοηθήματα εφ' άπαξ)". ... Άρθρο 24 "1.
Αι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου περιέρχονται εις τον ειδικόν λογαριασμόν του ασφαλιστικού κλάδου, εις ον ανήκει η εξ ης η πρόσοδος περιουσία. ... ". Άρθρο 25 "1. Έκαστος των κατά το άρθρο 2 του παρόντος κλάδων ασφαλίσεως έχει πλήρη οικονομική αυτοτέλεια τηρουμένων δι' έκαστον τούτων ιδιαίτερων λογαριασμών.
Η μεταφορά ποσών ή πιστώσεων από του ενός κλάδου εις τον έτερο απαγορεύεται εκτός αν δι' αυτών επιδιώκεται διόρθωση γενομένων σφαλμάτων. Τα κεφάλαια και οι πόροι εν γένει εκάστου των κλάδων της ασφαλίσεως χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς διά την χορήγησιν των ασφαλιστικών παροχών των χορηγουμένων υπό εκάστου κλάδου". ...
Άρθρο 28 "1. Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να τοποθετούνται, αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου τούτου, ... α) Εις χρεώγραφα του Δημοσίου .... β) Εις ακίνητα. γ) Εις δάνεια προς ασφαλισμένους ...". ... Άρθρο 74 "... 2. Τα κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος κεφάλαια του Ταμείου κατανέμονται κατά τα τέσσαρα πέμπτα εις τον Κλάδο αναπηρίας - γήρατος - θανάτου και κατά το εν πέμπτον εις τον Κλάδο προνοίας. ...".
Σύμφωνα με το άρθρο 5 Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α 160/11-07-2002): 1. Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που ιδρύθηκε με το Ν. 6298/1934, όπως ισχύει, μετονομάζεται σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ). 2. Οι κλάδοι σύνταξης των ταμείων ... και ΤΑΠΑΕ Εθνική έως 1-1-2008 εντάσσονται στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ΕΤΑΜ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από απόφαση των Διοικητικών τους Συμβουλίων και εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης που προκηρύσσεται και ανατίθεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. 3.
Οι αντίστοιχοι κλάδοι των ανωτέρω ταμείων καταργούνται από της εντάξεως και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους περιέρχεται αυτοδικαίως στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, ως καθολικό διάδοχο, χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, ή άλλων προσώπων.
Εφόσον η περιουσία των ανωτέρω ταμείων είναι ενιαία και όχι χωριστή κατά κλάδους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη του ΔΣ του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και των ΔΣ των εντασσόμενων ταμείων, το σύνολο της περιουσίας, κινητής και ακίνητης, κατανέμεται μεταξύ του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και των ως άνω ταμείων κατά την αναλογία του ποσοστού εισφορών που παρακρατείται υπέρ εκάστου των εντασσόμενων κλάδων. 4.
Για την μεταβίβαση των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου ή στα κτηματικά βιβλία. 5. Εκκρεμείς δίκες με διαδίκους τους εντασσόμενους κλάδους συνεχίζονται από το ΙΚΑ ΕΤΑΜ χωρίς διακοπή.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 6 του ιδίου ανωτέρω Ν. 3029/2002: "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου.
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ". Με το άρθρο 35 παρ. 6 Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α 15/28-1-2004 προστέθηκε εδάφιο στο άρθρο 6 παρ. 20 του ίδιου Ν. 3029/2002, σύμφωνα με το οποίο: "Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης ή τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλου προσώπου".
Κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3029/2002, η προσθήκη του ανωτέρω εδαφίου στο άρθρο 6 παρ. 20 αυτού κρίθηκε αναγκαία για να απαλλαγούν από φόρο μεταβίβασης ακινήτων και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την μετατροπή τους από ένα νομικό πρόσωπο στο άλλο και κατά την εισφορά των ακινήτων τους τα ασφαλιστικά ταμεία που λειτουργούν από τις εισφορές των μελών τους και μετατρέπονται από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ, απαλείφοντας έτσι την άνιση φορολογική μεταχείριση που υπήρχε μεταξύ αυτών και των λοιπών ταμείων, για τα οποία ο ίδιος ο Ν. 3029/2002 προέβλεψε φορολογικές απαλλαγές κατά τη μετατροπή τους.
Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις (παρ. 6 του άρθρου 20 Ν. 3029/2002 και παρ. 6 του άρθρου 35 Ν. 3220/2004) εκδόθηκε η υπ' αριθ. Φ. 30300//9401/400/6-5-2004 (ΦΕΚ Β'713/12-5-2004) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΚΥΑ), με την οποία μετατράπηκε ο κλάδος πρόνοιας του ταμείου ασφαλίσεως του προσωπικού της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ (ΤΑΠΕ) στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ ΕΘΝΙΚΗ (ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ).
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α 58/03-04-2008) ο κλάδος κύριας σύνταξης του ταμείου ασφαλίσεως του προσωπικού της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ (ΤΑΠΕ) εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων ενιαίο ταμείο ασφάλισης μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία ενιαίος φορέας κοινωνικής ασφάλισης (ΕΦΚΑ, ήδη e-ΕΦΚΑ).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 70 Ν. 3655/2008 ο κλάδος ασθένειας του ταμείου ασφαλίσεως του προσωπικού της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ (ΤΑΠΕ) εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ταμείο ασφάλισης υπαλλήλων τραπεζών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), του οποίου καθολικός διάδοχος για τις παροχές ασθένειας σε είδος είναι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία εθνικός οργανισμός παροχής υπηρεσιών υγείας (ΕΟΠΥΥ) και για τις παροχές ασθένειας σε χρήμα είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ).
Το άρθρο 53 Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85/12-05-2016) ορίζει τα εξής: "1.Ο e-ΕΦΚΑ αποτελείται από έναν (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος, οι παρακάτω φορείς, με τους κλάδους, τομείς και λογαριασμούς τους, ..., ως εξής: Α. Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ).
α. Κλάδος κύριας σύνταξης: αα. Κλάδος κύριας σύνταξης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. ...Ζ. Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ). α. Κλάδος Υγείας. ... η. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ (ΤΑΠΑΕ ΕΘΝΙΚΗ). θθ. Λογαριασμός παροχών σε χρήμα ΤΑΥΤΕΚΩ". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/02-03-2011) συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02-03-2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ).
Κατά τον χρόνο της μετατροπής (12-05-2004) σε αυτοτελές ΝΠΙΔ του κλάδου πρόνοιας του πρώην ταμείου ασφαλίσεως του προσωπικού της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΘΝΙΚΗ (ΤΑΠΕ) ίσχυε το άρθρο 22 παρ. 7 Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α 48/12-02-2004), που ορίζει ότι: "... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι.
Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή. ...". Ο μεταγενέστερος Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α 272/21-12-2006) στο άρθρο 63 παρ. 3 ορίζει ότι: "Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν. 3232/2004 αντικαθίσταται ως εξής: Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων ή κλάδων αυτών περιέρχεται στα νέα Ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι, χωρίς την καταβολή φόρων, τελών ή δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλου προσώπου.
Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή στα κτηματικά βιβλία".
Κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3518/2006, με την παρ. 3 του άρθρου 63 αυτού παρέχεται η δυνατότητα με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης του Υπουργού η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτων των φορέων ή κλάδων που παρέχουν παροχές εφάπαξ, τα οποία μετατρέπονται σε αυτοτελή ΝΠΙΔ και η μεταγραφή αυτών ατελώς στα βιβλία του οικείου υποθηκοφυλακείου.
Με την παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 παρέχεται η δυνατότητα σε υφιστάμενα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή σε κλάδους αυτών που χορηγούν παροχές, όπως εφάπαξ, για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, να μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση του ΔΣ του ταμείου.
Εξάλλου με την παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν. 3232/2004 προστέθηκε στο τέλος της παρ. 20 του ως άνω άρθρου και νόμου διάταξη, στην οποία ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα ταμεία, στα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Επειδή με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν καθορίζεται το είδος της μεταγραπτέας πράξης για να καθίσταται δυνατή η μεταγραφή των ακινήτων στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και ακόμη δεν ορίζεται εάν η ακίνητη περιουσία περιέρχεται στα νέα ταμεία χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή άλλου δικαιώματος υπέρ δημοσίου ή άλλου προσώπου, προτείνεται για την κάλυψη του θέματος η διάταξη αυτή.
Κατά την διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της. Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος της που ανάγει την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής, θεσμοθετείται ένα ιδιότυπο μέσο εκτέλεσης και εξαναγκασμού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεώς του προς επιχείρηση νομικής πράξεως, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 499/2011, ΑΠ 33/2009).
Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βούλησής του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόμο είτε από σύμβαση, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα. Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο την δικαιοπραξία και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 335/2016, ΑΠ 511/2013). Επομένως, για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης προϋπόθεση είναι αφ' ενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ' ετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα και επί ακινήτου, πρέπει να προκύπτει από σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο (προσύμφωνο), είτε απ` ευθείας από το νόμο.
Στην τελευταία κατηγορία υπάγονται και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δηλαδή εκείνες, με τις οποίες δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρ και σε βάρος αορίστου αριθμού προσώπων (ΑΠ 1642/2018), όχι όμως και οι ατομικές διοικητικές πράξεις (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 582/1995). Διαπιστωτικές διοικητικές πράξεις είναι οι πράξεις με τις οποίες διαπιστώνεται η υπαγωγή ορισμένου προσώπου στο ρυθμιστικό πεδίο ενός ή περισσότερων κανόνων δικαίου.
Περιλαμβάνουν δεσμευτικές διαπιστώσεις νομικώς σημαντικών ιδιοτήτων προσώπων ή πραγμάτων. Οι διαπιστωτικές πράξεις είναι εκτελεστές, καθώς αποτελούν νομικά δεσμευτικές διοικητικές πράξεις, υποχρεωτικές για το διοικητικό όργανο και αναγκαίες για την επέλευση νομικών συνεπειών είτε άμεσα, όταν οι συνέπειες αυτές προβλέπονται ειδικά στον νόμο και αρκεί η διαπίστωση της συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων είτε στη συνέχεια, μέσω της έκδοσης νέων (συστατικών) διοικητικών πράξεων (ΣτΕ 705, 706/2015) Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαπιστωτικές είναι οι πράξεις, με τις οποίες διαπιστώνεται η υπαγωγή ορισμένου διοικουμένου σε έναν ή περισσότερους κανόνες δικαίου, υπαγωγή που ήδη αυτοδικαίως έχει συντελεσθεί ή θα συντελεστεί στο άμεσο μέλλον λόγω της επέλευσης συγκεκριμένου γεγονότος.
Η έκδοση της διαπιστωτικής πράξης είναι κατά κανόνα υποχρεωτική για το διοικητικό όργανο και αναγκαία για την εν συνεχεία επέλευση των αναγκαίων νομικών συνεπειών.
Περαιτέρω, στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995, ΑΠ 582/1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004).
Επίσης η διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ανάγει την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 33/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός που προτάθηκε, ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και τα περιστατικά για τη θεμελίωσή του, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ1082/2018).
Με τους λόγους των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν ότι το Εφετείο με τις παραδοχές ως προς το ζήτημα της μεταβίβασης αυτοδικαίως από το νόμο της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ κατά την μετατροπή του κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 20 Ν. 3029/2002, 22 παρ. 7 Ν. 3232/2004 και 35 παρ. 6 Ν. 3220/2004 (οι δύο τελευταίες προσέθεσαν νέα εδάφια στην πρώτη), τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον αυτές ρύθμιζαν την μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας επί μετατροπής ασφαλιστικού ''φορέα'' (μόνο) και όχι κλάδων αυτού, για τους οποίους υπήρξε μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση σχετικά με την μεταβίβαση ακινήτου τους κατά τη μετατροπή.
Το Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και το ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ως προς ίδιο ανωτέρω ζήτημα της μεταβίβασης της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 2 ΑΚ και 63 παρ. 3 Ν. 3518/2006, η οποία ρύθμισε για πρώτη φορά την μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας (και) των μετατρεπόμενων κλάδων των ταμείων σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα, χωρίς να έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει τον κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ, λόγω μετατροπής του στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ σε προγενέστερο χρόνο.
Το ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και το Ελληνικό Δημόσιο με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν άπαντα ότι το Εφετείο με τις παραδοχές ως προς το ίδιο ανωτέρω ζήτημα της μεταβίβασης της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 και 74 παρ. 2 της απόφασης του Υπουργού Εργασίας υπ' αριθ. 19875/Ε452/1952 (ΦΕΚ Β' 90/19-4-1952), με την οποία ανασυντάχθηκε το καταστατικό του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ, που περιέχει καταστατικές προβλέψεις για τα ''κεφάλαια'' (μόνο) αυτού, τα οποία κατανέμονται μεταξύ του κλάδου κύριας σύνταξης κατά 4/5 και του κλάδου πρόνοιας κατά 1/5 εξ αδιαιρέτου.
Ειδικότερα, προβάλλουν ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί κεφάλαιο κατά την έννοια του όρου αυτού στο καταστατικό του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ, και δεν κατανεμήθηκε κατά το αντίστοιχο ποσοστό στον κλάδο πρόνοιας κατά τη μετατροπή του (12-05-2004) στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΑΕ, αλλά το ακίνητο αυτό από τον χρόνο αγοράς του (10-07-1934), που έγινε πριν από τον χρόνο ίδρυσης του κλάδου πρόνοιας (30-09-1936), παρέμεινε στην κυριότητα του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά αναλέγκτως τα εξής: "... Το Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών ''Η Εθνική'' (ΤΣΑΠΑΕ) είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα ακίνητο επί της οδού Αξαρλιάν (πρώην ...) αριθ. 7, το οποίο είχε αποκτήσει με αγορά, δυνάμει του με αριθ. ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου (στο ΤΣΑΠΑΕ) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμ. ... αριθ. ...). Το εν λόγω ακίνητο, κατά τον τίτλο του, αποτελείται από: Α) μία οικία τριώροφη με υπόγειο ... εντός οικοπέδου επιφανείας 247,50 τ.μ. και Β) ένα μαγαζί και δύο δωμάτια εντός οικοπέδου επιφανείας 109,69 τ.μ. ...
Τα δύο αυτά όμορα οικόπεδα συνενώθηκαν φυσικά και έτσι προέκυψε ενιαίο οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 363,62 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Ο.Τ. 66072 του Δήμου Αθηναίων (περιοχή Παλαιού Εμπορικού Κέντρου). ... Το ως άνω Ταμείο ''Η Εθνική'' μετονομάστηκε αργότερα με την υπ' αριθ. 19875/Ε452/1952 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 90Β/19-4-1952), με την οποία ανασυντάχθηκε και το καταστατικό του, σε ΝΠΔΔ Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας ''Η Εθνική"'' (ΤΑΠΕ).
Ήδη δε τότε, ο κλάδος πρόνοιας του (πρώην) ΤΣΑΠΑΕ είχε συσταθεί κατά την υπ' αριθ. ... συνεδρίαση του ΔΣ του ΤΣΑΠΑΕ, που έλαβε σχετική απόφαση, τροποποιώντας συναφώς το καταστατικό του τότε Ταμείου. ... Σαφώς σύμφωνα με τις ρηθείσες καταστατικές προβλέψεις του καταστατικού του ΤΑΠΕ, όπως άλλωστε υπαγορεύουν και τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας, ο όρος κεφάλαια του προαναφερόμενου Ταμείου (ΤΑΠΕ) χρησιμοποιείται με την καθιερωμένη στην οικονομική και λογιστική επιστήμη έννοια, η οποία συνίσταται αφενός στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων μίας επιχείρησης εταιρικής μορφής και αφετέρου στον έναν εκ των δύο γνωστών όρων της λογιστικής εξίσωσης του ενεργητικού ως αθροίσματος ιδίου κεφαλαίου και υποχρεώσεων μίας επιχείρησης.
Άλλωστε η ως άνω επίμαχη διατύπωση του άρθρου 28 του καταστατικού ΤΑΠΕ περί της δυνατότητας τοποθέτησης των διαθέσιμων κεφαλαίων του εν λόγω Ταμείου, μεταξύ άλλων και σε ακίνητα, ουδέν έρεισμα σε αποκλίνουσα της ρηθείσας έννοιας του ''κεφαλαίου'' άγει εν προκειμένω και δη ως αφορώσας αποκλειστικά κινητά ή χρηματικούς πόρους, καθότι ο προσδιορισμός των αναφερόμενων στο άνω άρθρο ως ''διαθέσιμων'' απλά επιβεβαιώνει την αποθετική φύση του ως άνω κατανεμητέου κεφαλαίου του ΤΑΠΕ, ήτοι ως συνόλου περιουσίας κινητών και ακινήτων στοιχείων, εκ των οποίων τα διαθέσιμα ταυτίζονται με τα μη εισέτι επενδυθέντα σε κινητά και ακίνητα, ενώ στα μη διαθέσιμα κεφάλαια ευλόγως συγκαταλέγεται και η τυχόν υφιστάμενη ακίνητη περιουσία.
Πέραν των ανωτέρω, μόνο με την τοιαύτη ουσιαστική ταύτιση των κεφαλαίων του ΤΑΠΕ που αναγράφονται στο άρθρο 74 παρ. 2 του ανωτέρω καταστατικού του, τόσο με την κινητή όσο και με την ακίνητη περιουσία του αποκτά ρυθμιστικό αντικείμενο η επίσης ρηθείσα καταστατική πρόβλεψή του στο άρθρο 24 ότι οι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας του προαναφερόμενου Ταμείου, περιέρχονται στον ειδικό λογαριασμό του ασφαλιστικού κλάδου, στον οποίο ανήκει η περιουσία στον οποίο ανήκει η περιουσία από την οποία προέρχεται η κάθε πρόσοδος. ....
Συγκεκριμένα ο κλάδος πρόνοιας του ΤΑΠΕ απέκτησε νομική προσωπικότητα και μετατράπηκε, με την υπ' αριθ. Φ.30300/9401/400/6-5-2004 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 713) στο ενάγον, δηλαδή στο ΝΠΙΔ με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ ''Η Εθνική'' (ΑΤΑΠΕ) και κατέστη, δυνάμει της ήδη ισχύουσας τότε διάταξης του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 7 του Ν. 3232/2004 ...
καθολικός διάδοχος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Κλάδου Πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ. Στο σημείο δε αυτό, επισημαίνεται ότι από την ευχερή συνδυαστική ανάγνωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ... και του προστεθέντος με την παρ. 7 του άρθρου 22 Ν. 3232/2004 εδαφίου της ίδιας ως άνω παραγράφου ...
σαφώς συνάγεται ότι χρησιμοποιείται ο όρος των ''φορέων'' ως περιεκτικός, δηλαδή για να συμπεριλάβει τόσο τα μετατρεπόμενα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν νομική προσωπικότητα όσο και τους κλάδους τους ....". Στην έννοια, δηλαδή, των φορέων της παρ. 7 του άρθρου 22 Ν. 3232/2004 συμπεριλαμβάνονται τόσο τα μετατρεπόμενα ταμεία ασφάλισης που έχουν νομική προσωπικότητα όσο και οι μετατρεπόμενοι κλάδοι ασφάλισης που δεν είχαν μέχρι τότε νομική προσωπικότητα, όπως ήταν και ο Κλάδος Πρόνοιας του ΤΑΠΕ (ενάγοντος-εφεσιβλήτου).
Λαμβανομένου δε υπόψη περαιτέρω και ότι η αμέσως προαναφερόμενη διάταξη άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 35 Ν. 3232/2004 από την δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από την 12-2-2004, ενώ η μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ στο ενάγον έγινε μεταγενέστερα την 6-5-2004 δυνάμει της ΚΥΑ Φ.30300/9401/400/6-5-2004, το τελευταίο σαφώς καταλαμβάνεται από την ισχύ της ρηθείσας διάταξης.
Σε συνάφεια με τις προηγηθείσες νομικές παραδοχές, η κρισιολογούμενη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 του Ν. 3518/2006, επί της οποίας θεμελιώνει η ενάγουσα - εφεσίβλητη τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κάλυψε, σύμφωνα με το σχετικό περιεχόμενο της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3518/2006, το υφιστάμενο με τις προαναφερόμενες διατάξεις των Ν. 3029/2002 και 3232/2004 κενό μη καθορισμού τόσο του είδους της μεταγραπτέας πράξης, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μεταγραφή των περιερχόμενων τα νέα Ταμεία ακινήτων στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, όσο και της περιέλευσης της ακίνητης περιουσίας στα νέα Ταμεία χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή άλλου δικαιώματος υπέρ δημοσίου άλλου προσώπου.
Από την σαφή δε γραμματική διατύπωση της σχετικής περικοπής της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3518/2006, ... σαφώς προβλέπεται η δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτων των ασφαλιστικών φορέων ή κλάδων ασφάλισης στα μετατρεπόμενα αυτοτελή ΝΠΙΔ με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης του Υπουργού και όχι .....η δυνατότητα του Υπουργού στην έκδοση μεταγραπτέας διαπιστωτικής πράξης, η οποία άλλωστε συνιστά, κατά την αδιαμφισβήτητη διατύπωση του άρθρου 63 παρ. 3 του Ν. 3518/2006, όρο του ενεργού της μεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων αυτών.
Συνακόλουθα, ... επί της επίδικης άρνησης του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και εν προκειμένω του Γενικού Γραμματέα Κοινωνικής ασφάλισης να εκδώσει διαπιστωτική πράξη για την μεταβίβαση στο αιτηθέν και ήδη ενάγον - εφεσίβλητο ασφαλιστικό ταμείο ποσοστού εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί ακινήτου δεν ανακύπτει διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου (ως αφορώσα την ύπαρξη και μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος) ...
Ως εκ τούτου, ... η αιτούμενη ... έκδοση διαπιστωτικής πράξης από το προαναφερόμενο όργανο ... του Ελληνικού Δημοσίου συνιστά εξωτερίκευση οιονεί δικαιοπρακτικής δήλωσης του τελευταίου α) ως περιλαμβάνουσα δεσμευτικές διαπιστώσεις ... της ιδιότητας του ΝΠΙΔ ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίου του επίδικου ακινήτου και β) συνακόλουθα ως επισύρουσα ...
την έννομη συνέπεια της μεταβίβασης της συγκυριότητας ....". Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τους προβληθέντες με σχετικούς λόγους έφεσης ισχυρισμούς των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσιειόντων επί των ιδίων ανωτέρω ζητημάτων. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κλάδος πρόνοιας του πρώην ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών ΕΘΝΙΚΗ - ΤΑΠΕ απέκτησε νομική προσωπικότητα και μετατράπηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ ΕΘΝΙΚΗ - ΑΤΑΠΕ, ότι είναι καθολικός διάδοχος του αποσχισθέντος κλάδου πρόνοιας, ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία του κλάδου πρόνοιας περιήλθε αυτοδικαίως στο νέο νομικό πρόσωπο, ότι οι προδιαληφθείσες διατάξεις του νόμου δεν διακρίνουν μεταξύ φορέων και κλάδων τους κατά την μετατροπή σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα και συνακολούθως ούτε ως προς την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της κινητής και ακίνητης περιουσίας στο μετατρεπόμενο νέο νομικό πρόσωπο, ότι ο όρος ''φορέας'' είναι συνήθης στην κοινωνική ασφάλιση και χρησιμοποιείται για να δηλώσει, τόσο τα ταμεία με νομική προσωπικότητα, όσο και τους κλάδους τους, χωρίς νομική προσωπικότητα, εν προκειμένω τον μετατραπέντα κλάδο πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ, ότι ο όρος ''κεφάλαια'' χρησιμοποιείται με την καθιερωμένη στην οικονομική και λογιστική επιστήμη έννοια του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων μίας επιχείρησης εταιρικής μορφής, εν προκειμένω στο καταστατικό του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ ο όρος κεφάλαια είναι ταυτόσημος με την περιουσία του, κινητή και ακίνητη, ότι στην περιουσία του κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ περιήλθε κατά την μετατροπή του το 1/5 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και ότι είναι αντίθετο στο γράμμα και το πνεύμα του νόμου η καθολική από το νόμο διαδοχή του μετατραπέντος κλάδου πρόνοιας σε αυτοτελές νομικό πρόσωπο με σκοπό την χορήγηση παροχών στους ασφαλισμένους του να έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της ακίνητης περιουσίας του.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι ουσιαστικές και νομικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν την εφαρμογή τους.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και επίσης οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές και δεν παρατίθενται οι επιπλέον αιτιολογίες που παρέλειψε να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή τα σημεία της όπου εντοπίζονται οι αντιφάσεις κατά την υπαγωγή στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν των περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 63 Ν. 3518/2006, η οποία αναφέρεται πλέον ρητά σε φορείς και κλάδους, μη καταλαμβάνουσα όμως, λόγω του χρόνου ισχύος αυτής, την μετατροπή του κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ στο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ, καθόσον δεν διέλαβε στην αιτιολογία με σαφήνεια και πληρότητα την υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου της Διοίκησης προς έκδοση διαπιστωτικής πράξης, σύμφωνα με την μεταγενέστερη αυτή διάταξη, για την μεταβίβαση και μεταγραφή της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου.
Το ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και το Ελληνικό Δημόσιο με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 και 74 παρ. 2 της απόφασης του Υπουργού Εργασίας υπ' αριθ. 19875/Ε452/1952 (ΦΕΚ Β' 90/19-4-1952), οι οποίες δεν περιέχουν καταστατική πρόβλεψη κατανομής των ακινήτων επί μετατροπής ασφαλιστικών ταμείων ή κλάδων τους και διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία για την απόρριψη της διατήρησης της κυριότητας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ εξ ολοκλήρου (κατά 100%) επί του επίδικου ακινήτου από τον χρόνο αγοράς του.
Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3029/2002 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, διότι δέχθηκε ότι το ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ εντάχθηκε το έτος 2008 στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ, ήδη e-ΕΦΚΑ και δεν υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, στην κυριότητα (κατά 100%) του επίδικου ακινήτου, δεδομένου ότι σε προγενέστερο χρόνο, ήδη από το έτος 2004, είχε συντελεστεί η μετατροπή του υφιστάμενου τότε κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ, το οποίο ως καθολικός διάδοχος του εν λόγω κλάδου πρόνοιας υπεισήλθε αυτοδικαίως στο ένδικο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας 20% επί του επίδικου ακινήτου.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα εξής:
"... Περαιτέρω, από το έτος 2008 ο κλάδος κύριας σύνταξης του ΤΑΠΕ εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 3655/2008 και το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ο πρώτος εναγόμενος Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ, κατέστη εκ του νόμου καθολικός διάδοχος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του κλάδου κύριας σύνταξης του ΤΑΠΕ.
Επίσης το ίδιο έτος ο κλάδος ασθένειας του πρώην ΤΑΠΕ εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), σύμφωνα με το άρθρο 70 Ν. 3655/2008 και ως εκ τούτου το τελευταίο κατέστη εκ του νόμου καθολικός διάδοχος του κλάδου ασθένειας του ΤΑΠΕ. Ήδη δε, ...
το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ενιαίος Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) έχει καταστεί καθολικός διάδοχος του κλάδου ασθένειας του ΤΑΥΤΕΚΩ για τις παροχές σε είδος. Όπως αναφέρθηκε δε, η περιουσία του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ είχε, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του καταστατικού του, κατανεμηθεί στους κλάδους κύριας σύνταξης, ασθένειας και πρόνοιας και συγκεκριμένα κατά τα 4/5 στον κλάδο αναπηρίας, γήρατος, θανάτου και κατά το 1/5 στον κλάδο πρόνοιας. ...
Στην προκειμένη, όμως περίπτωση ήδη είχε συντελεστεί, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε πολύ προγενέστερο χρόνο από το έτος 2008, ήτοι από τον Μάϊο του έτους 2004, η μετατροπή του υφιστάμενου τότε κλάδου πρόνοιας του ΤΑΠΕ στο ενάγον ΝΠΙΔ, το οποίο ως καθολικός διάδοχος του εν λόγω κλάδου πρόνοιας υπεισήλθε αυτοδικαίως στο ένδικο εξ αδιαιρέτου ποσοστό 20% κυριότητας επί του άνω ακινήτου της οδού ... (ήδη Αξαρλιάν), μη υπεισελθόντος συνακόλουθα του πρώτου εναγόμενου ΙΚΑ ΕΤΑΜ, ήδη ΕΦΚΑ, μεταγενέστερα στην αποκλειστική κυριότητα (κατά ποσοστό 100%) του επίδικου ακινήτου, αλλά κατά το λοιπό ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου κυριότητας.
Εδώ πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν προέκυψε καν ότι έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από την παρ. 4 του άρθρου 5 Ν. 3029/2002 διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς μεταγραφή του (εξ αδιαιρέτου) δικαιώματος κυριότητας του ΕΦΚΑ στο επίδικο ακίνητο. Κατόπιν τούτων, εσφαλμένως αναγράφηκε στο ως άνω προσκομιζόμενο υπ' αριθ.
Β1/20028/15437/3082/30-6-2006 έγγραφο του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ότι δεν προέκυπτε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά στο ΤΑΠΕ και στο ενάγον ΑΤΑΠΕ. Πολύ δε περισσότερο, εσφαλμένως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. Β1/28/19562/3776/20-7-2007 πράξη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας η ...
αίτηση του ενάγοντος ... προς το Ελληνικό Δημόσιο ... για έκδοση της επίμαχης διαπιστωτικής πράξης... Ο χρόνος της αγοράς του ανωτέρω ακινήτου και της σύστασης του κλάδου, του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη το ενάγον, δεν έχει καμία επιρροή για την κατανομή της περιουσίας του ΤΑΠΕ, που έγινε με κριτήρια ασφαλιστικά, λειτουργικά και βιωσιμότητας των κλάδων του ως πρώην ΝΠΔΔ. ...".
Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τους προβληθέντες με σχετικούς λόγους έφεσης ισχυρισμούς των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσιειόντων επί των ιδίων ανωτέρω ζητημάτων. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μετατροπή του κλάδου πρόνοιας του ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ έγινε την 6-52004, δυνάμει της ΚΥΑ Φ.30300/9401/400/6-5-2004, με νομικό έρεισμα την ισχύουσα από 12-2-2004 διάταξη του άρθρου 35 Ν. 3232/2004 και όχι με βάση την μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 Ν. 3518/2006, ότι η έκδοση της μεταγραπτέας διαπιστωτικής πράξης αποτελεί όρο της μεταβίβασης της συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου στο νέο ΝΠΙΔ, ότι η διαπιστωτική αυτή πράξη αποτελεί οιονεί δικαιοπρακτική δήλωση και περιέχει δεσμευτική διαπίστωση της αυτοδικαίως από το νόμο συντελεσθείσας συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου του μετατραπέντος κλάδου ασφάλισης σε αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ότι η έκδοση διαπιστωτικής πράξης προβλέφθηκε για τον κλάδο ασθένειας του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ με το άρθρο 5 παρ. 4 Ν. 3029/2002 και ότι καλύφθηκε στη συνέχεια το υπάρχον για τον κλάδο πρόνοιας αυτού νομοθετικό κενό με το άρθρο 63 παρ. 3 Ν. 3518/2006.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι ουσιαστικές και νομικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούν το πραγματικό τους και δικαιολογούν την εφαρμογή τους. Επίσης το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, διότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Επομένως οι τρίτος λόγος αναίρεσης του ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ και πέμπτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την νόμιμη βάση από την απόφασή του, επομένως οι δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και ο τρίτος λόγος αναίρεσης του ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 477/2020, ΑΠ 279/2014).
Το ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλει ότι το Εφετείο με τις παραδοχές ως προς το ζήτημα της μεταβίβασης της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, καθόσον στηρίχθηκε στην αναγνώριση εκ μέρους των εκπροσώπων του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ και των οργάνων του υπουργείου Εργασίας της συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ, πλην όμως η αναγνώριση αυτή δεν είναι ικανή να θεμελιώσει κτήση εμπράγματου δικαιώματος, επίσης παραβίασε και εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ίδιο ζήτημα της κτήσης (συγ)κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα εξής: "... Αναφορικά δε με το υφιστάμενο δικαίωμα εξ αδιαιρέτου κυριότητας του ενάγοντος κατά 1/5 επί του ενδίκου ακινήτου και προς επίρρωση των νομικών και ουσιαστικών παραδοχών αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ...
β) Ότι στο κεφάλαιο VI της έκθεσης πεπραγμένων έτους 1992 του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ σημειωνόταν ότι μεταξύ των στοιχείων του Ενεργητικού του Ταμείου περιλαμβάνεται και το στην οδό ... και ήδη ... ακίνητο, που ανήκει κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου στον κλάδο συντάξεων και κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου στον κλάδο πρόνοιας, γ) Ότι σύμφωνα με τα υπ' αριθ. ...-2005 πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ αποφασίστηκε ομόφωνα και με την σύμφωνη γνώμη του κυβερνητικού επιτρόπου να καταβληθεί στο ενάγον ΑΤΑΠΕ το 1/5 των μισθωμάτων που εισπράχθηκαν από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 30-11-2005 και των εγγυήσεων που κατέβαλε ο μισθωτής για το εν λόγω ακίνητο συνιδιοκτησίας του ενάγοντος ..., στ) Ότι δυνάμει του με αριθ.
πρωτ. Β1/10028/26205/4660/2004 εγγράφου του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας εγκρίθηκε η αγορά από το ΤΑΠΕ του ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου του ένδικου ακινήτου, που τότε ανήκε στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του ενάγοντος, προκειμένου το Ταμείο να καταστεί αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου, ώστε αυτό να αξιοποιηθεί καλύτερα και ζ) Ότι στο βιβλίο κινητής και ακίνητης περιουσίας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης έτους 2006, έκδοσης του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταγράφεται ποσοστό 20% (δηλαδή 1/5) στην ιδιοκτησία του κλάδου πρόνοιας (και ήδη διαδεχθέντος αυτού ενάγοντος) του ΤΑΠΕ. ....".
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε την επικαλούμενη με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, υπό τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, ούτε στήριξε τις παραδοχές της στις προεκτεθείσες ενέργειες εκπροσώπων του πρώην ΝΠΔΔ ΤΑΠΕ ή οργάνων του υπουργού Εργασίας, που υποδηλώνουν αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ ΑΤΑΠΕ επί του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με αυτόν πλήττονται μη πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία στο σύνολό τους τις εφέσεις των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων, εκφέροντας όμοια κρίση με το Πρωτοδικείο, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης προς έρευνα πρέπει αυτές να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α' και 183 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης: α) από 26-09-2022 (υπ' αριθ. κατ. 833/04-10-2022) του Ελληνικού Δημοσίου, β) από 04-10-2022 (υπ' αριθ. κατ. 836/05-10-2022) του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ και γ) από 04-11-2022 (υπ' αριθ. κατ. 969/07-11-2022) του ΝΠΔΔ e-ΕΦΚΑ.
Απορρίπτει τις αιτήσεις για αναίρεση της υπ` αριθ. 1013/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου